Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

...σμιλεύοντας το χρόνο...

Τα λόγια σου τα έκλεισα σε ένα ερμάριο από άρκευθο... γουστόζικο με σκαλίσματα πάνω που έκανε φίλος τεχνίτης. Στα δυό πλευρά του έφκιασε δύο παγώνια με πλουμιστά φτερά... στην όπισθεν πλευρά κλαδιά της άμπελου με φύλα και καρπό. Το καπάκι του από κατράνι με ένα φιλντισένιο χερούλι... στα μέρη του δυό διαφορετικές παραστάσεις. Στο ένα ένα θρονί με καθισμένο πάνω του ένας γραφέας που γράφει σε πάπυρο με κοντυλοφόρο, ισχνή φιγούρα, σχεδόν αόρατη. Στο άλλο τμήμα μια γυναικεία φιγούρα που κρατάει ένα παιδί μικρό σε σκηνή όμοια με την Παρθένο.

Εκεί πάνω στο καπάκι βρίσκεται και η χάλκινη κλειδαρια, που η πατίνα του χρόνου της έχει δώσει ένα σκούρο πρασινωπό ύφος. Θυμάμαι ότι μόλις παρέλαβα το ντουλάπι αυτό σχεδόν αμέσως το κλειδί του χάθηκε... θαρρείς κι αυτός ήταν εξ αρχής ο προορισμός του.

Τοποθέτησα εκεί εξ αρχής τα γράμματά σου... με τον καιρό πλήθυναν και μαζί με αυτά και η πολυχρωμία τους, καθώς οι φάκελλοι από τις διαφορετικές χώρες που μου στέλνεις συχνά πυκνά έχουν άλλα χρώματα, οικόσημα και σφραγίδες. Μεγάλα, μικρά γραμματόσημα, ταινίες σφραγίδες επάνω τους με φοβερούς γρύππες να μου προκαλούν δέος για τα γραφόμενά σου πριν ανοίξω την επιστολή. Το πρώτο πράγμα που έκανα πάντοτε μόλις άνοιγα τον φάκελο, ήταν να μυρίσω τον αέρα μέσα του. Τις περισσότερες φορές είχε ψήγματα από το άρωμά σου, από τους χώρους που βρισκόσουν μα και από τη φρεσκάδα σου. Μετά τα λόγια σου όπως πάντα, χείμαρρος από εικόνες ήχους και όνειρα. Και στο τέλος η ίδια ερώτηση. Πότε θα έρθεις? Θα έρθεις αυτή τη φορά? Είμαι βέβαιος πως ούτε σε μία δική μου επιστολή δεν συμπεριέλαβα απάντηση σε αυτές τις δύο ερωτήσεις. Πάντοτε τις άφησα επίτηδες αναπάντητες με μια δόση πόνου, φόβου και για σένα μυστηρίου. Όταν έπαψες να ελπίζεις ότι θα ερχόμουν, άλλαζε χωρίς να το καταλαβαίνεις ξαφνικά ο γραφικός σου χαρακτήρας στις δύο αυτές ερωτήσεις. Από έντονος και κοφτός, γινόταν κάπως ισχνός και τρεμάμενος.

Συνεχίσαμε ωστόσο να αλληλογραφούμε. Για μένα ήσουν η μόνη απόδειξη της ζωής μου στην φορτική και πιεστική ελληνική επαρχία. Μια μέρα έλαβα μια επιστολή στα Γαλλικά. Στη σφραγίδα του ταχυδρομείου, ένας σιδερόφρακτος ερμής με προειδοποιούσε για κακό οιωνό. Ήταν από τη σπιτονοικοκυρά σου. Με ειδοποιούσε για την αποδημία σου. Είχε βρει τα γράμματά μου και θεώρησε εμένα τον πλέον οικείο σου. Μου έγραφε ότι θα παρέδιδε όλα τα προσωπικά σου πράγματα σε μένα μαζί με τις επιστολές μου.

Της απάντησα ότι επιθυμία μου ήταν να καταστρέψει τις επιστολές μου και τα προσωπικά σου πράγματα να τα δώσει στο στρατό Σωτηρίας αν δεν ήθελε να κρατήσει κάτι αξίας η ίδια προσωπικά. Αργότερα το μετάνιωσα πικρά...

Νιώθοντας τύψεις έκανα το ταξίδι που ποτέ δεν αξιώθηκα όταν έπρεπε... Πήγα σπίτι σου. Χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε μια γραία. Ήταν η σπιτονοικοκυρά σου. Μπήκα στο δικό της διαμέρισμα, καθώς στο δικό σου ήταν νοικιασμένο. Είδα από τα παράθυρά του τον συννεφιασμένο ουρανό που κοίταζες... Τον υγρό δρόμο κάτω... μου φάνηκε πως είδα ακόμη ίχνη από τα βήματά σου. Η κυρία μου έδωσε ένα δέμα με όλα σου τα πράγματα στα οποία κυρίαρχη μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει μαζί σε μια εκδρομή στη Σαλαμίνα μια πρωτομαγιά του 71 όταν είχες έρθει στην Ελλάδα. Όλες οι επιστολές μου. Κάποια ευτελή κοσμήματα και το ρολόι σου. Τα έβαλα όλα σε ένα χαρτόκουτο και πήραν κι αυτά τη θέση τους στο Ερμάριο με τις επιστολές... Κοιτάζω προσεκτικά μια φωτογραφία σου. Έγχρωμη ξεθωριασμένη μα γεμάτη από τη νιότη σου. Αμβούργο 1973.

Στην Ένη και τον Jacques που από προχθές βρίσκονται μάλλον μαζί ξανά...