Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Οθνείος...








τούτες τις μέρες χρωστούσα μιαν επίσκεψη... τη λογάριαζα από πολύ παλιά, πριν φύγω για έξω...

στο σπίτι του φονιά... Πήρα τη μεγάλη απόφαση την εβδομάδα της διακαινησίμου, ίσως ένας διττός συμβολισμός, αφού μάλλον ήμουν φίλος του θύματος, ενώ τον υπαίτιο τον γνώριζα ελάχιστα και εξ όψεως μόνο... Ας είναι, την οικογένειά του όμως τη γνώριζα καλά... Κι έτσι αποφάσισα να κάνω μιαν επίσκεψη στους οικείους του, καθώς αυτός εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης.

Αφρόντιστη, ίσως για να μην μπαίνει στο μάτι των περαστικών, η μονοκατοικία με τους άλλοτε ωραιότερους κήπους έδινε την εντύπωση εγκαταλειμένου χέρσου σπιτιού ξενητεμένων...

Δρασκέλισα την εξώθυρα με τους πέτρινους θυρρεούς της οικογένειας... με περίμεναν με κάποια ανακούφιση οι γονείς, γερασμένοι πρόωρα... Το δώρο μου συμβολικό, μα άφθαρτο... πέρασα στο καθιστικό που είχε αρκετό καιρό να δεχτεί επισκέπτες...


Στα παράθυρα υπήρχαν κουρτίνες βαριές να δίνουν την εντύπωση σκοταδιού, ενώ τα παντζούρια έτριξαν καθώς τα άνοιξαν διστακτικά, σημάδι πως δεν άνοιγαν τακτικά...

Ήρθε ο αδελφός του φονιά... έτσι τον προσφωνούσαν στη μικρή πολιτεία... Κάποτε εξωστρεφής κοινωνικός και όμορφος νέος, έδινε το σημερινό του παρουσιαστικό την εντύπωση πως αυτός είχε μεγαλώσει στους κόλπους κάποιας ευαγγελικής αδελφότητας με αυστηρά συντηρητικούς κανόνες στη συμπεριφορά και την εμφάνιση...

Έτσι σκόρπια έφερα στη συζήτηση γεγονότα που είχαν συμβεί προ του μοιραίου, ίσως για να υπάρχει καποιο θέμα, ενώ στις απορίες μου για κοινούς γνωστούς έδειξαν να μην γνωρίζουν σπουδαία νέα...

Φυσικά στην ερώτησή μου για τον πρωτότοκο υιό τους, απάντηση δεν πήρα... ένα νεύμα μόνο... με μια πικρή επίγευση στα χείλη τους που εκπέφρασαν την ευχή "ας τον έχει ο Θεός κατά την κρίση του...".

Χαμόγελο δεν πήρα ως ανταπόδωση κάποιου τυπικού δικού μου, από μέρους τους... μόνο πετρωμένα πρόσωπα... Βουβή ατμόσφαιρα σαν να πενθούσαν για χρόνια κάποιον και να μην μπορούσαν εύκολα να το ξεπεράσουν...

έφυγα χαζεύοντας το άσβεστο καντήλι στο εικονοστάσιο, το μόνο στην οικία που ήταν εμφανώς φροντισμένο και περιποιημένο...

Δεν περπάτησα πολύ... οι ανθισμένες πασχαλιές και οι φουντωμένες γαζίες έκρυβαν το σπίτι καθώς έριξα ένα τελευταίο βλέμμα. Πήγα στην πέτρινη εκκλησία όπου το σήμαντρο υπενθύμιζε την επαύριο της ζωοδόχου πηγής... Ότι με είχαν παρακαλέσει από το σπίτι προηγουμένως να ανάψω την λαμπάδα του, όπερ και έπραξα, με την έκπληξη καθώς δίπλα μου είχε ανάψει ο υπέργηρος πατέρας του θύματος μιαν άλλη λαμπάδα... Δεν ξέρω αν οι ευχές των δυό γονιών συναντιόντουσαν κάπου... ξέρω ότι το φως έκαιγε ίδια και είχε το ίδιο τρεμόπαισμα...