Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Καλές Γιορτές και ετυχισμένος ο καινούριος Χρόνος
Εύχομαι σε όλους καλές εορτές, καλά Χριστούγεννα και ας είναι δημιουργικότερος ο καινούριος χρόνος...
Το Νόημα των Χριστουγέννων, είναι η αναγέννηση των ελπίδων και των προσδοκιών μας. Για αυτό και εις μάτην των αρνητικών καταστάσεων επιμένουμε να συν-εορτάζουμε... Με άλλους...
Η πρωτοχρονιά, είναι εποχή για μια σημαντική απόφαση για εμάς για το νέο έτος. Κάτι θα αλλάξουμε για μας προς το καλύτερο, άλλος/η θα κόψει το κάπνισμα, άλλος/η θα αποφασίσει να πάρει 5 κιλά γιατί είναι πιο αδύνατος/η από το κανονικό κ.ο.κ.
Ότι αποφάσεις πάρουμε, ας βάλουμε και άλλους στο παιχνίδι αυτό, δικούς μας ανθρώπους φίλους κλπ, μην τις πάρουμε μόνοι μας και ας μην είναι μόνο για την πάρτη μας... έτσι για το καλό...
χρόνια πολλά με υγεία και αειθαλλή δημιουργικότητα σε όλους
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Όταν σβήσουν τα φώτα της ράμπας…
Ποιος ξέρει τι θα μείνει
πίσω και τι σημασία θα έχει πλέον…
εξαϋλωμένα, ακατάληπτα ίσως και με έναν
ίχνος αταβισμού τα άψυχα έργα μας υλικά
ή πνευματικά εμποτισμένα σε ύλη θα
στέκουν εκεί μάρτυρες ότι υπήρξαμε
κάποτε… ίσως και κάποιες φωτογραφίες
μας να ξεμείνουν ξεχασμένες να ξεθωριάσουν
σε κάποιο συρτάρι…
Θα υπάρχει αναμφισβήτητα
η ένδειξη της σκόνης που θα προμηνύει
την αμμοθύελλα που θα σκεπάσει τα πάντα,
αλλά στριμωγμένα εκεί θα είναι όλα όσα
αφήσαμε με συναισθηματική μόνο αξία σε
πολύ δικούς μας ανθρώπους που ίσως
κάποτε μιαν ωραία πρωία αγγίξαμε στην
ψυχή με μια μικρή αχτίδα φωτός που
καταφέραμε να εκπέμψουμε στιγμιαία σαν
φάρου αναλαμπή…
Τα κείμενά μας, αμφίσημα
αλλά ορφανά από την ουσία που μεταδώσαμε
βαθιά μέσα τους… άδεια από μεδούλι,
καύκαλα έτοιμα για ένα οστεοφυλάκιο με
την ελπίδα να τα ανακαλύψει στο μακρινό
μέλλον ένας ιδιαίτερα περίεργος ερευνητής
και να συμπεριλάβει κι εμάς μέσα στις
δενδρώδεις χαώδεις ομοταξίες και
συνομοταξίες του.
Μόνο στους δικούς μας
ανθρώπους (όσους θα απομένουν πίσω) θα
υπάρχει ένα σφίξιμο, σαν μια γλυκιά
μελωδία που σίγησε ή και μια λεπτή
ανακούφιση για τις ευθύνες-ενοχές που
αποσείσαμε από πάνω τους με την εξόδειό
μας.
Δεν έχουν και σημασία
όλα αυτά άλλωστε… ο θάνατος είναι το
αντίθετο της ανάδυσης. Ο υποβιβασμός
σε άθυρμα ενός καλοσχηματισμένου
πολύπλοκου δυναμικού συστήματος που
ξεμένει από ενέργεια και ζωτικότητα…
Αποτέλεσμα της αναπόφευκτης και σταθερά
φυγόκεντρης φθοράς.
Ο κόσμος έξω εις μάτην
της εγωιστικής μας συνείδησης και
επίγνωσης θα συνεχίσει να υπάρχει, και
ο τρυγητής χρόνος θα συνεχίσει να
μεστώνει ακριβά κρασιά, καρπούς και
ευτελή μικρά γλυκίσματα συναγμένα από
ταπεινά ανθρώπινα χέρια πιασμένα σε
μιαν αέναη ιεροτελεστία που μη μπορώντας
να κάνει διαφορετικά, τελετουργικά
αναπαράγει και αναπαράγεται και ίσως
από εκεί, από τις μικρές αυτές χαραμάδες
να ξεπηδάει ο έρωτας…
Και τα λίγα ίχνη μας θα
σβηστούν για πάντα, όπως τα βήματα των
γλάρων στην αμμουδιά… Και τα έργα μας,
θα σκουριάζουν πριν φθαρούν τελείως
εξέχοντας ίσως για λίγο ακόμη μετά από
μας σαν τρόπιδες ναυαγισμένων πλοίων
στα ρηχά… Επάνω ψηλά ο αέναος κύκλος
της ζωής θα μας δικαιώνει και θα
δικαιώνεται στηριζόμενος και στον δικό
μας πλέον ταπεινό κόκκο άμμου της
ασημαντότητας των τυχερών εκείνων
νουκλεϊκών οξέων που είχαν την τύχη να
μετασχηματιστούν σε ζωή…
Γιατί αυτό ήταν το πιο
θαυμαστό από όλα… το ότι υπήρξαμε ζωή.
Μικροί θεοί μες το έρημο και άπειρο
σύμπαν. Απελευθερωμένοι τώρα τιμημένοι
από τον μικρό ιδεατό μας τύμβο θα
γινόμαστε απέραντη χασμωδία ανάμεσα
σε ζωές άλλων… Άλλοι που θα έχουν τη
νέα δυνατότητα να ακολουθήσουν και να
ζήσουν στα ίδια σοκάκια, στις ίδιες
θάλασσες και να ερωτευτούν στις ίδιες
αμμουδιές… πατώντας στα ακατάληπτα
ίσως μα αγιασμένα χνάρια μας…
Τίποτε δεν έχει σημασία…
μόνο η ζωή που πρέπει να ακολουθήσει…
Διότι, άξιον εστίν…
Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010
ένα παραμύθι άγνωστο...
ετούτες τις μέρες υπάρχουν πολλά που θα μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και να εκθέσω. άλλα στοιχειωμένα λόγια, άλλα εικόνες... αντί όλων αυτών εκθέτω ένα παραμύθι που κάποτε μου είχε αρέσει πολύ... απλοποίησα κάπως τη γλώσσα...

Ήταν κάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια, ένα μικρό βασίλειο, στα θεμέλια ενός παλιού μεσαιωνικού πύργου. Οι κάτοικοι αυτού του βασιλείου ήταν ποντικοί μικρόσωμοι αλλά πολύ δραστήριοι και συχνά πυκνά μεγάλωναν την αποικία τους, ανοίγοντας νέες γαλαρίες και στοές...
Μια ημέρα ο βασιλιάς των ποντικών, αποφάσισε πως ήταν σε ηλικία γάμου η κόρη του. Φιλόδοξος καθώς ήταν σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να δώσει την κόρη του στον πιο δυνατό πάνω στη γή. Έτσι σχημάτισε μια πολυμελή επιτροπή σοφών με πρόεδρο τον ίδιο προκειμένου να ταξιδέψουν σε όλον τον κόσμο και να βρουν τον πιο δυνατό.
Βγαίντας από τον πύργο ρώτησαν για τον πιο δυνατό, ένα περαστικό περιστέρι...
-"καλέ μας φίλε, ξέρεις εσύ που πετάς ψηλά και τα βλέπεις όλα ποιός είναι ο πλέον δυνατός σε αυτά τα μέρη?"
-"Χμ, εμείς τα περιστέρια δεν πετάμε και πολύ μακριά, αλλά σε τούτη την κοιλάδα ο δυνατότερος που ξέρω είναι αυτό το τεράστιο δέντρο, η καρυδιά που βλέπετε εκεί μακριά στο βάθος και εξέχει ψηλότερος από όλα τα δέντρα". τους απάντησε εκείνο σκεφτικό...
-"Αυτός πρέπει να είναι ο δυνατότερος στον κόσμο!" είπαν με χαρά και θαυμασμό ταυτόχρονα οι σοφοί ποντικοί. και ξεκίνησαν την πορεία τους να φθάσουν κοντά του...
Τεράστιο ήταν από κοντά. Αφού στάθηκαν στις ρίζες του κάτω και το καμάρωσαν για λίγα λεπτά, σύντομα ο βασιλιάς ποντικός μαζί με δυό έμπιστους φίλους του σκαρφάλωσαν στην κορυφή του όπου και το ρώτησαν. -"Εσύ καλό μας δέντρο πρέπει να είσαι ο πιο δυνατός στον κόσμο! Αφού είστε ότι πιο δυνατό υπάρχει στην πεδιάδα" του είπαν...
-" Είμαι δυνατός δεν λέω! Όμως πιο δυνατός και ογκώδης απο μένα είναι αυτό το βουνό που βλέπετε εκεί μακριά.". τους αποκρίθηκε το τεράστιο δέντρο. Σε αυτό να πάτε...
-"Ευχαριστούμε! Να είσαι πάντα γερό και δυνατό!" του αποκρίθηκε η επιτροπή σοφών και γρήγορα κίνησε για το νέο στόχο της.
Μετά από πορεία πολλών ημερών κατόρθωσε να φθάσει στην κορυφή του πανύψηλου βουνού.
-"Τιμή μας να γνωρίζουμε τον δυνατότερο στη γη!!! Αφού νικάτε την πανύψηλη καρυδιά που είναι ότι πιο δυνατό υπάρχει στην πεδιάδα" Είπαν με ζωηράδα στο βουνό...
-"Χο Χο Χο!". "Να είστε καλά, αλλά αυτός ο μέγας ο περίλαμπρος ήλιος είναι δυνατότερος από μένα!!!" Τους απάντησε καλόκεφα το μεγάλο βουνό με τη βροντερή βαθιά φωνή του...
-"Και πως θα βρούμε τον ήλιο να του μιλήσουμε?" Το ρώτησαν οι ποντικοί. -"Να! τις νύχτες που πηγαίνει να κοιμηθεί περνάει από εκείνη την πεδιάδα και ξαποσταίνει λίγο." τους αποκρίθηκε το βουνό. "Εκεί μπορείτε να τον βρείτε!".
Δρόμο πήραν οι ποντικοί και ύστερα από μερικές ημέρες ήταν στην πεδιάδα και περίμεναν. Σαν σουρούπωσε ο τεράστιος χρυσαφένιος ήλιος με την ολόχρυση πανοπλία του περνούσε κουρασμένος από δίπλα τους.
-"Γειά σας κύριε ήλιε!" του απάντησαν οι ποντικοί. Και συνέχισαν:
"-Εσείς πρέπει να είστε ο δυνατότερος σε αυτόν τον κόσμο! Αφού νικάτε το βουνό, που είναι δυνατότερο από την πανύψηλη καρυδιά που είναι ότι πιο δυνατό υπάρχει στην πεδιάδα"
-"Καλώς τους φίλους μου!" Είπε καλόκεφα αλλά κουρασμένος εκείνος.
"Χμ. είμαι δυνατός δεν λέω... λίγοι με ξεπερνουν... Όμως εκείνα τα σύννεφα είναι δυνατότερα απο μένα!!! Οποτεδήποτε θελήσουν με σβήνουν από τον ουρανό!". τους αποκρίθηκε στωικά ο ήλιος.
-"Και που θα βρούμε τα σύννεφα να τους μιλήσουμε? " Τον ρώτησαν οι ποντικοί.
-"Να όταν δεν βγαίνουν να καταλάβουν όλον τον ουρανό, ξεκουράζονται σε εκείνη την κορυφή του βουνού!". Τους αποκρίθηκε ο ήλιος...
"Δεν είναι μακριά απο εδώ..."
-"Σε ευχαριστούμε πολύ!". του είπαν οι ποντικοί και κίνησαν για την κορυφή που ξεκουράζονταν τα σύννεφα.
Μετά από πολύ δρόμο, η επιτροπή των σοφών με τον βασιλιά, έφθασαν στην κορυφή του βουνού που ήταν μαζεμένα τα σύννεφα και μιλούσαν μεταξύ του πολύ δυνατά!
-"Φύγε από εδώ! με εμποδίζεις!" έλεγε ένα σε ένα άλλο
-"Εσύ έχεις πιάσει όλο το χώρο!" του απαντούσε αυτό.
Οι φίλοι μας πλησίασαν τη συντροφιά και μίλησαν στα σύννεφα...
-"Γειά σας, αγαπητά μας σύννεφα! Εσείς πρέπει να είστε οι δυνατότεροι σε αυτόν τον κόσμο! Αφού νικάτε τον ήλιο που είναι δυνατότερος από το βουνό, που είναι δυνατότερο από την πανύψηλη καρυδιά που είναι ότι πιο δυνατό υπάρχει στην πεδιάδα" είπαν.
Τότε ένα τρανταχτό γέλιο ξέσπασε ανάμεσά τους. Πνιγμένο στην αρχή, μα μετά δυνατό. Το γηραιότερο από αυτά, σοβάρεψε και αποκρίθηκε στην επιτροπή:
"Είμαστε δυνατοί, δεν χωράει αμφιβολία. Κερδίζουμε και αυτόν τον ήλιο, όμως είμαστε αδύναμοι μπροστά σε αυτόν τον γερο-Βορριά!" "Αυτός όποτε θέλει μας διασκορπίζει στα πέραττα, είναι δυνατότερος απο εμάς!" Τους αποκρίθηκε.
-"Και που μπορούμε να συναντήσουμε τον γερο-Βορριά?". Ρώτησαν τα ποντίκια...
-"Μα φυσικά όταν δεν λυσσομανά, αναπαύεται σε εκείνη εκεί την τεράστια σπηλιά!" Είπε το γηραιό σύννεφο...
Τα ποντίκια ευχαρίστησαν την ομάδα για τη φιλοξενία τους και κίνησαν χωρίς καθυστέρηση για την τεράστια σπηλιά που δέσποζε στον απέναντι βράχο. Μετά από πορεία μιας ημέρας έφθασαν εκεί και μπήκαν σιγά, σιγά μέσα. Βρήκαν τον γερο-Βορριά να κάθεται και να αναπαύεται. Τον χαιρέτησαν και του είπαν:
"Χαίρετε κύριε Βορριά! Εσείς πρέπει να είστε ο δυνατότερος στον κόσμο! Αφού μπορείτε και υπερνικάτε τα σύννεφα που είναι δυνατότερα από τον ήλιο που είναι δυνατότερος από το βουνό, που είναι δυνατότερο από την πανύψηλη καρυδιά που είναι ότι πιο δυνατό υπάρχει στην πεδιάδα!" του είπαν.
Αυτός γέλασε καλόκαρδα...
"Καλώς τους φίλους μου!" Είπε, και συνέχισε:
"Μόνο να ξέρετε πως μπορεί να είμαι δυνατότερος από τα σύννεφα, με τίποτε όμως δεν μπορώ να γκρεμίσω εκείνον τον καταρραμένο τον ψηλό πύργο κάτω στην πεδιάδα... Λυσσομανώ, ξεριζώνω δέντρα, όμως φθάνω πάνω στον πύργο, στα τείχη του και στις πολεμίστρες του και με ξεσκίζει..." και τελείωσε μονολογώντας
"Α σίγουρα ο πύργος είναι δυνατότερος από μένα".
Οι φίλοι μας, δεν ρώτησαν για τον πύργο. Τον ήξεραν πολύ καλά αφού στα θεμέλιά του έσκαβαν τις γαλαρίες του βασιλείου τους. Το βασίλειό τους ήταν τόσο παλιό όσο κι ο πύργος.
"Για δες!" μονολόγισε ο βασιλιας.
"Κάτω από τη μύτη μας ήταν τόσα χρόνια ο δυνατότερος της γης κι εμείς δεν είχαμε πάρει χαμπάρει! Και ψάχναμε να τον βρούμε σε όλη την οικουμένη!". -"χμ ναι". συμφώνησαν στην απορία και οι σύμβουλοί του.
Ξεκίνησαν το μακρινό ταξίδι της επιστροφής, που διήρκεσε 5 ημέρες. Μόλις έφθασαν στον πύργο, δεν πήγαν από το συνήθη δρόμο που οδηγούσε στο δικό τους το βασίλειο, αλλά προτίμησαν να ανέβουν προς τα πάνω. Ανέβηκαν προσεκτικά τις γαλαρίες, πέρασαν από εγκαταλελειμένους θρόνους και μια και δυό, βγήκαν στον ψηλότερο πυργίσκο του.
Εκεί είπαν στον πύργο:
"Χαίρετε κύρε Πύργε μας!!! Εσείς πρέπει να είστε ο δυνατότερος στον κόσμο! Αφού μπορείτε και υπερνικάτε τον τρομερό Βορριά που διώχνει τα σύννεφα που είναι δυνατότερα από τον ήλιο που είναι δυνατότερος από το βουνό, που είναι δυνατότερο από την πανύψηλη καρυδιά που είναι ότι πιο δυνατό υπάρχει στην πεδιάδα!" του είπαν.
Εκείνος χαρούμενος μεν αλλά σκεφτικός τους αποκρίθηκε:
"Γειά σας φίλοι μου!. Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δω, γιατί το κεφάλι μου είναι στραμμένο προς την πεδιάδα, για να αγναντεύω τους εχθρούς!". "Ευχαριστώ που με θεωρείτε τον δυνατότερο στον κόσμο. Είναι πράγματι κολακευτικό για μένα". "Όμως καλοί μου φίλοι μην νομίζετε πως εγώ είμαι ο δυνατότερος..." "Μπορεί πράγματι να αψηφώ και να κερδίζω τον τρομερό Βοριά που ξεριζώνει τα δέντρα, να αψηφώ τα κανόνια και όλους τους καιρούς. Όμως με τίποτε δεν μπορώ να τα βάλω με τα ποντίκια που ζουν στα θεμέλιά μου. Εκείνα είναι δυνατότερα απο μένα. Ροκανίζουν τα θεμέλιά μου και σιγά σιγά γκρεμίζομαι..."
Τελείωσε μονολογώντας:
"Δεν ξέρω αν είμαι δυνατότερος από όλους αυτούς που λέτε, τα ποντίκια όμως στα θεμέλιά μου είναι σίγουρα δυνατότερα απο μένα".
Πως δεν υπάρχει δυνατότερος σε αυτόν τον κόσμο. Για καθέναν, υπάρχει τουλάχιστον ένας άλλος που είναι σε κάτι δυνατότερος...
Εντούτοις δεν έχασαν το κέφι τους... Το ίδιο βράδυ στο βασίλειό τους έστησαν γλέντι τρικούβερτο με τον Βασιλιά ιδιαίτερα χαρούμενο καθώς απλώς έπρεπε να διαλλέξει κάποιον ανάμεσα στους υπηκόους του για σύζυγο της κόρης του. κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Τανάλιες
Τανάλιες, γαλλικά κλειδιά, βελόνες, μικροκύμβαλα, μπρίκια και άλλα πολλά πωλούσε στον πάγκο του στη λαϊκή ο κυρ-Ανέστης. Από 12 χρόνων στο «κουρμπέτι» το μόνο μεγάλο διάλειμμα που έκανε από τη δουλειά του ήταν φυσικά τα 3 χρόνια που υπηρέτησε τη θητεία του στο Βασιλικό Ναυτικό, γυαλίζοντας, βάφοντας και κάνοντας συνεχώς και αδιάλειπτα φασίνα.
Μετά γύρισε και συνέχισε φυσικά την οικογενειακή παράδοση στο «λιανεμπόριον» δηλώνοντας «έμπορος ειδών κιγκαλερίας». Ουσιαστικά είχε έναν πάγκο με εμπόρευμα αμφιβόλου ποιότητας και προέλευσης που τον έτρεχε από λαϊκή σε λαϊκή προς αναζήτηση του επιούσιου. Γνωρίστηκε με το Μαριγώ, μιαν υπηρετριούλα που την έφεραν 8χρονο κορίτσι από κάποιο ορεινό χωριό και την έκαναν εσώκλειστη δούλα σε κάποιο αρχοντόσπιτο. Από το ξύλο που έφαγε για να κάνει πρόθυμα όλες τις καταφρονεμένες δουλειές του σπιτιού, το Μαριγώ, απέκτησε ένα μόνιμο σκυμμένο ύφος πάντοτε προς τα κάτω, αποφεύγοντας να κοιτάξει κατάματα τον οποιοδήποτε συνομιλητή. Δουλικό και συνεσταλμένο, ψώνιζε τα απαραίτητα του σπιτιού από τους πάγκους της λαϊκής βιαστικά και χωρίς χρονοτριβές και με το φόβο της τιμωρίας ένεκα ότι δήθεν αργοπόρησε. Είχε αυτοματοποιήσει τη ζωή της και σηκωνόταν από τις 05:00 τα ξημερώματα και δούλευε μέχρι τις 23:00 τη νύχτα ξεκινώντας και καταλήγοντας στην ίδια εργασία: αδειάζοντας και καθαρίζοντας τα καθίκια των αρχόντων.
Ένα μεσημέρι ψώνιζε από τη λαϊκή μαζί με την κυρά της η οποία προπορευόταν. Από το βάρος των πραγμάτων έγειρε σκόνταψε και έπεσε στο δρόμο μπροστά από τον πάγκο του Ανέστη ο οποίος 18χρονος τότε σωστός αίλουρος πετάχτηκε να την βοηθήσει να σηκωθεί, ανάμεσα στις βρισιές και προσβολές της κυράς της. Εκεί σαν μια κίνηση απελπισίας το Μαριγώ σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια σαν να ζητούσε απεγνωσμένα ένα καταφύγιο. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν και μαζί και οι καρδιές τους που δέθηκαν για πάντα έκτοτε... Ο Ανέστης για πρώτη φορά αντίκρισε τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ του και έκτοτε τα διαλαλούσε με στεντόρεια φωνή στον πάγκο του.
Μετά το στρατό και το μεγάλο πόλεμο μεσούσης της πείνας ο Ανέστης άδραξε την ευκαιρία και έκλεψε τη Μαριγώ την οποία και νυμφεύθηκε στην Αγία Ειρήνη στο Μοναστηράκι μια βροχερή Κυριακή απόγευμα λίγο πριν τον Δεκέμβρη που γκρέμισε όνειρα και ελπίδες και έφερε συμφορά στη χώρα. Τα υπόλοιπα γνωστά. Ανεργία, πείνα ψεύτικες υποσχέσεις, κατακράτησαν τον Ανέστη και τη Μαριγώ στη φτώχια, που όμως αξιώθηκαν να κάνουν 4 παιδιά τα οποία μεγάλωσαν στους δρόμους ξυπόλητα. Ο Νίκος το μικρότερο από τα τέκνα συχνά πυκνά βοηθούσε τον πατέρα του στις δουλειές της Λαϊκής. Ήταν και το αγόρι που ‘τα έπαιρνε τα γράμματα’ κι έτσι είχε την άδεια να κάθεται μέχρι αργά στο μοναδικό σπίτι-δωμάτιο κρατώντας την λάμπα αναμμένη προκειμένου να διαβάσει...
Ο Νίκος είχε τα φόντα να σπουδάσει, πράγμα αδιανόητο εκείνη την εποχή. Πολυτεχνείο και Ιατρική απαγορεύονταν δια ροπάλου ένεκα των ακριβών βιβλίων και υλικών, οπότε έδωσε και πέρασε τέταρτος στη Φυσικομαθηματική της Αθήνας. Στην αρχή δύσκολα, κατάφερε όμως να έχει μιαν επαφή με το πανεπιστήμιο, παράλληλα με τις αδιάλειπτες παρουσίες του στα περιπλανώμενα είδη κιγκαλερίας του πατρός του ανά τις συνοικίες της πρωτεύουσας.
Για όλους τους ανθρώπους έρχεται κάποτε μια μεγάλη τύχη που αν την αδράξουν μπορεί και να αλλάξουν τον ρου της ζωής των. Το πρόβλημα είναι βέβαια πως ούτε αν είναι μεγάλη τύχη γνωρίζουν ούτε και αν πρέπει να την αδράξουν...
Ένα Καλοκαίρι από τα πρώτα που η Αθήνα άρχισε να «αδειάζει» εκεί πίσω στη δεκαετία του 70, ο Νίκος πήγε για να δουλέψει στη Νάξο στο μικρό ξενοδοχείο ενός συμφοιτητή του που είχαν γίνει και φίλοι, καθώς είχε του επισκευάσει δωρεάν το μικρό φοιτητικό διαμέρισμα – καταφύγιο για διάβασμα. Λίγο πριν το πέρας της σεζόν, 1972, ο Νίκος γνωρίζει μια δεσποσύνη ορμώμενη εκ γηραιής Αλβιόνος με την οποία και συνευρέθησαν λίγες φορές. Λίγο πριν φύγει για τη χώρα της αυτή του πρότεινε να πάει μαζί της και να παντρευτούν στην Αγγλία στο Brookley του Λονδίνου.
Στον Νίκο το να συμφωνούσε σε κάτι τέτοιο φαινόταν αδιανόητο. Πέρα από τις ηθικές του αρχές, να παρατήσει τις σπουδές του και να βρεθεί στο τίποτε θα ήταν επιπλέον και μιαν ύβρις έναντι των τόσων κόπων των γονιών του να τον μεγαλώσουν και να τον σπουδάσουν. Από την άλλη κάτι μέσα του τον έσπρωχνε να δοκιμάσει κι ας ήξερε ότι κάτι τέτοιο ήταν παράτολμο, πρόωρο και πολύ επιφανειακό. Εν τούτοις το έπραξε. Σηκώθηκε και πήγε με την Αλεξία, όπως θα ονόμαζε κανείς την μελλοντική συμβία του στην ελληνική.
Χωρίς περιττές λεπτομέρειες ο Νίκος κατόρθωσε να εργαστεί και να σπουδάσει αποφοιτώντας με άριστα και στη συνέχεια, αφού εργάστηκε ως Μηχανικός σε μια μεγάλη εταιρία τηλεπικοινωνιών που συγκυριακά γιγάντωσε εκείνη την περίοδο κατόρθωσε να γίνει αρχιμηχανικός με έναν αστρονομικό μισθό για τα δεδομένα της εποχής. Τελικά κατέληξε στο Sunderland όπου κάτω από ευνοϊκές συγκυρίες απέκτησε μια μετάλη περιουσία. Μεγάλη ακίνητη περιουσία έχει και στην Ελλάδα σε ένα νησί του Αιγαίου και κάπου στην ανατολική Αττική, αλλά δεν συγκράτησα που.
Τον γνώρισα ως πρόεδρο μιας εταιρίας που προμήθευε το δημόσιο μιας ευρωπαϊκής χώρας με είδη εξειδικευμένων ιατρικών εφαρμογών. Στα πλαίσια των απαραιτήτων συναντήσεων και ένεκα ότι ήταν συμπατριώτης καθίσαμε δίπλα στην συνεστίαση. Γνωστός τσαπατσούλης εγώ, είχα μαζί μου και κάτι εργαλεία για τις απαραίτητες μικροεπισκευές στο διαμέρισμά μου, τα οποία κίνησαν την περιέργεια του προέδρου. Παρατηρώντας τον ως καλοζωισμένο τον ρώτησα απερίσκεπτα αν «ξέρει από τανάλιες».Με κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε την ιστορία του...
Παρόλη την βοήθεια και ασφάλεια από τα παιδιά του ο Κυρ-Ανέστης ποτέ δεν εγκατέλειψε τον πάγκο του και κυριολεκτικά πέθανε πάνω σε αυτόν, χρεωμένος, κουρασμένος μα αξιοπρεπής... Λίγο μετά από αυτόν μερικούς μήνες, έφυγε και το Μαριγώ...
Μετά γύρισε και συνέχισε φυσικά την οικογενειακή παράδοση στο «λιανεμπόριον» δηλώνοντας «έμπορος ειδών κιγκαλερίας». Ουσιαστικά είχε έναν πάγκο με εμπόρευμα αμφιβόλου ποιότητας και προέλευσης που τον έτρεχε από λαϊκή σε λαϊκή προς αναζήτηση του επιούσιου. Γνωρίστηκε με το Μαριγώ, μιαν υπηρετριούλα που την έφεραν 8χρονο κορίτσι από κάποιο ορεινό χωριό και την έκαναν εσώκλειστη δούλα σε κάποιο αρχοντόσπιτο. Από το ξύλο που έφαγε για να κάνει πρόθυμα όλες τις καταφρονεμένες δουλειές του σπιτιού, το Μαριγώ, απέκτησε ένα μόνιμο σκυμμένο ύφος πάντοτε προς τα κάτω, αποφεύγοντας να κοιτάξει κατάματα τον οποιοδήποτε συνομιλητή. Δουλικό και συνεσταλμένο, ψώνιζε τα απαραίτητα του σπιτιού από τους πάγκους της λαϊκής βιαστικά και χωρίς χρονοτριβές και με το φόβο της τιμωρίας ένεκα ότι δήθεν αργοπόρησε. Είχε αυτοματοποιήσει τη ζωή της και σηκωνόταν από τις 05:00 τα ξημερώματα και δούλευε μέχρι τις 23:00 τη νύχτα ξεκινώντας και καταλήγοντας στην ίδια εργασία: αδειάζοντας και καθαρίζοντας τα καθίκια των αρχόντων.
Ένα μεσημέρι ψώνιζε από τη λαϊκή μαζί με την κυρά της η οποία προπορευόταν. Από το βάρος των πραγμάτων έγειρε σκόνταψε και έπεσε στο δρόμο μπροστά από τον πάγκο του Ανέστη ο οποίος 18χρονος τότε σωστός αίλουρος πετάχτηκε να την βοηθήσει να σηκωθεί, ανάμεσα στις βρισιές και προσβολές της κυράς της. Εκεί σαν μια κίνηση απελπισίας το Μαριγώ σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια σαν να ζητούσε απεγνωσμένα ένα καταφύγιο. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν και μαζί και οι καρδιές τους που δέθηκαν για πάντα έκτοτε... Ο Ανέστης για πρώτη φορά αντίκρισε τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ του και έκτοτε τα διαλαλούσε με στεντόρεια φωνή στον πάγκο του.
Μετά το στρατό και το μεγάλο πόλεμο μεσούσης της πείνας ο Ανέστης άδραξε την ευκαιρία και έκλεψε τη Μαριγώ την οποία και νυμφεύθηκε στην Αγία Ειρήνη στο Μοναστηράκι μια βροχερή Κυριακή απόγευμα λίγο πριν τον Δεκέμβρη που γκρέμισε όνειρα και ελπίδες και έφερε συμφορά στη χώρα. Τα υπόλοιπα γνωστά. Ανεργία, πείνα ψεύτικες υποσχέσεις, κατακράτησαν τον Ανέστη και τη Μαριγώ στη φτώχια, που όμως αξιώθηκαν να κάνουν 4 παιδιά τα οποία μεγάλωσαν στους δρόμους ξυπόλητα. Ο Νίκος το μικρότερο από τα τέκνα συχνά πυκνά βοηθούσε τον πατέρα του στις δουλειές της Λαϊκής. Ήταν και το αγόρι που ‘τα έπαιρνε τα γράμματα’ κι έτσι είχε την άδεια να κάθεται μέχρι αργά στο μοναδικό σπίτι-δωμάτιο κρατώντας την λάμπα αναμμένη προκειμένου να διαβάσει...
Ο Νίκος είχε τα φόντα να σπουδάσει, πράγμα αδιανόητο εκείνη την εποχή. Πολυτεχνείο και Ιατρική απαγορεύονταν δια ροπάλου ένεκα των ακριβών βιβλίων και υλικών, οπότε έδωσε και πέρασε τέταρτος στη Φυσικομαθηματική της Αθήνας. Στην αρχή δύσκολα, κατάφερε όμως να έχει μιαν επαφή με το πανεπιστήμιο, παράλληλα με τις αδιάλειπτες παρουσίες του στα περιπλανώμενα είδη κιγκαλερίας του πατρός του ανά τις συνοικίες της πρωτεύουσας.
Για όλους τους ανθρώπους έρχεται κάποτε μια μεγάλη τύχη που αν την αδράξουν μπορεί και να αλλάξουν τον ρου της ζωής των. Το πρόβλημα είναι βέβαια πως ούτε αν είναι μεγάλη τύχη γνωρίζουν ούτε και αν πρέπει να την αδράξουν...
Ένα Καλοκαίρι από τα πρώτα που η Αθήνα άρχισε να «αδειάζει» εκεί πίσω στη δεκαετία του 70, ο Νίκος πήγε για να δουλέψει στη Νάξο στο μικρό ξενοδοχείο ενός συμφοιτητή του που είχαν γίνει και φίλοι, καθώς είχε του επισκευάσει δωρεάν το μικρό φοιτητικό διαμέρισμα – καταφύγιο για διάβασμα. Λίγο πριν το πέρας της σεζόν, 1972, ο Νίκος γνωρίζει μια δεσποσύνη ορμώμενη εκ γηραιής Αλβιόνος με την οποία και συνευρέθησαν λίγες φορές. Λίγο πριν φύγει για τη χώρα της αυτή του πρότεινε να πάει μαζί της και να παντρευτούν στην Αγγλία στο Brookley του Λονδίνου.
Στον Νίκο το να συμφωνούσε σε κάτι τέτοιο φαινόταν αδιανόητο. Πέρα από τις ηθικές του αρχές, να παρατήσει τις σπουδές του και να βρεθεί στο τίποτε θα ήταν επιπλέον και μιαν ύβρις έναντι των τόσων κόπων των γονιών του να τον μεγαλώσουν και να τον σπουδάσουν. Από την άλλη κάτι μέσα του τον έσπρωχνε να δοκιμάσει κι ας ήξερε ότι κάτι τέτοιο ήταν παράτολμο, πρόωρο και πολύ επιφανειακό. Εν τούτοις το έπραξε. Σηκώθηκε και πήγε με την Αλεξία, όπως θα ονόμαζε κανείς την μελλοντική συμβία του στην ελληνική.
Χωρίς περιττές λεπτομέρειες ο Νίκος κατόρθωσε να εργαστεί και να σπουδάσει αποφοιτώντας με άριστα και στη συνέχεια, αφού εργάστηκε ως Μηχανικός σε μια μεγάλη εταιρία τηλεπικοινωνιών που συγκυριακά γιγάντωσε εκείνη την περίοδο κατόρθωσε να γίνει αρχιμηχανικός με έναν αστρονομικό μισθό για τα δεδομένα της εποχής. Τελικά κατέληξε στο Sunderland όπου κάτω από ευνοϊκές συγκυρίες απέκτησε μια μετάλη περιουσία. Μεγάλη ακίνητη περιουσία έχει και στην Ελλάδα σε ένα νησί του Αιγαίου και κάπου στην ανατολική Αττική, αλλά δεν συγκράτησα που.
Τον γνώρισα ως πρόεδρο μιας εταιρίας που προμήθευε το δημόσιο μιας ευρωπαϊκής χώρας με είδη εξειδικευμένων ιατρικών εφαρμογών. Στα πλαίσια των απαραιτήτων συναντήσεων και ένεκα ότι ήταν συμπατριώτης καθίσαμε δίπλα στην συνεστίαση. Γνωστός τσαπατσούλης εγώ, είχα μαζί μου και κάτι εργαλεία για τις απαραίτητες μικροεπισκευές στο διαμέρισμά μου, τα οποία κίνησαν την περιέργεια του προέδρου. Παρατηρώντας τον ως καλοζωισμένο τον ρώτησα απερίσκεπτα αν «ξέρει από τανάλιες».Με κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε την ιστορία του...
Παρόλη την βοήθεια και ασφάλεια από τα παιδιά του ο Κυρ-Ανέστης ποτέ δεν εγκατέλειψε τον πάγκο του και κυριολεκτικά πέθανε πάνω σε αυτόν, χρεωμένος, κουρασμένος μα αξιοπρεπής... Λίγο μετά από αυτόν μερικούς μήνες, έφυγε και το Μαριγώ...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












