Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Κέρνα με απ'τον καπνό σου...



Θυμάμαι πίσω στα μαθητικά χρόνια, αρχές δεκαετίας του 80. Ούτε ένα αγόρι ή κορίτσι δεν υπήρχε που να μην κάπνιζε. Η πρώτη Λυκείου σημαδευόταν κυρίως απο το τσιγάρο στο στόμα, που σηματοδοτούσε το πέρασμα στην ωρίμανση από την εφηβική αθωότητα. Φυσικά, οι απαραίτητες πόζες για τα κορίτσια, ή το μάγκικο ύφος συνοδευόμενο από θεριακλήδικη ρουφηξιά του καπνού για τα αγόρια... Οι προσηνείς προς του μαθητές καθηγητές έκαναν πως δεν μας έβλεπαν και μερικοί ζητούσαν και φωτιά καθώς καπνίζαμε έξω από τα σχολικά κτήρια σε επιλεγμένα σημεία. Κάθε φουρνιά μαθητών είχε και την απαραίτητη μάρκα που συνήθως καθοριζόταν από την τρέχουσα κινηματογραφική ταινία που έβαζε τη μόδα. Στην δική μου εποχή ήταν το Camel, ενώ στους παλαιότερους κάπως το Marlboro.

Το κάπνισμα τότε έδινε ευκαιρία για γνωριμία μεταξύ των αγοριών και κοριτσιών καθώς μπορούσες να ζητήσεις εύκολα φωτιά δίνοντας "σήμα" ενδιαφέροντος στην κοπέλα. Φυσικά η όλη άνεση στο ύφος της χειρονομίας έκρινε και το αποτέλεσμα, ενώ σπανίως αλλά πιθανώς η ωμή άρνηση της κοπέλας να δώσει φωτιά σήμαινε και την παταγώδη αποτυχία της αποστολής... Επιτρεπόταν σχεδόν παντού, στο ΚΤΕΛ, στα αεροπλάνα, έβλεπε κανείς γονείς μέσα σε αυτοκίνητα να καπνίζουν αρειμανίως και πίσω τα τέκνα τους να δέχονται στωικά τον καπνό. Ακόμη και μέσα στον κινηματογράφο υπήρχε η ανοχή, έως ώτου πλέον δεν φαινόταν η οθόνη για αυτό άλλωστε αποτέλεσε και τον πρώτο χώρο απαγόρευσης του καπνίσματος.


Τα χρόνια πέρασαν και επήλθε και ο αθλητισμός στη μόδα. Οι νεότερες γενιές που ακολούθησαν δεν ήταν και τόσο φίλα κείμενες στο κάπνισμα... Εντούτοις, παρέμεινε σταθερά σαν συνήθεια με ή χωρίς τις απαραίτητες σημειολογίες που κουβαλούσε... Μετά επήλθε ο νεοπλουτισμός και η επίδειξη ενδημική στον έλληνα, έδωσε την ανάγκη για ακριβά γούστα όπως Dunhill ή Bensons and Hedges. Τα οποία ακολουθώντας ένα πιο επαρχιωτικό βλαχομπαρόκ έδωσαν (επί τέλους) τη θέση τους σε πανάκριβα πούρα και γέμισε ο τόπος γκροτέσκο και ταρτούφους καπνιστές του πούρου. Τα ταξιδάκια στην Κούβα τις δυό δεκαετίες της αφθονίας και σπατάλης (90s και millennium) απέδωσαν καρπούς. Γέμισε ο τόπος Cohiba, Romeo and Juliet και κούτες-δώρα... Γαμβροί, επιτυχημένοι ή έτσι νόμιζαν και άλλοι μεγαλομικρόσχημοι άδραξαν τις πουράκλες και ρουθούνιζαν με κατακόκκινα μάτια επιδεικτικά στον κόσμο γεμάτοι μεγαλείο... Το χειρότερο είδος εξ' αυτών οι περιπτερέ, που κάπνιζαν φτηνιάρικα με κάκιστο καπνό, τυρρανισμένο στη βανίλια και στο τσέρι για να γίνεται ανεκτός...

Σήμερα ευτυχώς καποιοι ξαναγυρίζουν στο ταπεινό μα αξιοπρεπές σιγαρέτο που επίσης έκανε ανακαίνιση και φόρεσε ελκυστικά χρώματα επιστρατεύοντας τους καλύτερους σταρ για να το διαφημίσουν. Μαζί με τις νέες μόδες ήρθαν φυσικά και οι απαγορεύσεις... Ούτε στα ΚΤΕΛ, ούτε στα αεροπλάνα, ούτε σε αρκετούς κλειστούς χώρους... Λίγα τελευταία "κάστρα" έμειναν στην Ευρώπη... ένα εκ των οποίων η ταπεινή μας Πατρίς...


η ανωτέρω φωτό από εδώ...
Φυσικά στην προσπάθεια να αντιγράψουμε κάθε ευκολοεφάρμοστη και ανέξοδη ευρωπαϊκή μόδα ήταν και η πολλωστή φορά απαγόρευσης του καπνίσματος σε κλειστούς δημόσιους χώρους... Και όπως ήταν φυσικό, αντί να έχουμε οξύνοια ή χιούμορ όπως έτεροι Ευρωπαίοι καπνιστές (Ιταλοί - Γάλλοι) εμείς εκεί... Αντιδράσαμε σαν κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα... Επιστρατεύσαμε μεγαλόσχημες φράσεις όπως "φασιστικό!", "αυταρχισμός!" προκειμένου να προστατέψουμε την αδιαφορία μας για τον δίπλα ή τον πτωχόν πλην τίμιο ναρκισσισμό μας, να μη χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας δλδ. Μέχρι και στο φατσοβιβλίο συνενώθησαν κάποιοι καπνιστές για να προστατέψουν το δήθεν δικαίωμά τους. Τέλος μπήκε το φιλότιμο: "ελεήστε τον φτωχό καλιέ!". Για οικονομικούς λόγους οι μαγαζάτορες παραβιάζουν τον δήθεν νόμο απαγόρευσης του καπνίσματος... Ήδη οι δημόσιες υπηρεσίες (που απαγορεύεται αυστηρώς!) συνκαθίζουν στα γραφεία τους καπνιστές προκειμένου να περιορίζεται εκεί το κάπνισμα ή όπου είναι δυνατόν, φτιάχνουν καπνιστήρια σε ημιυπαίθριους φυλαγμένους χώρους (γιατί οι ΔΥ είναι δεκτικοί στην κοπάνα).



Το στενάχωρο είναι ότι κι εδώ θα μπορούσε το όλο μέτρο να δουλέψει ευεργετικά... Είμαστε ζεστή χώρα με καλό καιρό και δεν κάνει σχεδόν ποτέ κρύο. Οι ημιυπαίθριοι είναι το φόρτε μας και οι Δήμαρχοι θα έτριβαν τα χέρια τους για επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων. Το κάπνισμα έξω από τα μπαρ ή ρεστωράν θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ωραίο έναυσμα για να αρχίσουμε σαν λαός να ξαναφλερτάρουμε μεταξύ μας. Να γευτούμε ο ένας τον καπνό του άλλου μέσα από μια καλή κοινωνική όσμωση... Δυστυχώς φανήκαμε για άλλη μια φορά πολύ λίγοι... χωρίς χιούμορ, ή καλή τουλάχιστον διάθεση...

Οι περισσότερες φωτό από εδώ:

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Δήμαρχος

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη. Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομύρια κατοίκους που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα και δεν έλπιζαν σε τίποτε. Αντίθετα αντιμετώπιζαν αλλήλους εχθρικά και με περισσή βία. Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ παράταιρη απόφαση. Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, αιτιολογώντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους.
Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους εκκεντρικούς τρόπους διδασκαλίας του. Για παράδειγμα, μια φορά που επικρατούσε χάβρα στο μάθημα, κατάφερε να επαναφέρει την τάξη βγάζοντας τα ρούχα του.Εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους για να πετυχαίνει τον εκάστοτε εκπαιδευτικό στόχο του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε. Ήταν από τους πρωτοπόρους μιας εναλλακτικής παιδαγωγικής...
Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια ιδιόρυθμη στολή, αυτοχρίστηκε 'υπερπολίτης' και ξεχύθηκε στους δρόμους βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος. Προτίμησε να τραβήξει την προσοχή του κόσμου με αυτόν τον σκαμπρώζικο τρόπο και αρκετοί τον αντιμετώπισαν ως γραφικό στην αρχή... Ωστόσο απαγοητευμένοι από τους δήμαρχους-μαφιόζους και τους επιτήδειους που είχαν μέχρι τότε, και επειδή όπως έλεγαν είχε αρκετά ειλικρινές πρόσωπο, τον ψήφισαν. Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους. Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 γελωτοποιούς και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης. Η δουλειά τους ήταν να χλευάζουν όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.. Οι πολίτες όμως, άρχισαν παραδόξως να συμμορφώνονται γιατί αποδείχτηκε πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια χλεύη, παρά τα πρόστιμα. Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους ολόγυμνος, κλείνοντας ταυτόχρονα την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό. Και η κατανάλωση νερού αμέσως έπεσε.
Όρισε Ημέρα Γυναίκας όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη. Αυτό, ήταν ανήκουστο γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε. 700.000 γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας ενώ ακόμη και o αρχηγός της αστυνομίας ήταν γυναίκα εκείνο το βράδυ. Το καλύτερο; Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up και thumbs down για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους. Πράγμα φυσικά που δεν έχασαν την ευκαιρία να το εμπεδώσουν δεόντως αλλά όλως περιέργως, ειρηνικά. Αυτή η καινούρια μορφή αλληλο-αποδοκιμασίας ήταν ότι έπρεπε τελικά. Σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τί που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα) όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή. Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζήδων που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας και είχαν την προσωπική του υποστήριξη. Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για όσους ήθελαν να δώσουν επιπλέον χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο. Φυσικά το εθελοντικό αυτό ταμαίο γέμισε με χρήματα. Προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο θανάτου από τροχαίο στην πόλη, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο γιατί το αποτέλεσμα ήταν παράξενο, αφού όλοι αυτοί οι αδικοχαμένοι συμπολίτες γίνονταν ξαφνικά οι αστέρες της πόλης.
Έκανε και διάφορα άλλα. Πχ έβαζε στις δημόσιες τουαλέτες (που στην πόλη εκείνη μια φορά κι έναν καιρό ήταν πολλές) μια έντονη μαύρη τελεία στο κέντρο, κι έτσι οι χρήστες άθελά τους σημάδευαν σωστά και ως αποτέλεσμα ήταν πιο καθαρές από κάθε άλλη φορά... Ενοείται ότι πολλαπλασίασε τις δημόσιες τουαλέτες που θεώρησε βασικό συστατικό της πόλης του. Σαν αποτέλεσμα η πόλη ξαφνικά ήταν περισσότερο καθαρή...
Όχι, δεν είναι παραμύθι. Πρόκειται για τον Κολομβιανό Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μπογκοτά το 1993. Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα. Ένα από τα συμπεράσματά του είναι πως η γνώση δίνει δύναμη αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας. Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.


Καθώς πλησιάζουν εκλογές Δημοτικές-Περιφερειακές καλό είναι οι πολίτες να έχουν υπόψη τους τo "παραμύθι της Μπογκοτά" όπως δημοσιεύτηκε στα αρχεία της εφημερίδας του Χάρβαρντ.
ΥΓ> Η ιστορία και μεγάλο μέρος του κειμένου είναι κυρίως από τον φίλο μου Παναγιώτη.

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

10 Αγάπες...

Στα 3 περίπου χρόνια της ψηφιακής παρουσίας μου έχω αρκετές φορές συμμετάσχει σε παιχνίδι που υποδηλώνει ζητήματα του χαρακτήρα ή της εκάστοτε "φάσης" που ο καθείς περνάει εκείνη τη στιγμή όταν δλδ ανταποκρίνεται σε ένα τεστ. Η καλή φίλη roadartist με κάλεσε λοιπόν να δώσω κι εγώ 10 αγάπες μου. Ιδού λοιπόν:
  • 1. Ο Έρωτας... χωρίς σχόλια...
  • 2. Η Μουσική... έχω περάσει αρκετό διάστημα χωρίς ανθρώπους, ποτέ χωρίς μουσική.
  • 3. Η Τέχνη... Σε όλες τις εκφάνσεις της. Εξωραΐζει τη ζωή μας. Ομορφαίνει τον κόσμο μας και πλαταίνει τον νου... Ανοίγει παράθυρα, προσφέρει έμπνευση και φαντασία.
  • 4. Οι γάτες/τοι. Τίμιοι και ισόνομοι ακριβοί φίλοι. Ως φιλόζωος, αγαπώ όλους τους τετράποδους φίλους, αλλά τα αιλουροειδή, έχουν μιαν ανώτερη θέση.
  • 5. Το καλό κρασί... Ετούτη την περίοδο Θαλασσίτης Σαντορίνης. Στην Γαλλία chateau de Carbonais.
  • 6. Η Γνώση... κυρίως το εκτυφλωτικό φως της. Ο Διαφωτισμός έκανε τους ευρωπαίους αυτό που είναι από μουζίκους...
  • 7. Τα Δείπνα. Με παρέες. Εκείνα που ξεκινούν και τελειώνουν όποτε... Με λιτό φαγητό, καλό κρασί απαλή μουσική, και τον καπνό της πίπας μου-τουτέστιν αυστηρά σε εξωτερικούς χώρους.
  • 8. Τα ταξίδια... μικρές ζωές μες τη ζωή μας.
  • 9. Το Σινεμά... Με ταξιδεύει... αλλά είναι στιγμές που με εξυψώνει, όπως τα "Φτερά του Έρωτα" του Βιμ Βέντερς.
  • 10. Τα βιβλία... προσφέρουν όμορφα και ήσυχα ταξίδια, με συνοδεία απαλής μουσικής...
  • +1 που έχει εκλείψει πλέον... και μου λείπει αφάνταστα, αλλά στην εποχή μας είναι πλέον αναχρονιστική. Την αλληλογραφία. Μου προσέφερε όμορφες στιγμές και πραγματική αγωνία μέχρι να φθάσω στο σπίτι μου και να διαβάσω τις επιστολές με την ησυχία μου...

καλώ (και παρακαλώ ) όποιον θέλει να συμμετάσχει στο παιχνίδι...

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

...Επίρρητος αναστοχασμός ...

Μεγάλωσε στον εμφύλιο πόλεμο… τότε που ακόμη και οι ίδιες οι οικογένειες ήταν διχασμένες και αλληλοεξοντώνονταν. Διάλεξε στρατόπεδο νωρίς, χωρίς σχεδόν να το καταλάβει και στη συνέχεια βρέθηκε σε κάποια σκληρή φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος. Εκεί απέκτησε τα περισσότερα κουσούρια του. Όπως το να μην πίνει μπύρα ή κρασί ποτέ του, αφού στη φυλακή ένεκα στέρησης του νερού που τους έκαναν για βασανιστήριο αφού τους είχαν βγάλει για ώρες στον ήλιο έπιναν τα ούρα τους. Το άλλο του κουσούρι ήταν ότι είχε την αίσθηση ότι κάποιος τον παρακολουθεί και είναι συνεχώς δίπλα του. Τον έβλεπε όταν ήταν μόνος του τόσο αληθινό που του μιλούσε για να ξεπεράσει τους φόβους του. Φυσικά η φανταστική φιγούρα σχηματοποιούταν συνήθως από κάποιον από τους βασανιστές του και ήταν «παρούσα» ακόμη και στις ιδιαίτερες συνευρέσεις του με την κοπέλα του και μετέπειτα σύζυγό του. Με τον καιρό έμαθε να τα συνηθίζει όλα τούτα. Και εις μάτην των ψυχώσεών του κατόρθωσε να κάνει οικογένεια και παιδιά και να βγει στον αγώνα για το μεροκάματο…

Εμπορικός αντιπρόσωπος. Είχε μια μοναδική ικανότητα να προσεγγίζει και να κερδίζει ακόμη και τους πιο δύστροπους ανθρώπους την οποία και αυτήν απέδιδε στα πέτρινα χρόνια του. Επίσης μια χαρακτηριστική του γλυκύτητα τον έκανε μοναδικό και ιδιαίτερα αγαπητό προσφέροντάς του αρκετούς φίλους στις πόλεις που επανειλημμένα περιδιάβηκε στα χρόνια της εργασίας του. Όλα αυτά τον έκαναν επιτυχημένο αποδίδοντάς του σημαντική οικονομική ανεξαρτησία ικανή να του προσδώσει τον αναγκαίο προσήκοντα σεβασμό στους οικείους του.

Ήταν ιδιαίτερα εμφανίσιμος και φρόντιζε να ντύνεται πάντοτε κομψά, κάτι που του παρείχε εκτός των άλλων και μιαν κάποια γοητεία στις γυναίκες. Έτσι ήταν περιζήτητος στις παρέες και καμία σύζυγος εμπόρου στις διάφορες πόλεις που περνούσε δεν δυσανασχετούσε για να βγουν μαζί του έξω. Αντίθετα φρόντιζαν να μην αφήσουν τον σύζυγό τους μόνο του με αυτόν καθώς ήταν κάτι σαν «μαγνήτης» του ωραίου φύλου. Παρόλα αυτά δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα ούτε λαβές για σχόλια σε κανέναν.

Στα ατέλειωτα μοναχικά βράδια του πάντως διάβαζε βιβλία τα οποία τον ταξίδευαν σε μακρινούς τόπους. Από τα γνωστά μυθιστορήματα που τα είχε διαβάσει σχεδόν όλα αντλούσε και τις περίτεχνες ατάκες του που επιστράτευε κατά την περίσταση. Κάποιες ήταν επιτυχημένες, άλλες προκαλούσαν αμφίθυμα συναισθήματα. Μια φορά συνέτρωγα με μια φίλη μου στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και ο Χ. ήταν τελείως τυχαία σε μια διπλανή παρέα… Σηκώθηκε ευγενικά και ήρθε να μας χαιρετίσει και καθώς εμείς φεύγαμε εκείνη την ώρα και κατόπιν των αναγκαίων συστάσεων που έκανα εγώ, αυτός είπε στη φίλη μου «Δυο άνθρωποι χωρίζουν λίγο πριν γνωριστούν», άσημη ατάκα από τον Ντοστογέφσκυ.

Τα χρόνια πέρασαν και κτύπησε το τηλέφωνό μου ξαφνικά… Ήταν η κόρη του νομίζω που με πληροφόρησε για την ξαφνική παντοτινή αποδημία του. «Έχει αφήσει κάτι για σένα μου είπε…». Μετά τα τυπικά, επισκέφθηκα το σπίτι του, όπου συνειδητοποίησα ότι είχα να πάω 20 χρόνια. Στο γνώριμό μου εσωτερικό του λίγα είχαν αλλάξει, εκτός από ότι κάθε ελεύθερο τμήμα των τοιχίων του σε όλα τα δωμάτια ήταν ράφια με βιβλία.

Η σύζυγός του κούνησε απρόθυμα το κεφάλι της δείχνοντάς μου όλα τα βιβλία, για το τι να τα έκανε… «Υπάρχουν και οι βιβλιοθήκες» ανταπάντησα «μπορείτε να τα δωρίσετε κάλλιστα»… «Σωστά» αποκρίθηκε βουβά… Μου έδωσε ένα δέμα που ήταν για μένα και έπρεπε να μου το έχει δώσει εδώ και καιρό…

Το πήρα κι έφυγα… Η εξώπορτα της πολυκατοικίας μου βρόντηξε καθώς έμπαινα βιαστικά… Άνοιξα το δέμα… Τρία βιβλία με ωραίο παλαιό δέσιμο όλα κι όλα… και μια επιστολή αναφερόμενη σε μένα…

«…Τον δρόμο που θα πάρεις στην ζωή σου δεν θα τον βρεις στις σελίδες κανενός βιβλίου…

Κανένας μαυροπίνακας δεν θα χαράξει τις γραμμές των δικών σου οριζόντων…

Ούτε περίτεχνα σχέδια δεν προγράφουν τι θα κάμεις στη ζωή σου…

Στις στάλες της βροχής… εκεί ίσως αν ψάξεις

ή στο θρόισμα των πεύκων όταν τα φυσάει ο νοτιάς…

σε φευγαλέα βλέμματα… σε φωτισμένα πρόσωπα…

Στου βυθού το λαμπύρισμα,

ή στης ξασπρισμένης πέτρας τις μυστικές χαραγές.

Στην οσμή του σιταριού μετά από τη βροχή…

Στους πορτοκαλεώνες τα ανοιξιάτικα δειλινά…

Στο παλιωμένο εικονοστάσι…

Σε έρημα ορεινά χωριά…

Στις λιτές ισχνές φιγούρες του εβένου…

Στον παλιό προσφυγικό συνοικισμό…

Στα καλά βιβλία που θα απαντήσεις στο διάβα σου…

Στους μακρινούς φάρους της γνώσης.

Στην αντιφεγγιά των άστρων…

Σε μια παιδική αγκαλιά…

Εκεί θα βρεις τα υλικά που θα στρώσουν τη δική σου στράτα…

Κι αν δεν γίνεις ο μεγάλος και τρανός που κάποτε ονειρεύτηκες… Όλα τούτα τα ακριβά διαμάντια που αλίευσες στήνουν τον δικό σου ανεκτίμητο θησαυρό… Τώρα πλέον ξέρεις πόσο πολύ ακριβός υπήρξες…

Μ’ αν τα προσπέρασες όλα αυτά με ξιπασιά, όλη η ζωή σου στράφι πήγε…»