Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ανακλάσεις φωτός...

Ήταν όμορφη... μέσα στη δροσερή νιότη των 20 χρόνων της...
για όλες τις γυναίκες έρχεται μια περίοδος της ζωής τους που λάμπουν σαν αναλαμπές μακρινών φάρων... σειρήνες που καλούν άξιους ταξιδευτές... περαστικές, αιθέριες, λιγνές σιλουέτες, που βάφουν τον καμβά της ζωής μας...

Στην πραγματικότητα δεν έβλεπα παρά μόνο τον αντικατοπτρισμό της από έναν παλιακό καθρέπτη, στο σαλόνι του σπιτιού της, καθώς αυτή έριχνε ένα φευγαλαίο βλέμμα πριν φύγει για τη δουλειά, ενώ εγώ αραγμένος στον καναπέ, άφηνα το μυαλό μου να μην σκέπτεται τίποτε, ούτε να κάνει μελλοντικά απραγματοποίητα σχέδια επί χάρτου... μόνο να αφεθώ να απολαύσω τη ραστώνη...
Η πόρτα του σπιτιού έκλεισε με τον χαρακτηριστικό θόρυβο... Ησυχία... σηκώθηκα με χαρούμενες σκέψεις προκειμένου να φύγω σε ένα καλοκαίρι πριν πολλά χρόνια που τότε μόλις άρχιζε...

Δεν είχα κλειδί... Έκλεισα την πόρτα με θόρυβο, που έσβησε σιγά, σιγά από το βόμβο της πόλης στην κυκλοφορία μιας Αθήνας που μόλις τότε ξυπνούσε... Τον ίδιο θόρυβο έκανε πάντα η πόρτα αυτή... Τον άκουσα για τελευταία φορά, όταν την ξαναέκλεισα μετά από αρκετά χρόνια, χωρίς να ξέρω τότε ότι ήταν η τελευταία φορά που εξερχόμουν από αυτό το σπίτι... ο καιρός συνεπήρε με το διάβα του τις μικρές μας κλειστές καθημερινότητες, που με ασέβεια αποκαλούμε καριέρες, παίρνοντας κι εμάς μαζί του στα μικρά-μεγάλα ταξίδια μας...

Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα... οι δεκαετίες έγιναν ξεθωριασμένες εικόνες... αφαιρετικές αναμνήσεις... κάπου εξωραϊσμένες από το ΕΓΩ μας, κάπου σκοτεινά ανήλια δωμάτια, από εκείνα που αν και δεν θέλουμε να θυμόμαστε, για άγνωστο λόγο, ο ασυνείδητος νους μας κρατά ακέραια...

Μια δουλειά με έφερε από την γειτονιά αυτή που μόλις πάρκαρα, συνειδητοποίησα πως είχα να περάσω από εκεί, πάνω από 15 χρόνια... Εκ περιεργείας, ή ίσως έτσι πρόκλησης, λόξεψα τον δρόμο μου ώστε να περάσω έξω από εκείνο το σπίτι... Δεν είχαν αλλάξει πολλά, αν και μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε να κατοικηθεί χρόνια... Σαν να είχε μείνει εκεί ακίνητο, παγωμένο στο χρόνο, περιμένοντας από εμένα κάτι που δεν θα μπορούσα να προσδιορίσω...

Την αμέσως επόμενη βρέθηκα για δουλειά στην Κιφησιά... Τελείως άσχετη γειτονιά, και πολύ μακρινή από εκείνη της πρώτης αντανάκλασης... Στεκόμουν έξω από έναν αδιάφορο εμπορικό δήθεν πεζόδρομο και ακριβώς απέναντί μου μια κυρία, καθόλα μαντάμ, μιλούσε στο κινητό, πολυάσχολη και ίσως και μιαν υποψία επιθετική, δίδοντας αυστηρά επαγγελματικές εντολές... Έκανε μια κίνηση για να βγάλει τσιγάρο και η κινησιολογία, πρόδωσε την ταυτότητά της... Η αντανάκλασή της σε έναν εξωτερικό καθρέπτη εμπορικού καταστήματος, απλά ήρθε να με επιβεβαιώσει... Ήταν ακόμη όμορφη, και ίσως η ηλικία να της είχε προσθέσει και μιαν γοητεία και έναν αέρα...

Την άφησα εκεί με τον αντικατοπτρισμό της, χαμένη μέσα σε μια πολυάσχολη μανιέρα, καθώς ρουφούσε νευρικά το τσιγάρο... Έτσι κι αλλιώς δεν είχα και πολλή μεγάλη επιθυμία για ερωτήσεις των διαφορετικών παρόντων μας, που ίσως και να υπέκρυπταν κάποια ανάγκη δικαίωσης του ΕΓΩ και των επιλογών μας...

όμως αυτοί οι δυό αντικατοπτρισμοί που απείχαν πάνω, κάτω 20 χρόνια, μου άφησαν μιαν επίγευση ευχαρίστησης... χάρηκα πραγματικά... κι αυτό μετρούσε πάνω από όλα...