Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Φερέοικη...


 

 Δύσκολο να μιλήσεις για δικούς σου ανθρώπους... για ανθρώπους που τους γνώρισες σε κράτησαν στην αγκαλιά τους, ένιωθες παιδί τόσο προστατευμένο μέσα τους... ας είναι... σήμερα θα μιλήσω για την πραγματική Έφη σταχυολογώντας στιγμιότυπα της ζωής της... που δεν ξέρω πόσο σημάδεψαν την ίδια... εμένα σίγουρα... 





 

Παντρέυτηκε στα 18 της χρόνια εκεί γύρω 1916... Ήταν η μεγαλύτερη κόρη μιας αγροτικής οικογένειας σε ένα χωριό δίπλα ακριβώς στην αρχαία Πριήνη της Μικράς Ασίας... Στο χωριό μιλούσαν κυρίως Τουρκικά, ενώ τα Ελληνικά ήταν μόνο για να συνεννοούνται οι άνδρες με τις δουλειές τους με το μεγάλο λιμάνι τη Σμύρνη... Η Έφη όμως είχε μια τύχη ανέλπιστη... Ο σύζυγός της ήταν έμπορος Σαμιωτικής καταγωγής... έτσι θα μάθαινε τα ελληνικά φαρσί, όχι μόνο σκόρπιες λέξεις... Ήταν θεόρατος σε ύψος για την εποχή· αυτό της το είχαν κρύψει. Ήταν αταίριαστοι δίπλα δίπλα στην εκκλησία, αλλά τι να γίνει? Για τις ανάγκες της φωτογραφίας ο άνδρας της, Εμμανουήλ με το όνομα κάθισε σε καρέκλα και αν και καθιστός η Έφη πάλι ερχόταν ίσα με αυτόν στο μπόϊ... Αδύνατη, νευρώδης όμορφη... αυτή ήταν η Έφη... Η φωτογραφία αυτή του γάμου, είναι η μοναδική απεικόνιση του Σμυρνιού προπάπου μου του Μανώλη... 

Στα 1922 τα πράγματα φαίνονταν δύσκολα... Ο Μανώλης είχε συγκενείς στη Σμύρνη και κάποιους ξεχασμένους στη Σάμο... Σκέφτηκε ότι εκεί ίσως θα ήταν καλύτερα να παν, "η Σμύρνη παρείχε αναμφισβήτητα μιαν ασφάλεια"... 'Πως τα μιλούσε έτσι τα Ρωμαίϊκα?' σκεφτόταν η Έφη... Ένα μεσημέρι φρόντιζε στην κούνια του τον μοναδικό τους γιό... Ο Μανώλης πήγε στο κοντινό κτήμα να ασφαλίσει τα άλογα και τα ζώα. Είχεν ακουστεί ότι τριγυρίζουν μάγκες από Τσέτες και δεν καταλαβαίνουν τίποτε... Αφού τ' ασφάλισε γύρισε σπίτι... Η Έφη βγήκε με χαρά στο παραπόρτι και κοιτούσε με αγάπη τον Μανώλη... Αυτός σοβαρός και απόμακρος της έγνεψε να κρυφτεί... Από ένστικτο, η Έφη φάσκιωσε το μωρό και έφυγε από την πίσω πόρτα για της Μητέρας της που ήταν προς τη μεριά ενός κεφαλοχωρίου των Σωκίων... εκεί υπήρχε Τουρκικός Στρατός, όσο να είναι μιαν ασφάλεια θα είχαν... Το βλέμμα της αντίκρυσε για τελευταία φορά το Μανώλη... Τον έσφαξαν μόλις 10 μέτρα μακριά της... Μετά του έκοψαν το κεφάλι και το πέταξαν στο κοτέτσι... χύμηξαν οι κότες και τσιμπολογούσαν αχόρταγα στη μεριά του λαιμού...


Η Έφη τότε συνειδητοποίησε ότι το τέλος της πλησίαζε... πήρε τη Μητέρα της, και τις τρεις αδελφές της και έφυγαν... Η μικρότερη είχε παντρευτεί πρώτη και είχε ήδη 13χρονο γιό... Μα ήταν η προστατευόμενη της Έφης, κι έτσι η Έφη έδωσε στην Αργυρούλα, τη μικρότερη, το μωρό της, ενώ κράτησε στα χέρια της και προχωρούσαν μέσα στο σκοτάδι το γιό της Αργυρούλας το Χριστάκη... Έφτασαν μετά από πολύ δρόμο αξημέρωτα σε μιαν απόμερη παραλία στους θαλάσσιους πρόποδες του ντιλέκ νταγί, του όρους Μυκάλη δηλαδή, απέναντι από τη Σάμο. Είχαν συμφωνήσει με έναν βαρκάρη εντόπιο-το είχε εδώ και βδομάδες κανονίσει ο Μανώλης- να τους πάρει, κι εκείνος κράτησε το λόγο του. Η Έφη ζήτησε από την Αργυρούλα το μωρό της. Εκείνη είπε πως το πέταξε σε μια παραλία 5 χιλιόμετρα πιο πριν γιατί της ήταν λέει βάρος... η Έφη έμπασε στη βάρκα τη μητέρα της και τις αδερφές της με το Χρηστάκη και έδωσε σημείο συνάντησης απέναντι στη Σάμο... τους είπε να την περιμένουν τρία μερόνυχτα... αν δε γυρνούσε ας τους είχε ο θεός καλά... 





Έφυγε καταματωμένη, φουρκισμένη με άγριο βλέμμα... Δεν θυμάται πόσες ώρες περπατούσε, μόλις όμως έφτασε στην παραλία, είχε αρχίσει να φωτίζει... Έβγαλε κραυγή απαγοήτευσης... Σε όλη την ακτή, όπου υπήρχε αμουδιά, ήταν γεμάτη εγκαταλελειμένα βρέφη... παιδιά που έκλαιγαν γοερά - τα κλάματα της τρυπούσαν τ' αυτιά... Για καλή της τύχη είχε φασκιώσει το μωρό της με μια χρυσαφιά πορτοκαλί κουβέρτα... Ήταν μόνο δυό τρία φασκιωμένα με τέτοιο χρώμα... Στην τρίτη επιλογή έπεσε διάνα... μόλις άρπαξε το δικό της σε κάθε βήμα της γραπώνονταν βρέφη και μικρά παιδιά από τα ματωμένα της λεπτά πόδια και ούρλιαζαν δυνατά... έκλεισε τ' αυτιά της και τα κλαμμένα μάτια της κι έφυγε... στο δρόμο του γυρισμού είδε από μακριά ότι την παραλία την είχαν καταλάβει σώματα Τσέτών... γύρισε έτσι προς τα πίσω προς μια κωμόπολη που ήταν προς το βουνό... κατάλαβε από κουβέντες των Τσετών, ότι εκεί υπήρχε Τουρκικό σώμα... στα πρώτα σπίτια την πρόλαβαν οι Τσέτες... ήταν κοκκινοκέφαλοι άγριοι... Ένας κατέβηκε από το άλογο και της άρπαξε το μωρό... θα την βίαζαν πρώτα και είχε προετοιμαστεί γι' αυτό... "κρατήστε το μωρό, θα γίνει λεβέντης!" τους έλεγε με φωνή λεία να μην τους εκνευρίσει... εκείνοι σάστισαν που μιλούσε τόσο καλά Τούρκικα. Τότε ακούστηκε ένας πυροβολισμός... ένας καβαλάρης Τούρκος Λοχαγός πυροβολούσε στον αέρα και ερχόταν αλλόφρονας προς το μέρος τους... Εκείνοι όπλισαν με άγριο βλέμμα, αλλά ύστερα κατάλαβαν τι τους περίμενε, έτσι και τον πείραζαν... Τους σταμάτησε και τράβηξε με τον υποκόπανο του όπλου μια γερή στο κεφάλι του κοκκινοκέφαλου που είχε αρπάξει την Έφη. Ήταν για καλή της απρόσμενη τύχη ένας γείτονάς της από το χωριό της που τον είχαν στρατολογήσει... Οι Τσέτες παρέμεναν αλλόφρονες και οπλισμένοι αλλά ύστερα από λίγο, εμφανίστηκε το σώμα του Τουρκικού λόχου... Σημάδευαν τους Τσέτες... Εκείνοι έφτυσαν, καβάλησαν τα άλογα που ήταν κυρίως κλεμμένα και έφυγαν... "Έίσαι καλά κουζού μ?" της είπε γλυκά ο Λοχαγός! Έγνεψε στους άλλους: "αυτή είναι αδερφή μου!" 



Τη φιλοξένισε για λίγο σε ένα επιταγμένο ρωμαίϊκο σπίτι... Της έδωσε ένα ποτήρι νερό..."Δεν μπορώ να σε κρύψω Έφη!" της είπε σοβαρά... "Δεν μπορώ να σε προστατέψω... τα βρωμόσκυλα θα με καρφώσουν"... "Το βράδυ θα σε πάω στην παραλία... έχω έναν δικό μας φίλο εκεί συγγενή μου. έχει βάρκα... θα σε περάσει απέναντι στη Σάμο... μόνο να μην μας κάτσει καμία στραβή!"... Μονολογούσε λυπημένα ο Γιούνες... η Έφη του χάϊδεψε τα μαλλιά του... "Μην βάλεις το κεφάλι σου στον ντορβά για μένα... άσε με θα πάω στην παραλία μόνη μου με τον μικρό... Μόνο πες στο βαρκάρη να μας περιμένει..."...
Ο Γιούνες χαμογέλασε πικρά: "αν σας βρουν θα σας μακελέψουν... Θα έρθω μαζί σου... μόνο να νυχτώσει!"






Η Έφη κρυμμένη όλη τη μέρα κάτω από ένα κρεβάτι, προσπαθούσε να μην ακούει τα ουρλιαχτά από ανθρώπους που σφάζονταν... άκουγε συνέχεια φωνές, ουρλιαχτά, κλάμματα μωρών... Μόλις ο ήλιος έγειρε κατέβηκαν σε μια παραλία που ήταν τότε χωριουδάκι νοτίως του Κουσάντασι... εκεί ο οπλισμένος Γιούνες φώναξε το βαρκάρη.... αγκαλιάστηκαν με κλάμματα... Η Έφη τον τράβηξε παράμερα... "Στο σπίτι μας κάτω από τη σκάλα έχω κρύψει έναν τέντζερη γεμάτο λίρες... κι έναν άλλον με χρυσαφικά..." "πάρε τις λίρες δικές σου από τώρα και τα χρυσαφικά δικά σου αν δεν γυρίσω σε τρία χρόνια!"... Ο Γιούνες έκλαιγε σαν μωρό παιδί... "Δεν θ'αγγίξω τίποτε, θά 'ρθεις να τα βρούμε μαζί!" της είπε... η βάρκα σήκωσε πανάκι και άρχισε να λικνίζεται στο φουσκωμένο κατάμαυρο πέλαγο... Η Έφη έριξε μια τελευταία ματιά προς την Πατρίδα της... κάτι φώτα αχνόφεγγαν σαν καντηλέρια ψηλά στο όρος Μυκάλη... σταυροκοπήθηκε... σαν από ένστικτο ήξερε ότι δεν θα ξανάβλεπε ποτέ αυτά τα μέρη... τα μέρη της...  




Στη Σάμο, ανταμώθηκαν με τους δικούς της με κλάμματα... Οι αδελφές της κρέμονταν όλη τους τη ζωή από την Έφη... το ίδιο και η υπέργηρη μητέρα της... Οι συγγενείς του άντρα της, προέβαλαν αντιρρήσεις... Ας είναι, η Έφη το ήξερε... Όμως θα τους φιλοξενούσαν για λίγο καιρό μέχρι να δουν πως θα παν τα πραγματα... Ή Έφη στρώθηκε να βοηθάει με τις αδελφές της στη δουλειά τους ανθρώπους εκεί... Βοηθούσαν όλοι εκτός από την προστατευόμενη Αργυρούλα... Αυτή δεν έκανε τίποτε... Σαν χαμένη τριγυρνούσε αδιάφορα στο λιμάνι... Ήταν από τις πιο όμορφες γυναίκες όλης της περιοχής... "Σαν πίνακας της αναγέννησης", έλεγε στα κατοπινά χρόνια ο παπούς μου... Μια φορά μόνο κατέβηκαν στην παραλία να την βρουν... Ο τόπος ήταν γεμάτος τυρρανισμένες ψυχές με άδεια βλέμματα... Η Έφη δεν ξανακατέβηκε... Ένα απόγευμα της έφεραν το χαμπέρι... Η Αργυρούλα κλέφτηκε με έναν λοχία ελλαδίτη και μπάρκαραν για τη Θεσσαλονίκη... "Τι ελλαδίτης αφού είναι από τη Σαλονίκη?" ρώτησε αυτή αμήχανα..."Α εκεί είναι η μονάδα του" της είπαν.  


Η Αλήθεια είναι ότι την Αργυρούλα την αγαπούσε η Έφη... Έτσι νευρική και άγρια, ένα απόγευμα μάζεψε τα μπαγάζια τους, και μπάρκαραν με άλλους πρόσφυγες για τη Θεσσαλονίκη... Θα τους έβαζαν σε σπίτια... Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να είναι βάρος στους συγγενείς του άντρα της... Στη Θεσσαλονίκη έμειναν τρία χρόνια... Εκεί πάντρεψε η Έφη τη δεύτερη αδελφή της, τη "σκιά" της όπως την έλεγε... Μα η Αργυρούλα ήταν στην παλιά Ελλάδα με το Λοχία... Έτσι η Έφη έφυγε για την παλιά Ελλάδα με τη Μητέρα της και την άλλη της αδελφή... στους μήνες που τους πήρε να φθάσουν γιατί δούλευαν σε χτήματα για τα ναύλα, στη θήβα πάντρεψε την αδελφή της με έναν Αρβανίτη, που την είδε λέει και την ερωτεύτηκε... Η Αλήθεια είναι ότι της Έφης οι Ελλαδίτισσες της φαίνονταν πολύ πίσω, σαν τις Τουρκάλες ένα πράγμα... δεν ντύνονταν, δεν μιλούσαν δεν κάπνιζαν, και το κυριότερο, δεν κοιτούσαν τους άντρες στα μάτια... Το χειρότερο, μόλις έκαναν παιδιά παραιτούνταν... καμία κοκεταρία τίποτε... εκείνες πέρα στον τόπο τους στη Μικρασία δεν ήταν έτσι... Η Έφη αποχαιρέτησε και αυτήν της την αδελφή και συνέχισε για να βρει και να προστατέυει την Αργυρούλα... Σε όλο αυτό το διάστημα, από τη Σάμο κιόλας η Αργυρούλα είχε εγκαταλείψει το Χρηστάκι στην Έφη... Η αλήθεια είναι ότι τον εγκατέλειψε από τότε που γεννήθηκε, κι ο Χρηστάκης μεγάλωσε με την Έφη... Μέχρι το θάνατό του, μετά από πολλά χρόνια την Έφη φώναζε "μαμά", ενώ την Αργυρούλα την περιφρονούσε σαν ξένη... 







Σαν πήγαν στην πόλη που έμενε η Αργυρώ σπιτωμένη από τον αγαπητικό, η Έφη βρήκε ένα δωμάτιο στα προσφυγικά με την Μητέρα της και τα δυό παιδιά της, το Χρηστάκη και τον Σταυρή... Οι άλλοι πρόσφυγες εκεί στον συνοικισμό εκείνο ήταν από τη βόρεια Μικρά Ασία, "ξενομερίτες, άγριοι άνθρωποι"... "Παναγία μου, βόηθα με τούτους όλους εδώ!" μονολογούσε η Έφη... Ο αγαπητικός της Αργυρούλας την πέταξε στο δρόμο, μα η Έφη της βρήκε σπίτι κανονικό, γιατί εκεί που έμεναν το κράτος έδωσε κάποια πρόχειρα καταλύμματα. Η Έφη έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει τα παιδιά της, τη Μητέρα της και την αδελφή της που ήταν ακαμάτρα... Έπιασε δουλειά στο λιμάνι, και το βράδυ λαντζέρισα σε ταβέρνα... 

Εκεί στη δουλειά, γνώρισε το Γιώργη... Την αγάπησε, ήταν πολύ όμορφη... λεπτή αραχνοϋφαντη, μα νευρώδης... Ο Γιώργης την άφησε έγκυο... Οι δικοί του είπαν να τον σκοτώσουν καλύτερα "παρά να τον αφήσουν να παντρευτεί την Τουρκάλα". Ο Γιώργης υπάκουσε... ένα πρωί έφυγε και δεν ξαναγύρισε... Η οικογένειά του είχε την ατυχία να μένει κοντά στης Αργυρούλας. Ο Γιώργης συχνά συναντούσε την Έφη στο υπόλοιπο της ζωής του που παντρεύτηκε κι έκανε παιδιά με μια ντόπια... Όποτε την έβλεπε, έτρεμε, χανόταν η γη από τα πόδια του... Μα η Έφη τον περιφρονούσε πλέον... δεν άξιζε...

Γέννησε ένα ακόμη αγόρι... τώρα μεγάλωνε τρία αγόρια... και τη Μητέρα της... και την Αργυρούλα... χρειαζόταν ένα καλύτερο μεροκάματο... παρακάλεσε τον αρχιεργάτη στο λιμάνι να την βάλει φορτοεκφορτώτρια, χαμάλισσα δηλαδή... -"Δεν γίνονται αυτά τα πραμματα!"· είπε αυτός.
"Γυναίκα σαν και σένα, σαν τα κρύα τα νερά με τους καραγωγείς!"

-"Και τα παιδιά μου καπετάν Κωνσταντή?" "Τυρρανισμένοι άνθρωποι είμαστε!" "Τα παιδιά μου? "
Αυτός της είπε "Φεύγα το θεό σου!". Η Έφη τον έβρισε στα τούρκικα, αλλά εκεί δίπλα ήταν ένας καπετάνιος Πολίτης και γέλασε... έπιασε ψιλή κουβέντα με την Έφη... Αγκαλιάστηκαν, τη φίλεψε και την επόμενη, οι χαμαληδες του λιμανιού, έβλεπαν για πρώτη φορά μιαν αδύνατη λιανή μα γεμάτη νεύρο νέα και όμορφη γυναίκα να ζαλώνεται τα σακιά και να τα φορτώνει στα καράβια... "Τι κοιτάτε? τη δουλειά σας!" τους φώναξε ο καπετάν Κωνσταντής. Κι έτσι η Έφη έκανε το πρωΐ τη φορτοεκφορτώτρια, τα απογεύματα στα σύκα και τις σταφίδες και τα βράδυα στην ταβέρνα... εκτός από λαντζέρισα ήταν και μαγείρισσα, γιατί μαγείρευε άριστα... 



Ένα πρωΐ στο λιμάνι, η Έφη πήγαινε με ένα βαρύ σακί, πίσω από έναν συνάδελφό της, θεόρατο στο μπόϊ, το Μιχάλη... ακούστηκε το τρίξιμο του μακαρά από πάνω τους... Μια σαμπανιά, γεμάτη μπουκάλες ούζο κρεμόταν φορτωμένη μετέωρη από πάνω τους... Ένας Ιταλός λοστρόμος έβριζε σαν τρελός. Όλα έγιναν ξαφνικά, ο μακαράς έσπασε, η σαμπανιά έπεσε ακαριαία φορτωμένη πάνω τους. Ο Μιχάλης την ύστατη στιγμή, παράτησε το φορτίο του, και άρπαξε την Έφη να την προστατέψει... Την αγαπούσε την Έφη... Η σαμπανιά τους καταπλάκωσε με το βάρος της... Όλοι γύρω ήταν σίγουροι πως θα τους έβγαζαν με τα κουταλάκια... όλο το λιμάνι έτρεξε με αγωνία, την αγαπούσαν την Έφη... Σήκωσαν το βάρος και ο Μιχάλης, ήταν νεκρός... την Έφη όμως είχε καταφέρει να τη σώσει... νόμιζαν ότι θα τη βρουν λιώμα, εκείνη όμως σηκώθηκε με αγωνία και έκλαιγε για το Μιχάλη... Το λιμάνι έκλαιγε από χαρά και συγκίνηση για την Έφη... Τα πλούσια μαλλιά της τα έδενε με φουρκέτες και αυτές μπήκαν στ' αυτιά της κουφαίνοντάς την για πάντα... Η Έφη δεν θα ξαναάκουγε τίποτε από τον πολύβουο τούτο κόσμο... Μα ποιός νοιάζονταν? Αυτή ζούσε... Αλίμονο στο Μιχάλη... "Να μην ξεχάσω να πάω με τα πόδια στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία πάνω στο βουνό, για την ψυχή του Μιχάλη... να αναπαύσει ο θεός την ψυχή του"... 

Ποιά είναι αυτή η γυναίκα? Ρώτησε ένα πρωΐ ένα εντόπιος εφοπλιστής που ήταν στο λιμάνι για δουλειές... "Το και τό" του είπαν εκεί οι αρχιεργάτες... Την πλησίασε... "Άμα είσαι από τα μέρη της Σμύρνης θα μαγειρεύεις και καλά!" της είπε γελώντας... "Δεν βαριέστε" του αποκρίθηκε αυτή ευγενικά... Αυτός εξετίμησε ότι τον κοιτούσε στα μάτια, ατρόμητη και ζήτησε να του μαγειρέψει στο σπίτι τους. Ήταν μια βίλα, υποστατικό κανονικό... Της έστειλε άμαξα με άλογο... Η Έφη είχε να μετακινηθεί με αμάξι κοντά 10 χρόνια από τότε που ήταν στην Πατρίδα της... Της ψώνισε ο Αμαξάς, του μαγείρεψε... Ο εφοπλιστής τρελάθηκε... Δεν έμενε εκεί μόνιμα, μα οποτεδήποτε εγκαθίστατο εκεί ή φιλοξενούσε ξένους, ή είχε τραπέζι επίσημο, η Έφη ήταν η αρχιμαγείρισσα του σπιτιού με καλό μισθό... Και είχε και βοηθούς! Αυτό την έσωσε και δεν πέθανε αυτή ή οι δικοί της στην Κατοχή από την πείνα... επίσης έσωσε από εκτέλεση κάποια από τα ατίθασσα παιδιά της τότε στην Κατοχή και στον εμφύλιο που ακολούθησε...

"Γιατί βρε Έφη δεν ξαναπαντρεύεσαι? Τόσα καλά παιδιά υπάρχουν εδώ που θα σε έπαιρναν αύριο κιόλας!" της έλεγαν χαριτολογώντας τόσο οι συνάδελφοι στη δουλειά, όσο και ο εφοπλιστής με την οικογένειά του... "Αν βρω κανέναν που να είναι άντρας και να μην είναι στα φουστάνια της μάνας του, ευχαρίστως τον παίρνω!" τους απαντούσε με νόημα η Έφη... και γελούσαν όλοι... Δεν ξαναπαντρέυτηκε... Στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, τα βάσανα, δεν θα εξέλειπαν ποτέ από τη ζωή της... την περίμεναν πολλές δύσκολες μέρες... σκληρές, γεμάτες πόνο και αγωνία... και όταν σοβάρευε την κουβέντα με κάποιους πατριώτες της, γυρνούσε στα Τούρκικα, όπου εκεί ποιός έβλεπε το θεό και δεν τον φοβόταν... 

Είχα την τύχη στη δεκαετία του 70 να με κρατάει μικρόν αρκετά συχνά, γιατί οι γονείς μου δούλευαν πολλές ώρες... και να δοκιμάσω τις θεϊκές της γεύσεις με αξεπέραστη τη μοναδική γαλατόπιτά της... Έκτοτε ποτέ δεν έχω ξαναφάει τέτοια πουθενά... Κανένας από τους κατιόντες της δεν κατάφερε στο παραμικρό την αξεπέραστη μαγειρική της... Ας είναι... Τους χειμώνες ζεσταινόταν με ένα μικρό μαγκαλάκι, από το οποίο έχω ποικίλες μνήμες, όλες καλές... Μιαν ανοιξιάτικη ηλιόλουστη ημέρα αισθάνθηκε αδιαθεσία
και την πήγαν στο νοσοκομείο... αυτή έκανε καλαμπούρια με τους γιατρούς... μετά τους ζήτησε ευγενικά να αναπαυτεί λιγάκι, γιατί ήταν απομεσήμερο... έφυγε εκεί στα 1981 στον ύπνο της γαλήνια... Μέχρι το θάνατό της, ως Πατρίδα της, θεωρούσε το χωριό της εκεί πίσω...

Την μνημόνευσα εδώ γιατί της το χρωστούσα απο καιρό... και ευχαριστώ που είχα την τύχη να την γνωρίσω... αυτό το ατρόμητο βλέμμα της... ίσως ακόμη και σήμερα να στέλνει μηνύματα με τη στάση ζωής της, καθώς κατά καιρούς τη φέρνω στη μνήμη μου... Όλο και πιο σπάνια πλέον, αλλά πάντα με την ίδια αίσθηση...


"Ό,τι είναι δικό μου, το κουβαλάω μαζί μου"
Βίας ο Πριηνεύς...