Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Ασανσέρ για δολοφόνους...





Πριν τρία Σαββατοκύριακα, εργαζόμουν σε ένα κτήριο που τυγχάνει ερήμωσης... εισέρχεται ταχύτατα σε μια πρόωρη γήρανση και decadence μαζί με όλον τον έμψυχο και άψυχο κόσμο γύρω του. Ήταν κάπως "αρπαχτή" και δουλειά ρουτίνας, αλλά σε ένα περιβάλλον που δημιουργούσε παράξενα συναισθήματα, καθώς πρόσφατα έσφυζε από ζωή και εργαζόμενους που έκαναν όνειρα για το μέλλον τους.

Παρασκευή, τέλος εργασιών και το προσωπικό συντήρησης-ανανέωσης (η ύστατη ελπίδα των ιδιοκτητών του μεγάρου για να πατσίσουν χασούρες) , με αφορμές την είχε κοπανήσει για τα καλά. Συνεπικουρούσε σε αυτό και η αφραγκιά όλων μας, και το γεγονός ότι ήταν απλήρωτοι για μήνες. Απομακρύνθηκα σε μια γωνία του ισογείου  που εβδομάδες τώρα δεν πλησίαζε ψυχή. Γύρω και έξω από το Μέγαρο τα πάντα ήταν σε μια διαρκή και ολοένα αυξανόμενη εγκατάλειψη...

Πήρα ένα από τα ασανσέρ του κτηρίου που είχαμε φροντίσει να λειτουργούν στοιχειωδώς και ανέβηκα στον τρίτο... Εκεί μετά από κάποιες τελευταίες πινελιές το μόνο που μου έμενε ήταν να ρίξω μια ματιά και στον 6ο και μετά θα έφευγα κι εγώ για πολύ καιρό, καθώς το ακίνητο θα μείνει έρημο για μήνες, ίσως για όλο το χειμώνα. Ζέστη, η Αττική, απέπνεε έναν αποπνικτικό αέρα και είχα ιδρώσει... Έκανα την φευγαλαία και απερίσκεπτη σκέψη να ανέβω με το ασανσέρ. Το πήρα, πάτησα τον 6ο και ανέβηκε κανονικά. Λίγο πριν σταθεροποιηθεί στον 6ο, άρχισε να κατεβαίνει βίαια. Όχι επικίνδυνα, αλλά αρκετά γρήγορα για να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά...

Περίμενα στωϊκά να ακινητοποιηθεί, η καμπίνα, όμως χωρίς άλλο αυτή συνέχισε την κάθοδο και έφτασε κάτω από το 2ο υπόγειο. Εκεί αντί να σταθεροποιηθεί σε κάποιο λεβητοστάσιο ή έξω από μια πόρτα, αυτό μπήκε σε ένα τσιμεντένιο φρεάτιο στα έγκατα της γής. Συνέχισε την κάθοδό του, δίνοντάς μου την εντύπωση πως κατέβηκα τουλάχιστον 2 μέτρα κάτω από το έδαφος του 2ου υπογείου μέσα σε μπετόν... "Ωραία" σκέφτηκα. Μα το χειρότερο με περίμενε, καθώς έσβησε και το φως... Δείγμα πως έχασα κάθε ελπίδα...

Μια κραυγή μου έφυγε, γιατί δεν περίμενα έτσι αναπάντεχα και άδοξα το τέλος μου... Ένα τελείως έρημο κτήριο φάντασμα, χωρίς ψυχή, κλειδωμένο ερμητικά από το φόβο μη γίνει άντρο λαθρομεταναστών και λαθραίων γενικώς με το προσωπικό τελείως απόν... Η κραυγή μου έφυγε την ώρα που συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πάνω μου το κινητό... μόνο έναν μικρό φακό... τον άναψα, ψαχούλεψα το καντράν, τίποτε. Ο Θαλαμίσκος νεκρός. Σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς σε εκείνη την πτέρυγα, δεν περνούσε ψυχή, κανείς δεν θα περνούσε από εκεί κοντά, ίσως και για μήνες... Τότε ούρλιαξα όσο δυνατά μπορούσα... ήμουν βέβαιος για το τέλος... άδοξο... "Θα βρουν το άψυχο κορμί μου μετά απο μήνες ίσως και χρόνια" σκέφτηκα... Το χειρότερο όλων, είχα φθάσει μέσω πολυσχιδών συνεργασιών σε εκείνον το χώρο, κι έτσι κανένας από τους στενούς οικείους μου ή φίλους δεν γνώριζε την επαγγελματική μου σχέση με εκείνο το οικόπεδο...


Στις δεύτερες πιο ψύχραιμες σκέψεις έψαξα την καμπίνα, για κάποια καταπακτή διαφυγής, για κάποια ατέλεια στις λαμαρίνες... τίποτε... Μασίφ, κακή ιδιοκατασκευή, όπως και η όλη κατασκευή του κτηρίου δλδ... Ξάπλωσα κάτω και έκανα ησυχία... κατά περιόδους αφουγκραζόμουν μήπως ακούσω κάποιον ήχο... απόλυτη ησυχία... μόνο η ανάσα μου... ύστερα από λίγο ήμουν σίγουρος πως άκουγα και την καρδιά μου να χτυπάει ρυθμικά γρήγορα... σχεδόν με ξεκούφαινε...

Δεν μπόρεσα να υπολογίσω το διάστημα που έμεινα εκεί... Μου φάνηκε τουλάχιστον μια ημέρα, ολόκληρη, ενώ το ρολόϊ μου έδειχνε πως είχαν περάσει μόλις 8 ώρες... Έξαφνα, άκουσα ήχους δυνατούς και ρυθμικά χτυπήματα πάνω πολύ ψηλά... έβγαλα κραυγή. Τίποτε... Στη συνέχεια αφουγκραζόμουν και μόλις τα χτυπήματα ησύχαζαν, ούρλιαζα με όλη μου τη δύναμη... σε βαθμό που θα λιποθυμούσα... Μετά από ώρες κάποιοι επάνω κατάλαβαν ότι έκραζα απεγνωσμένα για βοήθεια και άκουσα μια δυνατή φωνή:
"Που είσαι?"
"Κάτω στο ασανσέρ! απάντησα! μέσα σε φρεάτιο. Είναι τυφλό, δεν έχει πόρτα!"
"Μην κουνηθείς, χαλάρωσε! μου είπε η φωνή..."

Σκέφτηκα ότι όλο αυτό ήταν της φαντασίας μου, ότι δεν ήταν πραγματικότητα, ότι είχα πλάσει ένα τέτοιο σενάριο για να βοηθήσω τον εαυτό μου... Μου φάνηκε ότι είχαν περάσει ώρες, αλλά σύγκαιρα, ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε στην οροφή της καμπίνας. Κάποιος πήδηξε μέχρι εκεί... Χτύπησε δυνατά με αιχμηρό βαρύ εργαλείο και διέλυσε την οροφή της καμπίνας... Μου έκανε αίσθηση η όσφρηση του οξυγονωμένου αέρα...

Ένα δυνατό μελαμψό χέρι με τράβηξε έξω και μετά ένας άλλος μας βοήθησε να ανεβούμε... Ήταν κάμποσοι λαθρομετανάστες και δύο συμπατριώτες μας, που είχαν μπεί λαθραία να ξεψειρίσουν το κτήριο από σιδερικά που έτσι κι αλλιώς θα πετάγονταν... Τους κοίταζα και νόμιζα ότι έβλεπα τον ίδιο τον μυστικό δείπνο... Τους πήρα όλους, μια ομάδα 8 ατόμων και καθώς ήταν πλέον βράδυ, δειπνήσαμε σε κοντινό εστιατόριο του Κεραμεικού... Ήμουν άφωνος και πολύ στενοχωρημένος...


"Τι έχεις?" Με ρώτησε ο συμπατριώτης μου Ρομά Έλληνας...

"Να του λέω, τούτες τις μέρες της κρίσης, έκανα ηλίθιες σκέψεις για όλους εσάς, που κλέβετε, που κάνετε διαρρήξεις, ήθελα να σας εξοντώσουν, ήθελα να σας επιβάλλουν στειρώσεις, ήθελα την εξόντωση όλων εσάς", έδειξα τους λαθρομετανάστες, "βέβαια σκέψεις ήταν μόνο, να εξηγούμαστε! τους είπα". "Κι εσείς με σώσατε, μου δώσατε το δικαίωμα να ζήσω, ακριβώς επειδή υπάρχετε και κάνετε αυτή τη δουλειά...".
Αυτοί γελούσαν... Εγώ είχα έναν πονοκέφαλο που μου τρυπούσε τα μηνίγκια... Τα μάτια μου είχαν πεταχτεί...

Τους άφησα ότι χρήματα είχα, αντάλλαξα τηλέφωνα με τους συμπατριώτες μας και έφυγα, άφωνος... ακόμη και σήμερα έτσι είμαι... χωρίς φωνή πλέον...

Η ιστορία είναι αληθινή και τη βίωσε άμεσος συνεργάτης μου... ήμουν από τους ελάχιστους που γνώριζε την επαγγελματική του σχέση με το ακίνητο εκεί και φυσικά ελάχιστα γνωρίζω τους δικούς του... Μου έκανε εντύπωση ο έντονος συμβολισμός του επεισοδίου με την πραγματικότητα που βιώνουμε... θα βρεθούν άραγε και για εμάς "λαθραίοι" να μας βοηθήσουν?