Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

...χάλκινο μετάλλιο...

Αυτές τις τελευταίες ημέρες του εκάστοτε έτους κάνω πάντοτε απολογισμό...

... Τι κατάφερα, τι έπραξα, σε τι απέτυχα, τι άλλαξε τη ζωή μου (σπάνιο αυτό)...

... Επίσης σε τι απέτυχα, πόσο αναβλητικός ήμουν, πόσα πράγματα που εξ αγγαρείας με πήγαν πίσω... κλπ

...Όλα αυτά τα προσπερνώ καθώς είναι ήδη τετελεσμένα... οκ σε αυτό, καλά σε εκείνο, θα προσπαθήσω για το δείνα ή θα αποφύγω τα τάδε γιατί με παν πίσω (αν και οικονομικά μου αποφέρουν)...

... Εκείνα όμως που δεν φεύγουν από το νου μου, είναι τα ταξείδια που δεν έκανα... Εκείνα που δεν πραγματοποιήθηκαν από δικούς μου ενδοιασμούς, φόβους...

...Εφέτος έχασα την ευκαιρία να κάνω ένα ταξείδι στην Κρακοβία... στο Iνστιτούτο Stefan Banach... (Εσείς οι θετικοί θα θυμάστε τους χώρους Banach από τη συναρτησιακή ανάλυση)... Δεν θα πήγαινα βέβαια μόνο για τουρισμό, αλλά αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος να κάνω τον τουρίστα, ακόμη και στο συνέδριο που πραγματοποιούταν εκεί... Να δω την κεντρική Ευρώπη, που είναι αναμφισβήτητα η αγαπημένη μου... Αυτές οι μεσαιωνικές πόλεις με τα πλακόστρωτα πεζοδρομημένα ιστορικά κέντρα, που είναι χαρά οφθαλμού να πεζοπορείς και να χαζεύεις στα μαγαζιά... Να κάτσεις στις μπυραρίες τους και να δοκιμάσεις τη φετινή σοδειά και τα "τοπικά" εδέσματα που οι ιδιοκτήτες διαβεβαιώνουν ότι είναι παραδοσιακά εκεί της περιοχής... Να περιτριγυρίσεις στα βιβλιοπωλεία τους... Να πας στις εκκλησίες τους και να ακούσεις μαδριγάλια και μελωδίες του Corelli ή του Bach τραγουδισμένες από μελίρρυτες χορωδίες... Να νοικιάσεις ποδήλατο και να χαρείς σαν 12χρονο τότε που αμέριμνος μπορούσες ακόμη να ποδηλατείς άφοβα...

... να ξεχαστείς κάτω από τις ερυθρές οξιές σε κάποιο από τα φροντισμένα πάρκα τους με κάποιο βιβλίο... να εισπράξεις κάποιο ζεστό χαμόγελο από όμορφη κοπέλα... να δροσιστείς από τον παγωμένο δυτικό τους άνεμο... να χαθείς μέσα στα bazar ψάχνοντας ανάμεσα σε μικροαντικείμενα λογής λογής... Να καθήσεις κάτω από φοντάνα υπό το άγαλμα αναγεννησιακού συμπλέγματος και υπό το άγρυπνο βλέμμα κάποιου διαφωτιστή σε εσένα τελείως άγνωστου...

... κι αφού ευφρανθείς, μεθύσεις και νιώσεις ανάλαφρη την καρδιά σου, να νιώσεις αυτόν τον γλυκό νόστο για τους δικούς σου ανθρώπους και να κινήσεις για το γυρισμό... προσφέροντας στους δικούς σου από τα μικροαντικείμενα που μάζεψες στο διάβα σου...

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Να τα πούμε?...

Καλημέρα και χρόνια πολλά!!!

...Τα πρώτα κάλαντα τα είπα 7 ή 8 χρόνων σε γειτονιές και χωματόδρομους μεγάλης επαρχιακής πόλης. Είχα έναν ενοιασμό, ντροπή... Μόνο τα χαμόγελα αυτών που άνοιγαν τις πόρτες μου έδινε θάρρος...

... το καλό είναι ότι υπήρχαν ακόμη γειτονιές τότε... τα μονόπατα σπίτια με τις διάφανες θύρες που αντιφέγγιζαν από μέσα το φως που εξέπεμπαν τα λαμπιόνια κάποιου στολισμένου Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ρυθμικό φως, μες την ησυχία, γαλήνευε κάπως την πρωτόλεια αγωνία μου...

... Θυμάμαι ακόμη τον πρώτο άνθρωπο που μας άνοιξε... Ήταν ένας άνθρωπος γύρω στα 40, ο οποίος πρέπει να είχε ξυπνήσει για να πάει στη δουλειά του... "Πέστε τα μιας κι είσαστε οι πρώτοι!", και έσκαγε ένα χαμόγελο όλο υπερηφάνεια... Δεν ρώτησε τίποτε... Τα είπαμε, με εμένα μάλλον να τρεμοπαίζει η σε άλλες περιπτώσεις στεντόρεια φωνή μου... Μας φίλεψε και δύο μελομακάρονα... και πλήρωσε και το αντίτιμο... Ήταν ακριβώς 5 δραχμές στον καθένα, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για τα 70s. αν σκεφτείτε ότι περίπου έδιναν δύο δραχμές κατά μέσον όρο, με εξαίρεση τους Θείους που έδιναν πολύ περισσότερα...

...Αξέχαστη θα μου μείνει εκείνη η πρώτη φορά και δεν ξέρω ακριβώς το λόγο... Και εκείνη η γειτονιά, που περιττό να πω πως δεν υπάρχει πια καθώς έχουν ξεφυρώσει αγενέστατα τεράστιες πολυκατοικίες... Εντύπωση ωστόσο μου κάνει το γεγονός ότι οι γονείς μου μας είχαν αφήσει έτσι μόνα τους δύο μικρά παιδιά να περιπλανηθούν στην γειτονιά μες τη νύχτα... Είχαν λίγο έως πού τη δική μου σημερινή ηλικία...

Εύχομαι σε όλους καλά Χριστούγεννα, και καλές γιορτές!

Για πόσο πάει…

Καλημέρα… (μέσα από τις εορτές…)…

Πήγα σήμερα να ψωνίσω τα βασικά για το σπίτι και στάθηκα στο φούρνο, όπου πήρα ψωμί… Αυτές τις ημέρες τα αρτοποιεία έχουν την τιμητική τους. Γλυκά, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, κέικ και κάθε λογής «Χριστουγεννιάτικο» γλύκισμα εκτίθεται στις βιτρίνες… Ο δικός μου φούρνος είναι μάλλον λιτός, και στη βιτρίνα του είχε και σήμερα σταθερά τις τυρόπιτες, ένα είδος παρακαλώ, τις κλασσικές. Το μόνο που θύμιζε ότι μπορεί να είναι γιορτινή ημέρα, είναι δίπλα στο ταμείο ένα εμβόλιμο σκεύος όπου υπάρχουν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα. Διάθεση προς 8.4€ το κιλό…

… Μια κυριούλα κάποιας ηλικίας (γύρω στα 80) προσπαθεί να συμμαζέψει τσάντες από διάφορα super market, μανάβικο κοκ. Αγοράζει ψωμί το φθηνότερο που διατίθεται, και ρωτάει για τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες. Η τιμή που ακούει της φαίνεται κάπως απαγορευτική και φεύγει προσφωνώντας ευχές τόσο στους δύο αρτοποιούς, όσο και σε εμένα που ήμουν ο επόμενος υποψήφιος πελάτης.

… Της αντεύχομαι ολόψυχα, αλλά ταυτόχρονα την παρατηρώ… Είναι φτωχικά ντυμένη πράγμα που αναδεικνύει την πενιχρή της σύνταξη… Στη συνέχεια παρατηρώ τους έτερους ηλικιωμένους που βρίσκονται εγγύς στη μυωπία μου και μου δίνουν την ίδια εντύπωση… Άνθρωποι απόμαχοι της ζωής με τα καλά τους και τα κακά τους να παραδέρνονται και να μην μπορούν να αγοράσουν ούτε ένα τόσο δα κουτάκι μελομακάρονα… Φτωχικά ντυμένοι ίσως το υστέρημά τους να πηγαίνει στα τέκνα ή στα εγγόνια τους…

… Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τα αναξιοπρεπή γηρατειά… Και αν αυτά προέρχονται σε αρρώστια ή ανημποριά πάει κι έρχεται… Αν όμως αυτά προέρχονται από φτώχια τότε είναι στα σίγουρα το χειρότερο, γιατί αυτοί οι άνθρωποι ούτε να υπερασπιστούν τον εαυτό τους μπορούν, ούτε να διεκδικήσουν κάτι…

… Τσουπ! Το φλας μπακ… Βιέννη 1988… Φιλοξενούμουν σε μια κάπως εργατική γειτονιά, το Leopoldau, βορειοανατολικά. (Ας τονίσω εδώ ότι σε όλες τις Ευρωπαϊκές δυτικές πρωτεύουσες τα ανατολικά προάστια είναι τα χειρότερα, σε αντίθεση με εμάς εδώ που πηγαίνουμε με τις μεσανατολικές χώρες σε αυτή την regional διάταξη). Θυμάμαι τους τότε γέροντες εκεί… Δεν ήταν πλούσιοι, η σύνταξή τους, όμως επαρκούσε να συντηρούν αξιοπρεπέστατα σπίτια και να διάγουν έναν καθόλα ποιοτικό τρόπο ζωής… Μπορούσαν να πάρουν δώρα στα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, και να κεράσουν καμιά μπύρα μια τυχαία γνωριμία τους, χωρίς να αισθάνονται ότι πιέζονται… Ήταν οι αντίστοιχοι του ΙΚΑ δικοί μας…

Τσουπ, πάλι πίσω στο Greece. Οι γέροντες εδώ παίρνουν συντάξεις πείνας, που δεν τους φθάνουν ούτε για τα στοιχειώδη… σύγκαιρα στον αντίποδα, παχυλοί γέροντες βιώνουν τα ύστερά τους χρόνια με πλούτο, για τον οποίο δεν μόχθησαν και τόσο στην πλειοψηφία τους, αλλά συγκυριακά ή με αθέμιτα μέσα απόκτησαν…

… Η τηλεόραση να προσβάλει τη νοημοσύνη μου με το να μου εμφανίζει ότι τάχα πίσω από το Ζαχόπουλο κρύβεται ερωτικό ρόζ σκάνδαλο… Έχω την εντύπωση ότι μόνοι τους λένε τις ειδήσεις πλέον και μόνοι τους τις βλέπουν… Ο απλός κόσμος είναι έξω μακριά σε έναν άνισο για αυτόν αγώνα… Μόνο στην επαρχία ίσως ακόμη διατηρούνται κάποιες σταθερές...

…Παρατηρώ μερικούς φίλους και συγγενείς μου… Όταν ο πεθερός, θείος ή οτιδήποτε έχει «καβάντζες» του μιλούν στον πληθυντικό, με σεβασμό και ακούν τις αρλούμπες που λέει με προσήνεια… «Τι λέτε κύριε Γιάννη επί αυτού του θέματος?» Οι ίδιοι απευθύνονται στον άλλο θείο, συμπέθερο που δεν έχει τις «καβάντζες» του και είναι χαμηλοσυνταξιούχος με αναίδεια και κομπορρημοσύνη… «Τι κατάλαβες μπάρμπα-Γιάννη, τόσα χρόνια? Να τα, τα χαΐρια σου …»

… Τόσο ωραία…

…Πάντα όταν συναναστρέφομαι ηλικιωμένους προσπαθώ να έχω τρία πράγματα: Υπομονή (την αξίζουν), Σεβασμό (ένεκα ηλικίας) και τέλος Κατανόηση… Και κυρίως να μην είμαι ευγενικός ή αγενής ανάλογα με τα εισοδήματά τους αλλά ανάλογα με τη μωρία τους και τη ματαιοδοξία τους…

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

… Ερυσίχθονας

… Αποφάσισα να κάνω ψυχανάλυση στον εαυτό μου… Μάλλον σήμερα τη νύχτα το υποσυνείδητο αποφάσισε να μου κάνει ψυχανάλυση, καθώς ονειρεύτηκα τους παιδικούς μου φόβους… Όχι τους αθώους… αυτούς που όλοι είχαμε στα βαθιά παιδικά μας χρόνια… Αυτούς σταδιακά τους αντιμετωπίσαμε και τους ξεπεράσαμε… Πχ τα φίδια… πολύ μικρός φοβόμουν τα φίδια από τις περιγραφές των μεγάλων… ώσπου είδα για πρώτη φορά live φίδι… Δε λέω ότι δεν το φοβήθηκα, αλλά περισσότερος ήταν ο θαυμασμός μου καθώς το είδα για πρώτη φορά να λικνίζεται με χάρη στη χλόη…

… Μιλώ για τους άλλους παιδικούς μου φόβους… εκείνους που αναίτια έπεσα επάνω τους και δεν τους ξεπέρασα ποτέ… Ως φυσικό τους καταχώνιασα και έτσι εχθές το βράδυ το υποσυνείδητό μου αποφάσισε να μου τους θυμίσει…

… Ο πρώτος ήταν όταν βρήκαμε τη γιαγιά μου νεκρή η οποία είχε πεθάνει ημέρες… Στην Αθήνα ήταν ο μεγάλος καύσωνας και εμείς διακοπεύαμε ως οικογένεια σπασμένοι καθώς ήμασταν ήδη μεγάλοι (τελικά αυτός ο φόβος δεν είναι και πολύ παιδικός)… τρεις ημέρες έλλειψης επικοινωνίας (δεν υπήρχαν κινητά τότε) ήταν αρκετές για να μας χωρίσει μια άβυσσος… Γυρίσαμε σχεδόν ταυτόχρονα και με τον Πατέρα μου τη βρήκαμε… «Κοιμόταν» στο κρεβάτι της, καθώς είχε φύγει αθόρυβα, όπως έζησε σε αυτόν τον κόσμο… Θυμάμαι το πρώτο που έκανα ήταν να την χαϊδέψω στο χέρι… Η μυρωδιά εκείνη θα μου μείνει αξέχαστη, σχεδόν για πάντα…

… Ο δεύτερος φόβος μου ήταν όταν αντίκρισα για πρώτη φορά τη Φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι του Ναυπλίου… Ήμουν δεν ήμουν 10 χρόνων όταν είχαμε πάει με τους δικούς μου εκδρομή εκεί… Τον γνώριζα από τους σχολικούς παροξυσμούς που στη δεκαετία του 70 να τονίσω ότι ήταν πολύ έντονοι… «να αναφωνήσουμε με ενθουσιασμό!» Ούρλιαζε ο Δάσκαλος… και το σώμα του έπεφτε σε σπασμούς... ενώ το καφέ κοστούμι του κυμάτιζε… «Ζήτω Η πατρίς!, Ζήτω το Έθνος! Ζήτω ο Γέρος του Μορέως!». Η άλλη μου αντίληψη για αυτόν ήταν από τα βιβλία του Τάκη Λάππα που μου είχε δωρίσει ο Θείος μου και ήταν εκλαϊκευμένη (για παιδιά) μυθιστορηματική εξιστόρηση του βίου των ηρώων του 21. Θυμάμαι μόλις εκείνο το καλοκαίρι είχα ρουφήξει αυτό του Γέρου… Εκεί υπήρχε μια συνοπτική περιγραφή για περιορισμό του από τους έτερους συν-ήρωες με μικρό υπαινιγμό (ήταν δεκαετία του 70 ξαναθυμίζω) για τη νομή της εξουσίας…

… Ανεβήκαμε κάπως πρωί τα σκαλιά του Παλαμηδίου με τον πατέρα μου να ασθμαίνει να φθάσει τα δυο του αγόρια, που τότε ήταν 10 και 12 ετών αντίστοιχα… Ο ολόλαμπρος ήλιος έβαφε τέλειες μαρμαρυγές πάνω στις γρανιτένιες πέτρες του κάστρου… πρώτη στάση η εκκλησία όπου κάναμε το σταυρό μας και ανάψαμε και ένα κερί στον Άγιο Ανδρέα στον οποίο ήταν ονοματισμένος ο προμαχώνας… Στη συνέχεια μια ταμπέλα οδηγούσε «ΠΡΟΣ ΦΥΛΑΚΗ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ» έτσι νέτη σκέτη χωρίς προσφώνηση… Που «στρατηγού» που «Γέρου του Μοριά» που τέτοια… ούτε καν Θεόδωρου, που σε τελευταία ανάλυση ήταν και το όνομά του… τίποτε από όλα αυτά…

… Άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια… Μια στοά, ένα πορτάκι που και εγώ ως δεκάχρονο έπρεπε να διπλωθώ για να μπω, και μετά ένας σκοτεινός λαβύρινθος για να οδηγήσει σε ένα κελί ολοσκότεινο σωστό τάφο… κακός αερισμός, υγρασία και (τότε) δεν υπήρχε λαμπτήρας… κεριά φώτιζαν το εσωτερικό ενός άθλιου κελιού…

… Έπεσα στη μαύρη κατάθλιψη… Αντί του ενθουσιασμού μου να δω τα μέρη που στάθηκε ο Γέρος, οι συν-έλληνες μου προσέφεραν έναν ωραίο τάφο για να τον θάψουν πριν την ώρα του… Οι γονείς μου, ρωτούσαν τι έχω αλλά που να τους εξηγούσα… Πήγαμε για μπάνιο στην Καραθώνα που ο ήλιος χρυσάφιζε με τις ακτίνες του, αλλά εγώ εκεί… να προσπαθώ στην άμμο να απεικονίσω το κελί… να μιμηθώ εκείνους που το έχτισαν… και είχα απορία…

… Τι σκατά λαός είναι αυτός που κλείνει σε μπουντρούμια αυτούς που έχυσαν το αίμα τους για να τον ελευθερώσουν? Μήπως δεν ήθελαν να απελευθερωθούν και τον εκδικήθηκαν? Οι Αμερικανοί μήπως παλούκωσαν τον George Washington? Και αυτοί δεν ήταν καν έθνος… Τα αθάνατο κρασί του 21 ήταν κακοφορμισμένο και βρωμούσε μέσα στο παιδικό μυαλό μου… Το κακό ήταν ότι δίδασκε και τους υπόλοιπους Έλληνες από τότε για το τι μέλλει γενέσθαι…

… Η μόνη μας ελπίδα οι δύο δικαστές που είχαν παραιτηθεί…

… Εχθές βράδυ λοιπόν ονειρεύτηκα ότι επισκεπτόμουν το μπουντρούμι του Παλαμηδίου… Από την είσοδο είχε τη μυρωδιά του υπνοδωματίου της Γιαγιάς μου τότε που την είχαμε βρει…

… Συγχωρέστε με αν σας κάθισα με βία στην καρέκλα του ψυχαναλυτή και εγώ την ξάπλωσα άνετα στο ωραίο ανάκλιντρό του…

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Οι νεραντζιές θα ανθίσουν και φέτος...

... Για δες... από όλα ετούτα τις τελευταίες ημέρες, συνάντησα το σαλόνι μας... το θυμάσαι? βέβαια λείπει ο τοίχος, αλλά ούτως ή αλλέως άχρηστος ήταν καθώς εκεί υπήρχε το παράθυρο με θέα τις νεραντζιές...

... Θυμάσαι τότε που πρωτοπήγαμε? ότι είχε ηλεκτροφωτιστεί η γειτονιά σου... είχαν χαθεί οι σκιές και τα σκοτεινά σημεία... λέγαμε τότε ότι η νύχτα έγινε μέρα... αναγκαζόμασταν πλέον να συναντιόμαστε πιο μακριά από το σπίτι σου, από φόβο των (πολλών) καλοθελητών γειτόνων... Δεν είχαμε ανάγκη από πανσέληνο, ή αστροφεγγιά για να βλέπω στο σκοτάδι το κατάλευκο χλωμό πρόσωπό σου...

... χτύπησα το κουδούνι ντάλα μεσημέρι... όλο το πρωί έπινα ούζα για να αντέξω... Δεν με περιμένατε... Στον πατέρα σου έδωσα κάτι σαν σχεδόν τελεσίγραφο, αλλά το μάτι μου γυάλιζε κι έτσι υποχώρησε ο άνθρωπος... Ύστερα μετακομίσαμε εκεί...

... Θυμάσαι τη βέράντα και τον κήπο? εκεί έκανε τα πρώτα της βήματα η κόρη μας... πόσες φορές μέτρησαν την απόσταση τα χιονόλευκά της χεράκια... και το πρόσωπό της που έκανε γκριμάτσες καθώς είχε απόσταση να διανύσει ακόμη... Γύριζα κατάκοπος από τη δουλειά... έβγαινα από το ντους και το ποντικάκι ερχόταν αμέσως στην αγκαλιά μου να κουρνιάσει... σχεδόν αμέσως αποκοιμιώταν...

...όταν έβρεχε κοιτούσες αμήχανα από το τζάμι προς το (μακρινό τότε) χωματόδρομο... με περίμενες πάντα να γυρίσω... Εγώ έβλεπα το πρόσωπό σου και όλη η κούραση ως δια μαγείας εξαφανιζόταν... Σε αγκάλιαζα σφιχτά και ένιωθα ένα σφίξιμο... Θεέ μου ας μας έρθουν τα χρόνια καλά... Είχα πάντα την αίσθηση ότι όλη αυτή η ευτυχία ήταν από κάπου κλεμμένη και σύντομα θα έρχονταν να μου την πάρουν... Μα εσύ ήσουν από την άλλη πλευρά πάντα δυνατή... μου κρατούσες σφιχτά το χέρι...

... Γυρίζω πλέον μόνος... εσύ βλέπεις έφυγες σαν κεράκι... Εγώ κοντεύω να σε φτάσω... έτσι όπως σέρνω τα βήματά μου βαριά... Ποτέ άλλωστε εκεί στις αλάνες του 50 δεν είχα καταφέρει να σε φτάσω... ούτε στο χορό που λικνιζόσουν αέρινα... Ας είναι... γράψαμε κι εμείς την εκλειπτική μας τροχιά και αθόρυβα φύγαμε από αυτό το μέρος για πάντα... Η κρεβατοκάμαρά μας ξέρεις δεν υπάρχει πια... δόθηκε κι αυτή σαν τη ζωή μας αντιπαροχή... Η κόρη μας στην Αθήνα εγκλωβισμένη μες την κατάθλιψη και το διαρκές τρέξιμο... Πόσο θα ήθελα να της προσφέρω έστω και λίγα από τη δική μας ευτυχία...

... Για σκέψου θείε... τυχαία έπεσα στο σπίτι σου... εκεί που ανυπομονούσα να έρθουμε τις Κυριακές με τους γονείς μου για να παίξω ατέλειωτες ώρες στις νεραντζιές...

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Μικροί Περιπατητές...

Πόσο με γαληνεύει η θάλασσα που με το γαλάζιο της ατλάζι καθρεπτίζει όλον ετούτον τον κόσμο και τον φιλτράρει αποδίδοντάς τον σε μένα πίσω αγνό και καθάριο.

Κι ο ήχος του φλοίσβου αποδίδει την πρέπουσα μελωδία στον καμβά που φτιάχνει ο χρωστήρας του Θεού βάφοντας στην επιφάνεια του νερού τις σκιές των βράχων, το φως που τρεμοπαίζει και τον αντικατοπτρισμό Του.

Πόσο θέλεις να συγχωρήσεις τον κόσμο όταν τον αγναντεύεις μέσα από το φίλτρο ενός κρυστάλλινου ακρογιαλιού. Κι όλοι αυτοί οι μικροί περιπατητές, ξυπόλυτοι στην άμμο, καθώς απομακρύνονται, λιγνεύουν οι σιλουέτες τους και γίνονται όμορφοι…

Κι ύστερα, όταν εναλλάσσονται οι εικόνες, η Θάλασσα παίρνει το βλοσυρό βλέμμα της καθρεπτίζοντας το ψαρό του ουρανού που τον βαραίνουν τα σύννεφα… Μελίρρυτος ο φλοίσβος τότε δυναμώνει τη φωνή του μήπως και τον ακούσουν οι άνθρωποι που βολοδέρνουν ασθμαίνοντες μέσα στα οχήματά τους στην παραλιακή λεωφόρο… κωφεύουν ακούσια και έτσι χάνουν όλο αυτό το νόημα που υπό άλλες συνθήκες θα τους απάλυνε κάθε πόνο και θα γαλήνευε την ψυχή τους… Η βροχή με συνοδεύει και ως δια μαγείας διόλου δεν βρέχομαι, γιατί βαδίζω αργά σταθερά με μόνο σκοπό να ρουφήξω όλες αυτές τις εικόνες κι όχι να πάω σε κάποιον προορισμό…

Στο βάθος η νέα πόλη που στήνουν οι κωφοί άνθρωποι, επιτίθεται με βία στην παραλία και σε όλη αυτήν την αρμονία… Θαρρείς οι εκούσια κωφοί και τυφλοί να θέλουν να κρύψουν αυτήν την αεικίνητη μελωδία και από εμάς τους υπόλοιπους που προσπαθούμε να δούμε και να ακούσουμε και έτσι μαρσάρουν δυνατά και βωμολοχούν με τα κλάξον. Από την άλλη η φύση απομακρύνει σιωπηλά την ομορφιά και τη γαλήνη της, λιγνεύοντας σαν κύκνος τα βήματά της και αποσύρεται αθόρυβα…

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Οι ζωές των άλλων…

… Συχνά ονειρεύομαι ότι είμαι ένας άλλος… Όχι κάτι άσχετο από αυτό που θα μπορούσα να γίνω, αλλά αυτό που πιστεύω ότι είχα τις δυνατότητες, και ξεστρατίζοντας σταδιακά το εγκατέλειψα κάποτε στην έρημο… Όλα αυτά τα δικά μου μπορεί, ενδεχομένως να ελλιμενίζονται σε ένα παράλληλο σύμπαν το οποίο μερικές φορές με επισκέπτεται …

… «Αν είχα φύγει για την Αμερική, τότε που ήμουν 25 ετών και με είχαν δεχθεί τώρα θα ήμουν τουλάχιστον κάτι σαν τον Κ. ο οποίος ήταν υποδεέστερος από εμένα»… Καμιά φορά τα όνειρά αυτά χάνουν το μέτρο και φουσκώνω σαν διάνος καθώς φαντάζομαι ότι έχω γίνει πολύ σπουδαίος και ο κόσμος με επευφημεί… σύγκαιρα κινούμαι από τη θέση μου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσγειωθώ στο δικό μου τώρα που όπως και να το κάνουμε είναι πιο ρεαλιστικό…

… «Αν είχα παντρευτεί την Μ, τώρα θα είχα παιδί 8 ετών και ένα ωραίο διαζύγιο»… «Αν είχα παντρευτεί την Π, τώρα θα είχα μόνο το διαζύγιο έχοντας υποστεί ένα ωραίο κέρατο» (Αυτό το τελευταίο κρίνοντας από τον τωρινό της σύζυγο και τον τωρινό της γκόμενο που και οι δύο υπήρξαν απατημένοι από one night stands)…

… Τότε έρχεται το υπερπροστατευτικό εγώ μου να δικαιώσει το δικό μου παρόν… «Α δεν είναι έτσι τα πράγματα… έπρεπε να μείνω ένεκα μπλα, μπλα κοκ»… Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι στο τέλος μετά από μια δίκη όπου ενάγων και κατηγορούμενος είμαι εγώ, αντιπαρατίθενται επιχειρήματα και στο τέλος αθωώνομαι πανηγυρικά λόγω αμφιβολιών…

… Τίποτε δεν διδάσκομαι από πράγματα που δεν τόλμησα τότε που έπρεπε…
να γκρεμίσω δηλαδή ότι με κόπο είχα μέχρι τότε φτιάσει και να προστρέξω για ένα άλλο απραγματοποίητο όνειρό μου… Κι αν αποτύγχανα? Θα βρισκόμουν στο μηδέν… πόσες όμως φορές η ίδια η ζωή, ενώ όλα μου παν άριστα δεν με έχει «μηδενίσει»…

… Ας είναι… γνωρίζω πλέον πως δεν είμαι soldier of fortune… κρατώ ερμητικά κλεισμένο όλο αυτό το συρφετό από «μακέτες» σε κάποιο παράλληλο συμπαντικό πεδίο στο νου μου… Όταν κερδίζω του βγάζω τη γλώσσα μου κοροϊδευτικά… όταν χάνω πάλι αναπολώ ψεύτικα στιγμιότυπα από αυτό και ονειρεύομαι γλυκά…

… Γυρίζω και κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέπτη… σκάω ένα συνωμοτικό χαμόγελο… Σίγουρα δεν είμαι αυτός που ονειρευόμουν στα εφηβικά μου χρόνια… αλλά… «δεν είμαι κακός… καλός είμαι ο μπαγάσας…» Υπογραφή: Απελπισμένος εγωιστής