Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Αν έχεις τύχη...





Ήταν το 2001, όταν γεννήθηκε το πρώτο του εγγόνι από το γιό του Βαγγέλη. Τα δυό υπόλοιπα ένα ακόμη από το γιό και ένα από την κόρη τους ήρθαν αργότερα. Ήταν τότε λοιπόν που από την πολλή χαρά του, αγόρασε για πρώτη και τελευταία φορά ένα λαχείο, μια πλήρη σειρά του Λαϊκού. Ο αριθμός έληγε σε 2001, το είδε στο δρόμο του, του γυάλισε, το αγόρασε εύκολα καθώς πολλοί αποφεύγουν τέτοια λαχεία. Το ξέχασε σύντομα και μετά από μια εβδομάδα σε ένα καφενείο έπεσε στο μάτι του ο τυχερός αριθμός του δικού του λαχείου που κέρδιζε 4 εκατομύρια ευρώ!!!





Στην αρχή δεν το πίστεψε, το διασταύρωσε με καμια δυό τρεις εφημερίδες, βρήκε ένα γνωστό του δικηγόρο και προέβησαν στα καθέκαστα, καθώς υπήρξε αρκετή γραφειοκρατία προκειμένου να μπουν τα χρήματα τελικά σε μυστικό λογαριασμό στη Τράπεζα.



Ήταν 2004 όταν το σπίτι του είχε διαλυθεί τελείως. Η Αθήνα πρόβαρε το φόρεμα των ΟΑ2004, φτιασιδώνοντας όσα φαίνονταν, ενώ ο ίδιος δεν μιλιόταν πλέον ούτε με τη σύζυγο, ούτε με το γιό-νύφη και την κόρη-γαμβρό. Η αρχή έγινε με το γιό του το Βαγγέλη, που στο μεθύσι του λαχείου καμώθηκε τον πλούσιο και ξανοίχτηκε στις σπατάλες με απωθημένα. Κάτι το τζιπ, κάτι τα ανοίγματα στη δουλειά, κάτι διακοπές στην Ευρώπη. Από την άλλη η κόρη ήταν περισσότερο πρακτική, ήθελε επένδυση των χρημάτων στη δουλειά που είχαν με τον άντρα της, ένα ζαχαροπλαστείο. Ο σύζυγος Σάκης το όνομα, ήταν ανένδοτος. Ήθελε και αυτοκίνητο καινούριο, και πιστωτική, και καλό κοστούμι. Ήταν και ο πρώτος που έφερε την έριδα στο σεπτό μεσοαστικό περιβάλλον.





"Γαμ@ το σόϊ σου!" Φώναζε στη γυναίκα του με την έλευση της κόρης τους. "Ο έτσι, ο αλλιώς" έλεγε για τον πατέρα της. Κάνα δυό φορές η κόρη είχε φύγει από το σπίτι με το μωρό και είχε κρυφτεί στο πατρικό της, όμως η μήτηρ της ήτο ανένδοτη και αναφανδόν με το μέρος του γαμβρού. "Στον τάφο θα τα πάρεις ρε κερατά!" στόλιζε τον άντρα της με λογής κοσμητικά. Από την άλλη στην οικία του υιού υπήρχε η ίδια και ισχυρότερη γκρίνια απο τη νύφη που ξεσυνεριζόταν το γαμβρό σε ύβρεις και κατάρες.



Ο ίδιος, ήταν κάπως πιο πρακτικός. Στην αρχή δεν είχε διανοηθεί κάν τι στενοχώριες θα τους έφερνε το κερδισμένο λαχείο. Δεν πίστευε πόσο εύθραυστα ήταν όλη αυτή η οικογένεια που με κόπο και μεράκι είχε στηλώσει με τη γυναίκα του. Η οποία σημειωτέον είχε ξεσαλώσει. Κοκκινισε τρεις πιστωτικές ακαριαία άμα τη ελεύσει του λαχείου, και εν συνεχεία κήρυξε επανάσταση να αγοράσουν σπίτι σε καλύτερη γειτονιά, στα ανατολικά προάστια. Ο ίδιος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις σε αυτό, προτιμούσε όμως να γίνει σταδιακά, να αγοράσουν κάποιο οικόπεδο, να οικοδομήσουν ένα τριώροφο και να δώσουν και στα παιδιά τους και από ένα σπιτι. Δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομύριο, να βρει συμπαραστάτη στην άποψή του αυτή. Η στενή του οικογένεια τα ήθελε όλα τώρα.


Περιττό να πούμε πως από τον πρώτο κιόλας χρόνο όλη η υπόλοιπη οικογένειά του, αδελφή-γαμβρός και ξαδέλφια του έκοψαν την καλημέρα και τον σκυλόβριζαν νυχθημερόν. Την αρχή έκανε η κόρη του πρώτου του εξαδέλφου. "Αχ Θείε, και που να ξερες το πόσο τσιτωμένοι είμαστε. Μην κοιτάς που δεν το δείχνουμε. Ο Μάκης με τα χρέη που έχει θα πάει φυλακή, και τη φυλακή δεν την αντέχει. Θα πεθάνει. Μην ξεχνάς πως όταν ήταν ο Βαγγέλης φαντάρος, ο Μάκης έτρεχε για σένα". Μια άλλη σύζυγος φίλου του μεταχειρίστηκε έτερα θέλγητρα: "Ξέρετε κύριε Αριστείδη μου... " Ήξερε... Και απομακρύνθηκε γρήγορα γιατί προέκυψαν και άλλα πολλά σενάρια-τροπάρια για να τον δαγκώσουν.

Αμέσως από την επομένη που του κλήρωσε ο τυχερός αριθμός, δεν ξαναβρήκε ησυχία στο σπίτι του ή στη δουλειά του. Φωνές, φασαρία, διαμαρτυρίες, βρισίδι και φυσικά ευθύνες και ενοχές που προέκυψαν από το πουθενά και τον βάρυναν. Ο άντρας της αδελφής του, τον πέταξε απο το σπίτι τους έξω σχεδόν τον προπηλάκησε...

Εντούτοις, όλοι οι οικείοι του βρήκαν έμμεσο τρόπο για να σκυλέψουν από τα κερδισμένα. Κάτι πιστωτικές, κάτι δάνεια καταναλλωτικά, στεγαστικά κλπ. Η κόρη τους του έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό. "Πατέρα μας παίρνουν το σπίτι! Ο Σάκης θα με διώξει!". "Το σόϊ σου!!! πανάθεμάσε" ήταν τα μόνα λόγια που ήξερε ο Σάκης. Ώσπου έμπαιναν λίγα χρήματα στο λογαριασμό τους και μαλάκωνε, για καμιά εβδομάδα όμως μόνο...


Όλα είχαν χαλάσει, ακόμη και η δουλειά του με τους συνεργάτες του. Το όνειρό του, να ρίξει εκεί μερικά λεφτά, να κάνει καλύτερες προσφορές και να μαζέψει πελάτες, είχε εξανεμιστεί από την οικογένεια. Αντίθετα η δουλειά του είχε βαρέσει διάλυση, γιατί όλοι έλεγαν ότι "αυτός δεν έχει ανάγκη τώρα, πάμε και σε κάναν άλλον". Με την έλευση του 2006, όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτό, έκανε την τελευταία ανάληψη από το λογαριασμό του λαχείου. 2000€ μαζεμμένα και αυτά για να πληρώσει το σέρβις του τζιπ του Βαγγέλη, το δικό του σαράβαλο που ποτέ δεν άλλαξε, έμεινε ασυντήρητο.

Υποδέχτηκε την κρίση απένταρος, σχεδόν χωρίς δουλειά και με διαλυμένο σπίτι... Ύστερα από λίγο φιλοξενούσαν την κόρη τους. Την είχε διώξει μαζί με το παιδί ο Σάκης. "Το σόϊ τους!". Πολύ σύντομα όλα έγιναν στάχτη και μπούρμπερη, τα νεοαποκτηθέντα σπίτια, τα πολυτελή αυτοκίνητα, τα ακριβά ρούχα. Όλα είχαν διαλυθεί, από τον Λίβα της κρίσης. Τα δάνεια που είχαν παρθεί με την ασφάλεια του εμβάσματος, οι τράπεζες τους τα πήραν πολλαπλά, προβαίνοντας φυσικά και στις απαραίτητες κατασχέσεις, ενώ οι επιταγές της οικογενείας είχαν τόσο κοκκινίσει, που ο Αριστείδης ντρεπόταν να κυκλοφορήσει στην πιάτσα και τελευταία του περνούσαν συχνά διάφορες σκέψεις...





Εκεί στις αρχές του 2011, άρχισε τις επισκέψεις σε έναν ψυχίατρο στο ΙΚΑ της γειτονιάς του. Στην προκειμένη περίπτωση ο γιατρός ήταν ένας νυσταλαίος, οκνός αδιάφορος δημόσιος υπάλληλος που κοίταζε τον τοίχο αφηρρημένα δήθεν σκεφτικός, καθώς ο άλλος μιλούσε για τη ζωή του. Σε ένα διάλειμα, ο ιατρός εξήλθε του ιατρείου και εξαφανίστηκε για ώρες. Εκεί καθώς περίμενε υπομονετικά, μπήκε ο καφετζής από το απέναντι καφενεδάκι. "Συνήθως δίνει κάτι κόκκινα χάπια. Να μην τα πάρεις, έχουν παρενέργειες! Θα σε κάνουν φυτό!" Ορμήνεψε ο καφετζής τον Αριστείδη. Γνωρίστηκαν και με τη συζήτηση ο Αριστείδης έκοψε τον ψυχίατρο και άρχισε τις επισκέψεις στο καφενεδάκι απέναντι, αποκτώντας νέους φίλους και όρεξη για την καθημερινότητα. Έτσι κι αλλιώς η κρίση όλον τον κόσμο τον είχε κτυπήσει...





Βρισκόμενος βιαστικός στο καφενεδάκι αυτό, ελλείψει τραπεζιού κάθησα ομοτράπεζος δίπλα στον κύριο Αριστείδη. Σε μια στιγμή αγανάκτησης μονολόγησα φωναχτά την ευχή στερεότυπο: "Αχ και να κέρδιζα το λαχείο!", και ο συνδαιτημόνας μου δεν κρατήθηκε, μου είπε την ιστορία του, που αν και απίστευτη, είναι πέρα ως πέρα αληθινή με μασκαρεμμένες φυσικά τις λεπτομέρειες και τις χρονολογίες...

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Αέρινος Έρωτας




Ήταν κάποτε μια πριγκίπισσα που ζούσε καλά με τον άρχοντα σύζυγό της και χαιρόταν τη γαλήνη μιας ζωής χωρίς κόπους και βάσανα… Κάπου, κάπου έπληττε μα κοιτώντας γύρω της τη διάχυτη δυστυχία των άσημων καθημερινών ανθρώπων γρήγορα άλλαζε διάθεση κι ευγνωμονούσε το Θεό για την καλή της τύχη…

Τα χρόνια άλλαξαν όμως ρότα και ήρθε δυστυχία και φτώχια στον τόπο τους… Μαζί ήρθε σαν πιστός ακόλουθος σε τέτοιες καταστάσεις κι ο πόλεμος. Ανάμεσα στους πολλούς που αλέστηκαν στο μύλο του ήταν κι ο άρχοντας και σύζυγος της πριγκίπισσας. Ο πόλεμος είχε κοστίσει περιουσίες κι έτσι μαζί με το θανατικό ήρθε και η φτώχια για κείνους τους ανθρώπους και οι δυσκολίες και τα βάσανα χτύπησαν και την πόρτα του δικού τους αρχοντικού που έπεσε σε χέρια άλλων, ξένων αφεντάδων.


Μόνη της πλέον τα έφερνε βόλτα δύσκολα. Παιδιά δεν είχαν και ο πόλεμος δεν είχε αφήσει παρά γέρους μόνο στον τόπο τους. Γέρους και ξένους αφέντες που ενδιαφέρονταν μόνο για μικρούλες παλλακίδες και τίποτε άλλο. Άρχισε πλέον να κάνει μόνη της τις καταφρονεμένες δουλειές εκείνες που παλαιότερα δεν καταδεχόταν και τώρα δοκίμαζε τη δυσκολία τους και την κατάληψη που έκαναν αυτές στον καθημερινό χρόνο της. Μια φίλη της πρώην αρχοντοπούλα κι αυτή έκανε καταφρονεμένες δουλειές στους ξένους αφέντες που είχαν έρθει πλέον και έτσι την ορμήνευσε να καταπιαστεί κι αυτή με αυτές.

Η απώλεια του συντρόφου και η φτώχια της έφεραν δυστυχία και αρρώστια. Ασθενική και κατάκοπη γύριζε πλέον σε ένα λιτό και απλό σπιτάκι να αναπαυθεί μέχρι την επομένη ημέρα που ξανάρχιζε τον γολγοθά της αναζήτησης του επιούσιου… Μέσα στη στεναχώρια της τα βράδια μερικές φορές έκλαιγε γοερά με πολύ δυνατές φωνές και αναστεναγμούς και οι γειτόνοι που τη γνώριζαν και την λυπόντουσαν δεν παραπονούνταν.

Ένα βράδυ έβγαλε τόσο δυνατό κλάμα, που ανατάραξε τον ίδιο τον άντρα της που ήταν στο κιβούρι του. Αλάφιασε αυτός που η γυναίκα του τον αναζητούσε και μέσα από το βαθύ του ύπνο σηκώθηκε και ζήτησε από το Χάρο να του επιτρέψει να γυρίσει για μια εβδομάδα να την παρηγορήσει.

Ο Χάρος αποκρίθηκε πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον και καλό για αυτόν τον ίδιο θα ήταν να κοιμηθεί πιο βαθειά να μην ακούει τους κλαυθμούς της γυναικός του. Μα ο θρήνος της γυναίκας ήταν τόσο γοερός που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, κι έτσι κατόπιν επιμονής του στον Χάρο, τον άφησε αυτός να στοιχειώσει και να γίνει φάντασμα για να επισκεφθεί τη γυναίκα του για μια μονάχα νύχτα… 


Σαν βγήκε αυτός πάλι στην πολιτεία που είχε αφήσει πλούσια και όμορφη σάστισε με τη φτώχια την κακομοιριά και την βρώμα που αντίκρισε. Η ξιπασιά τους είχε φέρει νέους αφέντες που είχαν εγκαταλείψει τον τόπο και το μόνο που νοιάζονταν ήταν πως θα γεμίσουν χρυσάφι τα σεντούκια τους. Φτώχια, ζητιανιά, πορνεία, έγκλημα, κλεψιά και αυτοδικία κατά το δίκιο του ισχυρότερου. Που και που οι αφέντες έχωναν στα μπουντρούμια να σαπίσει ζωντανός κανέναν που επέλεγαν έτσι στην τύχη για παραδειγματισμό φορτώνοντάς τον με άδικα κρίματα. Η πόλη ερείπιο, οι κήποι αφρόντιστοι με σκουπίδια και παντού μια μπόχα…

«Ευτυχώς που πέθανα και δεν το ζω αυτό. Δεν θα το άντεχα» μονολόγησε, μα έφθασε έξω από το φτωχικό σπιτάκι που έμενε η γυναίκα του και με το τρεμόπαιγμα του λυχναριού, λιποψύχησε. Πέρασε αέρινος από το ντουβάρι και είδε τη γυναίκα του γερασμένη και ασθενική ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Πάνω ψηλά τα στέφανα από το γάμο τους σε μιαν απλή ξύλινη στεφανοθήκη και κάπου σε ένα ράφι ξεθωριασμένη τη φωτογραφία του. Ανήσυχη αυτή στριφογύριζε στο κρεβάτι και που και που έβγαζε έναν αναστεναγμό ζητώντας ποιος ξέρει από πού βοήθεια. Ήταν κουρασμένη από τη σκληρή δουλειά της μέρας και έτσι είχε πέσει από νωρίς ξερή για ύπνο.

Κάθισε αυτός δίπλα της και την αγκάλιασε ζεστά χαϊδεύοντάς την απαλά στο πρόσωπο… Αυτή αμέσως γαλήνεψε κι έπεσε σε βαθύ λήθαργο. Ήταν τόσο ήρεμη γαλήνια και όμορφη που δεν την ξύπνησε. Έμεινε εκεί όλη τη νύχτα δακρυσμένος. Δεν ήθελε τίποτε άλλο πλέον και με τρόμο φευγαλέα θυμήθηκε ότι έπρεπε να ξαναγυρίσει στο παγωμένο κιβούρι του.

Σαν ήρθε το πρώτο φως, ο Χάρος του έγνεψε με απότομο σβήσιμο του λυχναριού, πως έπρεπε να ξαναγυρίσει… Αυτός φίλησε τη γυναίκα του, και με δάκρυ πήρε τον σκληρό δρόμο του γυρισμού, χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα στην πάλαι ποτέ αρχοντική πολιτεία του. 


Η γυναίκα του σηκώθηκε με ένα παράξενο συναίσθημα ευτυχίας και ξεκίνησε για να πάει για τη δουλειά. Είχε μια γαλήνη μέσα της χωρίς να μπορεί να την εξηγήσει… Ανέτειλε κι ο ήλιος και την ζέστανε… 

 


 
άλλαξα τον τίτλο του ποστ, από Δυσήλιον σε Αέρινος Έρωτας, γιατί ο τίτλος μετά από πολλές δεύτερες αναγνώσεις μου φάνηκε παράταιρος και κάπως τεχνηέντως πιασάρικος... συγχωρήστε με για αυτό το ατόπημα... Σας διαβεβαιώ δεν θα ξανασυμβεί...  

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Ματίζoντας ζωές στα συρματόσχοινα


Ξεκινήσαμε με τον αδερφό μου αμέσως μόλις έπεσε το σκοτάδι... Εδώ και δυό εβδομάδες με το που πέφτει το σκοτάδι  βαδίζουμε χωρίς την παραμικρή στάση... Προχωράμε σαν αγρίμια... σκυφτοί και προσεκτικοί... Όλη τη διάρκεια της μέρας κρυβόμαστε όπου βρούμε, ενώ με δυσκολία βρίσκουμε νερό πόσιμο... Για φαγητό ούτε λόγος. Είμαστε σχεδόν άϋπνοι.

Άλλες φορές προπορεύεται ο αδερφός μου, άλλες εγώ. Ο Οδηγός που πληρώσαμε αδρά πηγαίνει πάντοτε με αυτόν που ξεμένει πίσω... Στην περιοχή που βαδίζουμε είναι μόνο έρημος. Τη νύχτα κάνει τρομερό κρύο, αλλά είναι τόση η υπερένταση που έχουμε που δεν αισθανόμαστε τίποτε...

Ξαφνικά σταματάει και κάθεται. Αφουγκράζεται το χώρο γύρω... "Εδώ είναι" μας λέει. "Τι εδώ?" ρωτάω σχεδόν μηχανικά... "Εδώ πέρα από εκείνον τον λοφίσκο είναι η Λιβύη", μας λέει αποφασιστικά. Ο αδερφός μου που προπορεύεται εδώ και μέρες αισθάνεται να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Βλέποντάς μας να έχουμε σταματήσει βαδίζει αργόσυρτα προς το μέρος μας. "Είμαστε ήδη στη Λιβύη!!! Εδώ είναι τα σύνορα". Του ψιθυρίζω στ' αφτιά του που βουΐζουν από τον πυρετό. Στεκόμαστε ώρες αγκαλιασμένοι και κλαίμε... Εδώ είναι τα σύνορα... Ούτε γραμμή, ούτε συρματόπλεγμα, ούτε καν ένα σημάδι μια πινακίδα τόση δά, ότι μπήκαμε στη Λιβύη.

Ο οδηγός μας έχει ήδη αρχίσει να οπισθοχωρεί προσεκτικά... Στο λυκόφως λάμπουν τα πρόσωπά μας. Ίσως τα καταφέρουμε... Ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να ζήσουμε λίγο παραπάνω από τα 25, που ζουν κατά μέσο όρο στο χωριό μας...

Ίσως δεν μας ακρωτηριάσουν, δεν μας πάρουν τα όργανα δεν μας βγάλουν τα μάτια, τα δόντια, ίσως δεν μας τυφλώσουν και μας χώσουν σε κάποιο αδαμαντορυχείο να ζήσουμε δουλεύοντας σαν τα σκυλιά για κάνα δυό μήνες το πολύ... Ίσως δεν μας κόψουν τα χέρια και τα πόδια και δεν μας κάψουν με καυτό λάδι για να μας κάνουν ζητιάνους σε κάποια πόλη... Ή στην καλύτερη ίσως δεν γίνουμε για πάντα σκλάβοι στον ιδιωτικό στρατό κάποιου μαφιόζου και να πεθάνουμε πριν τα 25 μας... Στο λυκόφως τα άγρια βλέμματά μας λάμπουν... Ίσως υπάρχει πράγματι κάποια μικρή αμυδρή ελπίδα για μας... Για μας δεν υπάρχει τίποτε εκεί πίσω... μόνο κόλαση... Σκοπός μας η γη της επαγγελίας που στη δική μας περίπτωση είναι η Ιταλία...

"Στα μέσα της ζωής μου, διάλλεξα τον σκοτεινό παράδρομο γεμάτο βία, φθόνο μίσος αμαρτία, γιατί ο ίσιος δρομος στον τόπο μου είναι ξάστοχος γεμάτος θάνατο φριχτό και μαρτύρια της κόλασης". Οι στίχοι του Δάντη μου τρυπούν τα μηνίγγια από τότε που ένας αφέντης Ιταλικής καταγωγής μεθυσμένος πυροβολούσε αδιάκριτα στο πλήθος. Τον σήκωσα και τον πήγα στο κατάλυμμά του ασφαλή. Ήμουν 15 χρόνων μα με αντρικό κορμί... Μου είπε να σώσω τη ζωή μου... Δεν μπόρεσα να σώσω τα μεγαλύτερα αδέρφια μου που τους έβαλαν αλυσίδες στα 17 και πέθαναν σκλάβοι πριν κλείσουν τα 20. Μου είπε για την ιταλία... μου είπε πολλά... Έτσι πήρα τον μικρότερο αδερφό μου, ξεγράψαμε τον τόπο μας και διαλέξαμε τον λάθος δρόμο... γιατί ο ίσιος για εμάς ήταν ξάστοχος...

ΥΓ> Ο Μ. κατάφερε να περάσει στην Ιταλία με τον αδερφό του κι από εκεί πέρασε στη Γαλλία μέσα από τα χιόνια. Ο αδερφός του συνελήφθη στην Ιταλία και μετά από 10 χρόνια στις Ιταλικές φυλακές σήμερα αγνοείται. Ο Μ. σήμερα ζει στη Γαλλία...

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

ερυσίβη


Θυμάμαι πολλά χρόνια πριν, που όψιμος έφηβος προσπαθούσα να ακούσω κάτι παραπάνω από τον ορυμαγδό κακόφωνων σκυλάδικων από τη μια και σαχλοτράγουδων στυλ Μαντάνα από την άλλη που μας βομβάρδιζε τότε η ημιπαράνομη ραδιοφωνία... Ένα μεσημέρι, ο Γ. Πετρίδης έβαλε ένα τραγούδι που με σημάδεψε... Γυαλίζοντας τότε σε εμβρυακά βήματα τα αγγλικά μου δεν το είχα πολυ καταλάβει, όχι τόσο σε μετάφραση όσο στη βαθύτερη σημασία που έκρυβε τότε το τραγούδι αυτό.

Πέρασαν 25 χρόνια για να αρχίσει να φθάνει και στη χώρα μας η κρίση... Η πραγματική, όχι αυτή που πάντοτε προφασίζονταν οι κυβερνώντες μας (προ και παρά)σκηνιακά. Διαδέχοντας την δεκαετία της αφθονίας και της σπατάλης 95-05 (–μακριά από πολιτικές ή κομματικές ερμηνείες) η κρίση άρχισε σιγά σιγά να κτυπάει την ελληνική οικογένεια, τις σχέσεις, τις φιλίες.

Τα λόγια λοιπόν περιττά και καλύτερα η σκυτάλη στον ειδικό... 

Παραθέτω και τους στίχους...

I come from down in the valley Where mister, when you're young
They bring you up to do like your daddy done
Me and Mary we met in high school When she was just seventeen
We'd drive out of this valley down to where the fields were green
We'd go down to the river And into the river we'd dive
Oh down to the river we’d ride
Then I got Mary pregnant And man, that was all she wrote
And for my 19th birthday I got a union card and a wedding coat
We went down to the courthouse And the judge put it all to rest
No wedding day smiles, no walk down the aisle
No flowers, no wedding dress
That night we went down to the river
And into the river we'd dive
Oh down to the river we did ride

I got a job working construction for the Johnstown Company
But lately there ain't been much work on account of the economy
Now all them things that seemed so important
Well mister they vanished right into the air
Now I just act like I don't remember Mary acts like she don't care
But I remember us riding in my brother's car Her body tan and wet down at
the reservoir At night on them banks I'd lie awake
And pull her close just to feel each breath she'd take

Now those memories come back to haunt me
They haunt me like a curse
Is a dream a lie if it don't come true Or is it something worse
That sends me down to the river Though I know the river is dry
That sends me down to the river tonight
Down to the river my baby and I
Oh down to the river we ride Ooh..

και ένα από τα σχόλια κάποιου που διάβασα:

it's not his singing it's what he's singing; How the emotion of loosing all your hopes and dreams to bad economic times and a girlfriend who will never forgive you for getting her pregnant.