Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Ένα γελαστό απόγευμα...





Ήταν δεν θα ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος του 1975... Αρχή απογεύματος και ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά... είχα ξυπνήσει νωρίτερα από ότι συνήθως από το μεσημεριανό ύπνο... 6χρόνος πιτσιρικάς τότε... βγήκα στην πίσω αυλή να περιεργαστώ τον κόσμο που τότε ξεδιπλωνόταν απλόχερος στα αθώα μάτια μου για να τον γνωρίσω... Το υπόλοιπα παιδιά ακόμη δεν είχαν μαζευτεί στον κεντρικό δρόμο που έβγαζε η πίσω αυλή... το σημείο συνάντησής μας...

Ο Γερο-Συμεών, με αργά αλλά σταθερά βήματα βάδιζε προς το καφενείο που ήταν στο τέρμα εκείνου του κεντρικού δρόμου, χωμάτινου τότε... Καταγόταν από το Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας. Ήταν μελαχροινός, βαρυκόκkαλος, στα νιάτα του θα είχε υπάρξει μυώδης και δυνατός... Έφυγε από τους τελευταίους στο διωγμό του 1922, είχε παλέψει σώμα με σώμα με Τσέτες, πρόλαβε κι έστειλε κάνα δυο παληκαρόπουλα από δαύτους στον άλλο κόσμο πριν μπει τελευταίος σε βάρκα... Γεροδεμένος και στα 30 του χρόνια και βάλε τότε... Η ζωή τά 'φερε και με το διωγμό όλη η οικογένειά του (αυτοί που είχαν απομείνει) βρήκαν καταλύματα στη Θεσσαλονίκη. Ο Γερο-Συμεών, όμως με τη γυναίκα του ήρθαν στα νότια, στην πόλη μας... Έφτιαξε ένα σπίτι με τα χέρια του δίπλα στη θάλασσα, πως θα μπορούσε άλλωστε να ζήσει μακριά της... Η γυναίκα του έφυγε πρώτη σχετικά νωρίς, όταν αυτός θα ήταν 50.. Ήταν ασθενική και ο τόπος ακόμη χέρσος τότε, δεν τα κατάφερε... Κατά καιρούς οι υπόλοιποι δικοί του τον προέτρεπαν να φύγει και να πάει κοντά τους στη Θεσσαλονίκη... Ο Γερο-Συμεών όμως σωστός πατριάρχης έμεινε εκεί δίπλα στο νέο σπίτι που είχε φτιάξει μαζί της... Να "φυλάει την αύρα και τον ίσκιο της", όπως είχε ομολογήσει χρόνια ύστερα στον παππού μου... Ετύγχανε του σεβασμού όλων στη γειτονιά, ακόμη και οι σπιούνοι τον φοβόντουσαν... Πέρασε όλη του τη ζωή εκεί στον γαληνεμένο τόπο δίπλα στη θάλασσα...

Εγώ τότε μόλις άρχιζα να γνωρίζω τον κόσμο... Εκείνος είχε περάσει προ πολλού τα 80 και τώρα κόντευε στα 90 του... Κάθε απόγευμα που ξυπνούσα τον έβλεπα, καλοντυμένον με λινό λευκό κοστούμι και ένα μπαστούνι, να βαδίζει αργά αλλά στέρεα προς ένα καφενείο... Ήταν ο μόνος που ήταν προσηνής στο παιδομάνι και μας χαμογελούσε πάντοτε, για αυτό και εμείς,  αγόρια και κορίτσια δεν τον φοβόμασταν τον πλησιάζαμε... Μας χάιδευε ενίοτε αλλά συνέχιζε πάντοτε το δρόμο του... Με το σούρουπο, πριν νυχτώσει γυρνούσε στο σπίτι του... Το πιο μακρινό, το πιο δίπλα στη θάλασσα...

Το καλοκαίρι εκείνο ήταν γλυκό, δεν είχε βάλει πολλή ζέστη και ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά... Ξυπνώντας από το μεσημεριανό ύπνο μου, στην πίσω αυλή περίμενα το παιδομάνι, και ο Γερο-Συμεών περνώντας αντάμειψε με ένα χαμόγελο τα περίεργα και εξεταστικά παιδικά μου μάτια... Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κάπως ενώ εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι εκείνο το πραγματικά γλυκό απομεσήμερο... Ο Γερο-Συμεών είχε φύγει από το καφενείο και βάδιζε με το μπαστούνι του προς το σπίτι του... Ήρθε ανάμεσα σε εμάς, το τσούρμο από παιδιά και έξαφνα, πήγε στην άκρη του δρόμου και κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου... Τα παιδιά συνέχισαν το παιχνίδι τους, αλλά κάποιοι σαν και μένα περίεργοι πήγαμε κοντά του, μας φάνηκε παράξενο που ένας μεγάλος άνθρωπος καθόταν κατάχαμα στο πεζοδρόμιο σαν μικρό παιδί...

Βαριανάσαινε, μας κοιτούσε με βλέμμα περίεργο... Ήρθε ένας μεγάλος και τον ρώτησε αν είναι καλά... Μας έγνεψε να φύγουμε και είπε ότι θα γυρίσει σύντομα... Εμείς τον αγνοήσαμε και εκεί που ήμασταν δίπλα στον γερο-Συμεών, αυτός ξάπλωσε φαρδύς πλατύς πίσω με την πλάτη... το μπαστούνι του έφυγε από τα χέρια... Κάτι γειτόνισσες έβαλαν τις φωνές, βγήκαν κάτι μεγάλοι και μας έδιωξαν μακριά, όλα τα παιδιά... Μας φώναξαν οι μανάδες μας, αλλά καθώς η δική μου έτρεξε να βοηθήσει και η αυλόπορτα ήταν ακριβώς απέναντι από το συμβάν, έμεινα αποσβολωμένος και περίεργος να κοιτάζω...

Μαζεύτηκε κόσμος, τον πήραν κάνα δυό σηκωτό και τον πήγαν στο σπίτι του... Την άλλη μέρα έσυρα τα αργά βήματά μου έξω από το σπίτι του και περιεργαζόμουν ένα περίεργο ξύλινο πράγμα που το έβλεπα για πρώτη φορά, ακουμπισμένο έξω από την πόρτα του... Ο Γερο-Συμεών ήταν ο πρώτος άνθρωπος που του συνέβη κάτι που τότε το άκουγα για πρώτη φορά... Πέθανε... Και τώρα? Στις άπειρες ερωτήσεις βάλθηκε να μου απαντάει ο Πατέρας μου, γιατί τόσο η μητέρα μου όσο και η Προγιαγιά μου η Έφη, ήταν στο καθήκον... Στην πραγματικότητα η Έφη έκανε όλα τα απαραίτητα, καθάρισε το σπίτι, τον ίδιο, έστησε την αγρύπνια, έψησε καφέδες...

Διηγιόμουν την ιστορία προχθές σε κάποιους φίλους και ένας από αυτούς μονολόγησε... "Τι ωραίος θάνατος..." Μου φάνηκε οξύμωρο, γιατί ένας θάνατος δεν μπορεί να είναι ποτέ ωραίος, όμως σε δεύτερο χρόνο σκέφτηκα ότι πράγματι είχε δίκιο... Στο βαθμό που είναι αναπόφευκτος, αναμφισβήτητα ήταν ένας ωραίος θάνατος κάποιο γελαστό απόγευμα, κάπου σε αυτόν τον κόσμο για έναν άνθρωπο πλήρη ημερών...