Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Τα καπέλα της Rouen...



 
... ήταν μετά από μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου... μερικές φορές οι όποιες επιτυχίες μας έρχονται με ένα τίμημα, που σε μένα ήταν τότε να το πληρώσω μένοντας μόνος μου, από επιλογή μου... Όχι ότι οι επιτυχίες συνεχίστηκαν, αντίθετα απανωτές αποτυχίες ήταν η συνέχεια του σήριαλ, σε ποικίλα επίπεδα... σχεδόν ένιωθα ότι έπρεπε να αποτυγχάνω σε όλα για να είναι σε όλους τους γύρω μου τα πράγματα ήρεμα... όποτε πετύχαινα κάτι γύρω μου οι άλλοι καταστρέφονταν, στο βαθμό που αυτό μου είχε δώσει μια παράξενη ψυχολογία αλλά και μιαν αδιόρατη ενοχή, για κάτι που ίσως να έφταιγα εγώ και να συνέβαινε σε κάποιο παράλληλο σύμπαν...

Η Ελλάδα τότε ήταν ήρεμη... όχι απροβλημάτιστη, αλλά σε σχέση με το τωρινό παρόν της θα την αποκαλούσα "ευλογημένο τόπο". Το ίδιο και η Αθήνα... Στη δουλειά, τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά αντιμετωπίσιμα. Ο κόσμος γύρω μου άλλαζε, οι παρέες σκόρπιζαν κυνηγώντας ατομικά όνειρα, ελπίδες, χίμαιρες, ότι είχε βάλει ο καθένας στο νου του... 

Βγήκα με μια παρέα που με τράβηξε σε ένα πάρτυ. Το σπίτι που γινόταν το γεγονός ήταν τεράστιο, πολύ μεγάλο για να αποτελεί μια απλή κατοικία, με πολλά extravagant παραφερνάλια, σημειολογικά ίσως μιας εποχής άλλης περασμένης σήμερα... Η προσέλευση ήταν τόσο αθρόα που έκανε το πάρτυ να μοιάζει περισσότερο με φιλανθρωπικο γκαλά, ενδεικτικό ίσως των επιτυχημένων και εκτεταμένων δημοσίων σχέσεων του ιδιοκτήτη... Ελάχιστοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και υπήρχε μια διάχυτη τάση για εκτόνωση... Ήταν και βράδυ Παρασκευής, και για πολλούς από εμάς, άλλου ενός υποσχόμενου πλην απέλπιδου για τα νιάτα μας σαββατοκύριακου... 


Χάθηκα μέσα στο πλήθος κι αντάλλαξα διάφορες χαιρετούρες και ρηχές συζητήσεις, κρατώντας αμήχανα τα διαδοχικά ποτήρια της βότκας με έναν τρόπο που πρόδιδε ότι βαριόμουν αφάνταστα... Την προσοχή μου τράβηξε μιαν ασυνήθιστη παρέα, κάπως πιο αλλόκοτη και ελευθεριακή από το υπόλοιπο πλήθος, που  μπροστά τους φαινόταν ακίνητο, παγωμένο με το ποτό στο χέρι, υποκρινόμενο ίσως μια πόζα με καλό προφίλ... Ήταν μια παρέα Γάλλων, αγόρια και κορίτσια τελειόφοιτων που ήταν στην Αθήνα για εκπαιδευτική εκδρομή. Το είχαν ρίξει στα ποτά, τα οποία έπιναν ασταμάτητα... Μετά από τις πρώτες συζητήσεις που εξασκούσα και τις ξένες γλώσσες, βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε δύο κορίτσια συνεσταλμένα κάπως, τα οποία εμφανίστηκαν ως δια μαγείας ξαφνικά μπροστά μου... ήταν κάπως συνεσταλμένα, πλην πανέμορφα... Καθώς φαινόμουν λιγάκι ντροπαλός η συζήτηση μάλλον πρέπει να ξεκίνησε περί ανέμων και υδάτων ώστε μετά από δυό τρεις ατάκες η μία εκ των δύο η πιο θαρραλέα ίσως να την έκανε αλά γαλλικά... Η άλλη κοπέλα με άκουγε σιωπηλή κι όταν επιτέλους άρχισα κι εγώ ν' ακούω τον εαυτό μου, της ζήτησα συγνώμη και ρώτησα αν θα μπορούσα να ξεκινήσω τη συζήτηση από την αρχή... Χαμογέλασε δέχτηκε ευγενικά κάνοντας μου τη χάρη και καθήσαμε κάτω σε ένα χαμηλό καναπέ όπου απελευθερωμένη πλέον, η συζήτηση ξέφυγε από αυτά που συζητάει κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις... 





Τα κοινά μας ενδιαφέροντα, ορίζοντες και προβληματισμοί καθώς και τα προσωπικά μας συνεπήραν, πράγματα που εγώ σε συζητήσεις δύσκολα θα φορτωνόμουν σε άλλους... Τώρα ξαφνικά εκεί ένιωθα την ασφάλεια ότι θα μπορούσα να τα εξωτερικεύσω χωρίς πρόβλημα... Και δεν ήταν ότι ήταν μιαν άγνωστη και δεν κινδύνευα να εκδηλώσω το ότι ήμουν ευάλωττος... ήταν η ίδια που μου το ενέμπνεε καθώς από μέσα της έβγαινε κάτι το στέρεο και οικείο...  Μου το πέταξε στα μούτρα και αυτή. "Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί κάθομαι και σου αραδιάζω όλα αυτά!". Χαμογέλασα και η Στεφανί, γιατί έτσι την έλεγαν, μου έπιασε το χέρι... Καθήσαμε ώρες εκεί, ώσπου η παρέα της αλλά και η δική μου που στο μεταξύ είχαν συγχρωτιστεί ζητούσαν αλλαγή, να φεύγαμε από εκεί. Ξέραμε ένα καλό μπαρ, οπότε εγκαταλείψαμε το πάρτυ ασμένως...

Η φίλη της μου παραπονέθηκε για έναν μαλάκα που της έκλεψε το καπέλο της... δεν τον έβρισκε πουθενά και από την περιγραφή κατάλαβα πως επρόκειτο πράγματι για έναν τέτοιον... Της είπα να μην ανησυχεί καθώς από μέσα μου σκέφτηκα ότι "ένας μαλάκας έκλεψε ένα καπέλο, ενώ ένας άλλος θα μπορούσε να δώσει ένα άλλο, έτσι πάνε αυτά τα πράγματα". Λογικά θα ζητούσα από τη Στέφανι να με συνοδεύσει με τη μηχανή, όμως εκείνη την ώρα και οι δύο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να συνοδεύσουμε άλλους που ήταν χάλια από τα ποτά. Τους έβαλα σε δυό ταξί, έδωσα τη διεύθυνση στους οδηγούς και πήρα με τη μηχανή έναν φίλο τους Γάλλο που ήταν μακράν ο πλέον πιωμένος, πλην στιβαρός. 


Πάρκαρα έξω από το σπίτι μου... Ο άλλος δίκαια αναρωτήθηκε που ήμασταν, με μια κρυφή λάμψη στα μάτια του πως ίσως και να ήμουν αρκετά κουλ ώστε να εμφανιστώ με χόρτο... Προς απαγοήτευσή του βγήκα με ένα καπέλο, μια λευκή υφασμάτινη ιταλική ρεπούμπλικα, δώρο μιας άλλης εποχής που τώρα ένιωθα ότι έπρεπε να ταξιδέψει σε μιαν άγνωστη... Φθάσαμε στο μπαρ και το δώρισα στην κοπέλα, λέγοντας της μιαν ηλίθια δικαιολογία ότι δήθεν δεν θα ήθελα να μας κακοχαρακτηρίσει και τέτοια... Στην πραγματικότητα ένιωθα όμορφα που ξεπροβόδιζα κάτι που έπρεπε να κάνει ένα ταξίδι στο άγνωστο, αντί για μένα που θα κολλούσα εκεί...

Η κοπέλα που πήρε το "δώρο μου", με αγκάλιασε, με φίλησε και ύστερα με έδειξε με νεύμα επιδοκιμασίας στην Στεφανί η οποία με κοίταζε με ένα βλέμμα που δύσκολα θα το περιέγραφα... Περάσαμε όλη την υπόλοιπη νύχτα μαζί... Χωρίς δεσμεύσεις υποσχέσεις, οτιδήποτε θα έβαζε πόνο στη συνταγή... Την πήγα στο ξενοδοχείο της ενώ ο ήλιος έλαμπε... Θα αναχωρούσε πίσω για την πατρίδα της και για την πόλη της, τη Ρουέν της Γαλλίας. Οι συμφοιτητές της την περίμεναν με αγωνία στη Ρεσεψιόν, αν θα αργούσε αν θα έχανε την πτήση... Την αποχαιρέτησα και είχαμε και οι δυό μιαν αδιόρατη γαλήνη στο βλέμμα μας... βλέποντας την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στη λαμπερή επιδερμίδα του λεπτοκαμωμένου προσώπου της, αισθάνθηκα ότι την είχα ερωτευτεί... Τηρώντας όμως ότι είχα "προσυμφωνήσει" με τον εαυτό μου έκανα μεταβολή και η μοτοσυκλέτα μου πήρε μπρος με την πρώτη, ενώ συνήθως δεν μου έκανε αυτή τη χάρη, οδηγώντας με μακριά σε μιαν Αθήνα που χάϊδευαν γεννεόδωρα οι πρωινές ηλιαχτίδες... Αν και γύρω μου υπήρχε φως, εγώ είχα ακόμη στο βλέμμα μου την προηγούμενη νύχτα... Την Στεφανί δεν την ξαναείδα ποτέ από τότε, ούτε έμαθα κάτι άλλο γι' αυτήν πέρα από το μικρό της όνομα και όσα μου εκμυστηρεύτηκε για τη ζωή της...

Δεν την ξέχασα όμως ποτέ... Μετά από πάρα πολλά χρόνια, η ζωή το έφερε και περπατούσα στα πλακόστρωτα της Ρουέν, της πόλης της... Είχα μιαν αόριστη χαρά και ικανοποίηση, γιατί μέσα μου αισθανόμουν μιαν αδιόρατη οικειότητα με αυτήν την πόλη· πως είχα κάτι δικό μου εκεί... Ξαφνικά εκεί που προσπαθούσα να αποκωδικοποιήσω τι ακριβώς θα μπορούσε να είναι δικό μου, τα μάτια μου έλαμψαν! Οι ρεπούμπλικες είχαν ξαναέρθει στη μόδα στη νεολαία εκεί, και έβλεπα δεκάδες λευκές να κυκλοφορούν σε κεφάλια νέων ανθρώπων... σχεδόν δεν πίστευα αυτό που έβλεπα, καθώς το σκηνικό επιβεβαίωνε ίσως και λίγο τη δική μου ματαιοδοξία...