Ήταν το 2001, όταν γεννήθηκε το πρώτο του εγγόνι από το γιό του Βαγγέλη. Τα δυό υπόλοιπα ένα ακόμη από το γιό και ένα από την κόρη τους ήρθαν αργότερα. Ήταν τότε λοιπόν που από την πολλή χαρά του, αγόρασε για πρώτη και τελευταία φορά ένα λαχείο, μια πλήρη σειρά του Λαϊκού. Ο αριθμός έληγε σε 2001, το είδε στο δρόμο του, του γυάλισε, το αγόρασε εύκολα καθώς πολλοί αποφεύγουν τέτοια λαχεία. Το ξέχασε σύντομα και μετά από μια εβδομάδα σε ένα καφενείο έπεσε στο μάτι του ο τυχερός αριθμός του δικού του λαχείου που κέρδιζε 4 εκατομύρια ευρώ!!!

Στην αρχή δεν το πίστεψε, το διασταύρωσε με καμια δυό τρεις εφημερίδες, βρήκε ένα γνωστό του δικηγόρο και προέβησαν στα καθέκαστα, καθώς υπήρξε αρκετή γραφειοκρατία προκειμένου να μπουν τα χρήματα τελικά σε μυστικό λογαριασμό στη Τράπεζα.

Ήταν 2004 όταν το σπίτι του είχε διαλυθεί τελείως. Η Αθήνα πρόβαρε το φόρεμα των ΟΑ2004, φτιασιδώνοντας όσα φαίνονταν, ενώ ο ίδιος δεν μιλιόταν πλέον ούτε με τη σύζυγο, ούτε με το γιό-νύφη και την κόρη-γαμβρό. Η αρχή έγινε με το γιό του το Βαγγέλη, που στο μεθύσι του λαχείου καμώθηκε τον πλούσιο και ξανοίχτηκε στις σπατάλες με απωθημένα. Κάτι το τζιπ, κάτι τα ανοίγματα στη δουλειά, κάτι διακοπές στην Ευρώπη. Από την άλλη η κόρη ήταν περισσότερο πρακτική, ήθελε επένδυση των χρημάτων στη δουλειά που είχαν με τον άντρα της, ένα ζαχαροπλαστείο. Ο σύζυγος Σάκης το όνομα, ήταν ανένδοτος. Ήθελε και αυτοκίνητο καινούριο, και πιστωτική, και καλό κοστούμι. Ήταν και ο πρώτος που έφερε την έριδα στο σεπτό μεσοαστικό περιβάλλον.

"Γαμ@ το σόϊ σου!" Φώναζε στη γυναίκα του με την έλευση της κόρης τους. "Ο έτσι, ο αλλιώς" έλεγε για τον πατέρα της. Κάνα δυό φορές η κόρη είχε φύγει από το σπίτι με το μωρό και είχε κρυφτεί στο πατρικό της, όμως η μήτηρ της ήτο ανένδοτη και αναφανδόν με το μέρος του γαμβρού. "Στον τάφο θα τα πάρεις ρε κερατά!" στόλιζε τον άντρα της με λογής κοσμητικά. Από την άλλη στην οικία του υιού υπήρχε η ίδια και ισχυρότερη γκρίνια απο τη νύφη που ξεσυνεριζόταν το γαμβρό σε ύβρεις και κατάρες.

Ο ίδιος, ήταν κάπως πιο πρακτικός. Στην αρχή δεν είχε διανοηθεί κάν τι στενοχώριες θα τους έφερνε το κερδισμένο λαχείο. Δεν πίστευε πόσο εύθραυστα ήταν όλη αυτή η οικογένεια που με κόπο και μεράκι είχε στηλώσει με τη γυναίκα του. Η οποία σημειωτέον είχε ξεσαλώσει. Κοκκινισε τρεις πιστωτικές ακαριαία άμα τη ελεύσει του λαχείου, και εν συνεχεία κήρυξε επανάσταση να αγοράσουν σπίτι σε καλύτερη γειτονιά, στα ανατολικά προάστια. Ο ίδιος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις σε αυτό, προτιμούσε όμως να γίνει σταδιακά, να αγοράσουν κάποιο οικόπεδο, να οικοδομήσουν ένα τριώροφο και να δώσουν και στα παιδιά τους και από ένα σπιτι. Δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομύριο, να βρει συμπαραστάτη στην άποψή του αυτή. Η στενή του οικογένεια τα ήθελε όλα τώρα.

Περιττό να πούμε πως από τον πρώτο κιόλας χρόνο όλη η υπόλοιπη οικογένειά του, αδελφή-γαμβρός και ξαδέλφια του έκοψαν την καλημέρα και τον σκυλόβριζαν νυχθημερόν. Την αρχή έκανε η κόρη του πρώτου του εξαδέλφου. "Αχ Θείε, και που να ξερες το πόσο τσιτωμένοι είμαστε. Μην κοιτάς που δεν το δείχνουμε. Ο Μάκης με τα χρέη που έχει θα πάει φυλακή, και τη φυλακή δεν την αντέχει. Θα πεθάνει. Μην ξεχνάς πως όταν ήταν ο Βαγγέλης φαντάρος, ο Μάκης έτρεχε για σένα". Μια άλλη σύζυγος φίλου του μεταχειρίστηκε έτερα θέλγητρα: "Ξέρετε κύριε Αριστείδη μου... " Ήξερε... Και απομακρύνθηκε γρήγορα γιατί προέκυψαν και άλλα πολλά σενάρια-τροπάρια για να τον δαγκώσουν.
Αμέσως από την επομένη που του κλήρωσε ο τυχερός αριθμός, δεν ξαναβρήκε ησυχία στο σπίτι του ή στη δουλειά του. Φωνές, φασαρία, διαμαρτυρίες, βρισίδι και φυσικά ευθύνες και ενοχές που προέκυψαν από το πουθενά και τον βάρυναν. Ο άντρας της αδελφής του, τον πέταξε απο το σπίτι τους έξω σχεδόν τον προπηλάκησε...
Εντούτοις, όλοι οι οικείοι του βρήκαν έμμεσο τρόπο για να σκυλέψουν από τα κερδισμένα. Κάτι πιστωτικές, κάτι δάνεια καταναλλωτικά, στεγαστικά κλπ. Η κόρη τους του έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό. "Πατέρα μας παίρνουν το σπίτι! Ο Σάκης θα με διώξει!". "Το σόϊ σου!!! πανάθεμάσε" ήταν τα μόνα λόγια που ήξερε ο Σάκης. Ώσπου έμπαιναν λίγα χρήματα στο λογαριασμό τους και μαλάκωνε, για καμιά εβδομάδα όμως μόνο...
Όλα είχαν χαλάσει, ακόμη και η δουλειά του με τους συνεργάτες του. Το όνειρό του, να ρίξει εκεί μερικά λεφτά, να κάνει καλύτερες προσφορές και να μαζέψει πελάτες, είχε εξανεμιστεί από την οικογένεια. Αντίθετα η δουλειά του είχε βαρέσει διάλυση, γιατί όλοι έλεγαν ότι "αυτός δεν έχει ανάγκη τώρα, πάμε και σε κάναν άλλον". Με την έλευση του 2006, όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτό, έκανε την τελευταία ανάληψη από το λογαριασμό του λαχείου. 2000€ μαζεμμένα και αυτά για να πληρώσει το σέρβις του τζιπ του Βαγγέλη, το δικό του σαράβαλο που ποτέ δεν άλλαξε, έμεινε ασυντήρητο.
Υποδέχτηκε την κρίση απένταρος, σχεδόν χωρίς δουλειά και με διαλυμένο σπίτι... Ύστερα από λίγο φιλοξενούσαν την κόρη τους. Την είχε διώξει μαζί με το παιδί ο Σάκης. "Το σόϊ τους!". Πολύ σύντομα όλα έγιναν στάχτη και μπούρμπερη, τα νεοαποκτηθέντα σπίτια, τα πολυτελή αυτοκίνητα, τα ακριβά ρούχα. Όλα είχαν διαλυθεί, από τον Λίβα της κρίσης. Τα δάνεια που είχαν παρθεί με την ασφάλεια του εμβάσματος, οι τράπεζες τους τα πήραν πολλαπλά, προβαίνοντας φυσικά και στις απαραίτητες κατασχέσεις, ενώ οι επιταγές της οικογενείας είχαν τόσο κοκκινίσει, που ο Αριστείδης ντρεπόταν να κυκλοφορήσει στην πιάτσα και τελευταία του περνούσαν συχνά διάφορες σκέψεις...
Εκεί στις αρχές του 2011, άρχισε τις επισκέψεις σε έναν ψυχίατρο στο ΙΚΑ της γειτονιάς του. Στην προκειμένη περίπτωση ο γιατρός ήταν ένας νυσταλαίος, οκνός αδιάφορος δημόσιος υπάλληλος που κοίταζε τον τοίχο αφηρρημένα δήθεν σκεφτικός, καθώς ο άλλος μιλούσε για τη ζωή του. Σε ένα διάλειμα, ο ιατρός εξήλθε του ιατρείου και εξαφανίστηκε για ώρες. Εκεί καθώς περίμενε υπομονετικά, μπήκε ο καφετζής από το απέναντι καφενεδάκι. "Συνήθως δίνει κάτι κόκκινα χάπια. Να μην τα πάρεις, έχουν παρενέργειες! Θα σε κάνουν φυτό!" Ορμήνεψε ο καφετζής τον Αριστείδη. Γνωρίστηκαν και με τη συζήτηση ο Αριστείδης έκοψε τον ψυχίατρο και άρχισε τις επισκέψεις στο καφενεδάκι απέναντι, αποκτώντας νέους φίλους και όρεξη για την καθημερινότητα. Έτσι κι αλλιώς η κρίση όλον τον κόσμο τον είχε κτυπήσει...
Βρισκόμενος βιαστικός στο καφενεδάκι αυτό, ελλείψει τραπεζιού κάθησα ομοτράπεζος δίπλα στον κύριο Αριστείδη. Σε μια στιγμή αγανάκτησης μονολόγησα φωναχτά την ευχή στερεότυπο: "Αχ και να κέρδιζα το λαχείο!", και ο συνδαιτημόνας μου δεν κρατήθηκε, μου είπε την ιστορία του, που αν και απίστευτη, είναι πέρα ως πέρα αληθινή με μασκαρεμμένες φυσικά τις λεπτομέρειες και τις χρονολογίες...






