Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Μικρές Φενάκες...

Η Νέλλη ξάπλωνε νωχελικά στο διπλό μεγάλο κρεβάτι των γονιών της, μισοκοιτάζοντας με την κόχη του ματιού της την τέλεια και άψογη σιλουέτα της που καθρεπτιζόταν στον τεράστιο στρογγυλό καθρέπτη που ήταν ενσωματωμένος στην τουαλέτα-έπιπλο στον απέναντι τοίχο. Ήταν ολόγυμνη και στο λευκό σώμα των 20 χρόνων της δεν είχε ούτε μιαν ατέλεια... Άψογη από όλες τις απόψεις. Στα χέρια της κρατούσε ένα λεπτό τσιγάρο και που και πού ρουφούσε αργά κι απολαυστικά τον καπνό του...

Στο δωμάτιο όρθιος κι ανήσυχος ο Άρης, την μάλωνε ευγενικά... "Βρε μωρό μου, δεν φθάνει που κάναμε χάλια το δωμάτιο των γονιών σου θα βρωμάει και τσιγαρίλα... Φαντάζεσαι να γυρίσουν ξαφνικά?". Ήταν πανύψηλος, με αρμονικό σώμα, αρκετά γυμνασμένος, νευρώδης. Ανοικτόχρωμος, στα όρια του ξανθού, τσακίρης. Η Νέλλη από την άλλη ήταν μελαχροινή, με μελιά μάτια... 

Η Νέλλη ήταν από πολύ καλά στεκούμενη οικογένεια. Ο πατέρας της ήλκε καταγωγή από τη Μάνη, Λάκων, γόνος πολιτικών και στρατιωτικών καριέρας. Συντηρητικοί, ο παππούς της ήταν ανθυπασπιστής του Παλατιού, ενώ ο αδελφός του πρώτης τάξεως πολιτικός στα 60ς. Από την άλλη η μητέρα της, η Διδώ, ήταν μεγαλοδικηγόρος από τις πιο φθασμένες της Αθήνας. Κόρη δικαστικών κι αυτή, με πατέρα που διετέλεσε για ένα φεγγάρι πρόεδρος του Αρείου Πάγου, πριν με τα Ιουλιανά πάρει πόδι... Η οικογένεια της μητέρας της ήταν μεσοαστική και αρκετά προοδευτική. Η Νέλλη ήταν μοναχοκόρη και γι' αυτό ήταν η αδυναμία του σκληρού κατά τα άλλα Ταξίαρχου πατέρα της. Ακολούθησε τα γράμματα κι αυτή και πέρασε 2η στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Το σπίτι τους στο Κολωνάκι δεν απείχε και πολύ από τη σχολή της.  

Ο Αριστοτέλης, ήταν υιός αγροτών από ένα ασήμαντο χωριό της Φωκίδας, την Περιθώτισσα. Αποτελούσε εξαίρεση για την οικογένειά του η πρόοδος στα γράμματα, που μάλλον ερμηνεύτηκε από την τεράστια ανία που θα ένιωθε ο Τέλης- γιατί έτσι τον φώναζαν στα νεανικά του χρόνια στην επαρχία. Είχε υπάρξει αθλητής σε διάφορα αθλήματα, κυρίως στο μπάσκετ στο γυμνάσιο και στο πόλο στα πρώιμα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα. Πέρασε από τους τελευταίους στην Ιατρική Αθήνας, χωρίς ούτε φροντιστήριο, ούτε υποδομές βιβλία και λοιπά... Ο Τέλης ήταν σατανάς, πανέξυπνος, μελετηρός, μετρημένος και καθόλου φανφαρόνος, σε αντίθεση με τους περισσότερους συμφοιτητές του της Ιατρικής εκείνη την εποχή.  

Γνωρίστηκαν με την Νέλλη σε ένα πάρτυ· Η Νέλλη μέχρι τότε ήταν ιδιαίτερα κοινωνική, θέατρο, σινεμά, πάρτυ, διασκέδαση στα κλαμπ της Κιφησιάς μέχρι πρωίας, ταξίδια. Εντούτοις στο επιμαχο πάρτυ, την τράβηξε η γαλήνη και η ηρεμία που αναδείκνυαν οι συνεσταλμένοι τρόποι του Αριστοτέλη. Ήταν ακατέργαστα ευγενής, ερασιτεχνικά αριστοκρατικός κι αυτό κάπως τράβηξε το ενδιαφέρον της. Γνωρίζοντάς τον, ήρθαν και τα υπόλοιπα. Φυσικά το "Τέλης" κόπηκε μαχαίρι, το "Αριστοτέλης" της φαινόταν γεροντίστικο και κάπως πομπώδες, ενώ το "Άρης" ήταν ό,τι έπρεπε... "Σας παρουσιάζω τον Άρη!" Φώναξε στην ομήγυρη με ενθουσιασμό και όλοι χειροκρότησαν εν μέσω σκωπτικών πειραγμάτων. "Ας πιούμε στην υγειά μου!" αναφώνησε στωικά ο Άρης...

Τα χρόνια πέρασαν στην αρχή αργά, κι ύστερα κάπως γρήγορα... Η Νέλλη κι ο Άρης χαμένοι ανάμεσα σε βιβλία, παρακολουθήσεις σε αμφιθέατρα και ατέλειωτες ώρες εφημερίας σε νοσοκομεία...
Ο Άρης είχε καταφέρει να γνωρίσει τυχαία τον αυστηρό πατέρα της Νέλλης ο οποίος τον είχε μετρήσει από την κορφή ως τα νύχια με ένα εξεταστικό βλέμμα. Η Μητέρα της από την άλλη ήταν ανοικτή κι ευγενική. Αντί εξεταστικού βλέμματος, κέρασε το "ζεύγος" ένα ποτήρι σαμπάνια σε κάποιο μπιστρό, που τότε άνοιγαν σαν τα μανιτάρια στο Κολωνάκι, προς τη μεριά του Λυκαβηττού. Η Νέλλη πήρε πτυχίο πρώτη και μάλιστα με άριστα παρακαλώ... Η Ορκωμοσία της ήταν κανονική εορτή, με τους γονείς της περήφανους, φωτογραφίες και κάπου στο βάθος τον Άρη να κοιτάζει σκεφτικός. 

Ακολούθησε ένας περιπετειώδης σε διαβουλεύσεις κι οργάνωση αρραβώνας. Οι γονείς του Άρη, αγράμματοι αγρότες ντύθηκαν όπως μπορούσαν κι ήρθαν να συναντήσουν το πεπρωμένο τους... Σε ένα ρεστωράν, με καλό φαγητό, προσπάθησαν να κρύψουν την άγνοιά τους σε τρόπους savoir vivre, πως πίνεται το κρασί σε κολωνάτο ποτήρι και γιατί πρέπει να είναι εμφιαλωμένο... Ας είναι, νύκτα ήταν και θα περνούσε. Μετά από κανένα εξάμηνο από τον αρραβώνα ο Άρης ξαφνικά ένα απόγευμα ξεφούρνισε στην Νέλλη με περισπούδαστο ύφος: "Μιλάς πλέον σε έναν ορκισμένο Ιατρό". Επιτέλους το πήρα το "....χαρτο"... Η Νέλλη πετάχτηκε ως τα ουράνια από τη χαρά της, θα μπορούσε πλέον να το ανακοινώσει και στους γονείς της. 


 Στη συνέχεια και δοθέντος του αρραβώνος, το ζευγάρι πήγε επίσημα να μείνει στο ίδιο σπίτι. Δηλαδή ένα διαμέρισμα που το επίπλωσε η Νέλλη, αφού ο Άρης ελάχιστα υπάρχοντα είχε... Ακολούθησαν κάποια επίσημα δείπνα με συγγενείς της Νέλλης. Ο αγαπημένος της θείος ήταν ο θείος Τάκης, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος είχε ακολουθήσει πορεία διαφορετική από τα υπόλοιπα αδέλφια του. Είχε γίνει χρηματιστής και μεσίτης ακινήτων, κι εργολάβος πολυκατοικιών. Διαχειριζόταν και τα ακίνητα της οικογένειας , διευθετώντας τις ενοικιάσεις και εισπράττοντας τα ενοίκια. "Νέλλη σου έχω έκπληξη: Τα γραφεία στην Πατριάρχου Ιωακείμ θα ξενοικιαστούν σύντομα... Και ξέρεις γιατί..." Της είπε γελαστά κι όλος χαρά... Η Νέλλη χαμήλωσε τα μάτια... Μα ο Άρης ήταν κάθετος. "Εμένα θείε μην με υπολογίζετε προς ώρας... Θέλω αγροτικό, στρατιωτικό μεταπτυχιακό, ειδικότητα... Νοικιάστε καλύτερα το γραφείο..." Ο Θείος Τάκης κοιτούσε αμήχανα, όμως η Νέλλη άμβλυνε την περίσταση: "Μα θείε δεν είναι σωστό να είναι τα γραφεία μας δίπλα, δίπλα... Καλύτερα να υπάρχει απόσταση, ώστε να είμαστε απερίσπαστοι στις δουλειές μας... Κι ύστερα, θα υπάρχει και το μυστήριο της έκπληξης και του αιφνιδιασμού!" τελείωσε με μια θυμηδία που αναδείκνυε λίγο σκαμπρώζικο ύφος.
 

Ο Θείος Τάκης, πείστηκε: "Μα τότε το πράγμα αλλάζει... Θα σε βάλω στο ρετιρέ της Καρνεάδου... Κι όταν ξεμπερδέψει ο Άρης με όλα αυτά, του βρίσκω γραφείο μέσα στην καρδιά του Ευαγγελισμού!" είπε χαριτολογώντας... Το δείπνο έκλεισε, χαιρετίστηκαν και η Νέλλη έμεινε μόνη εκείνο το  ζεστό ανοιξιάτικο βράδυ στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στην Δημοκρίτου να ατενίζει τα φώτα, κάνοντας όνειρα για την επίπλωση, τις ταπετσαρίες, τις προθήκες με τους τόμους Δικαίου κοκ... Ο Άρης την χαιρέτησε φεύγοντας... "Εφημερία", είπε και χωρίς να βγάλει άλλη λέξη βρόντηξε την πόρτα απότομα... Την επόμενη επέστρεψε στο σπίτι σκέτο ράκος. Λες και έπινε όλη τη νύχτα αντί να είναι σε νοσοκομείο... Πήρε ένα atarax και ναρκώθηκε στο κρεβάτι. Η Νέλλη έφυγε για τη δουλειά... 

 Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο, μεταξύ επιτυχημένων δικών για την Νέλλη, οικοδόμηση ονόματος επαγγελματικής εμπιστοσύνης, συνεργασίες υψηλού μεσιτικού επιπέδου, νομικές εκπροσωπήσεις. Τα όνειρά της για διδακτορικό και μεταπτυχιακά στην Γαλλία στο Παρίσι, είχαν εξαλειφθεί με τον ερχομό του Άρη στη ζωή της. Ίσως στο μέλλον να το επιχειρούσαν στα πλαίσια της ειδικότητάς του. Γιατί όχι. Πάντως μόνο η Νέλλη έφερνε χρήματα στο σπίτι... Ο Άρης, ξόδευε ό,τι έβγαζε από τις εφημερίες σε βιβλία, ταξίδια σε συνέδρια, στολές και διάφορα αταίριαστα... Ο Άρης θα έκλεινε τα 28 χρόνια της ηλικίας του. Αναγκαστικά ή θα έπρεπε να πάνε στο εξωτερικό ή θα έπρεπε να πάει φαντάρος. Γιόρτασε το γεννέθλιά του με εμφανή πικρία... Η Νέλλη τον καθησύχασε: "Μην είσαι ανόητος!. Εσείς οι Γιατροί κάνετε θητεία ζάχαρη. Από την άλλη, το μικρό του δακτυλάκι να κουνήσει ο μπαμπάς στο Επιτελείο δεν πρόκειται να μετακινηθείς πέρα από ακτίνα 5 χιλιομέτρων από το κέντρο της Αθήνας..." Μα ο Άρης ήταν απαρηγόρητος... Την τελευταία περίοδο εξαφανιζόταν για πολλές ώρες, κάπνιζε ασύστολα και ήταν κυρίως χαμένος στις σκέψεις του.

Η Λένα, στενή φίλη της Νέλλης από τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα, ρώτησε με τρόπο τι του συμβαίνει... "Δεν ξέρω" της αποκρίθηκε η Νέλλη. "Πάντως κάτι δείχνει να τον απασχολεί... Ούτε κατά διάννοια δεν διαφαίνεται ότι πάμε σε γάμο". Η Λένα αναρωτήθηκε φωναχτά... "Μήπως έχει βρει καμία γκόμενα? Ξέρεις αγαπητή μου, οι γιατροί είναι εκ φύσεως άπιστοι". "Δεν νομίζω... διαισθητικά δεν μου δίνει τέτοια εντύπωση..." απάντησε αδιάφορα η Νέλλη... 

Ο Άρης κλείνοντας τα 30 και μην μπορώντας να εξασφαλίσει άλλη αναβολή, κουρεύτηκε, πήρε τα απαραιτήτως απαραίτητα και αποχαιρέτησε την Νέλλη και τους γονείς της. Ο Πατέρας της του είπε αυστηρά: "Ο Διοικητής του κέντρου εκπαίδευσης είναι φίλος μου. Ξέρω ότι δεν αγαπάς την ειδική μεταχείριση και χαίρομαι κατά βάθος γι' αυτό. Όμως να ξέρεις ότι αυτός θα φροντίσει να έχεις μια άνετη βασική εκπαίδευση. Και να ασκήσεις και στο Ιατρείο της Μονάδας τις σπουδές σου!" Η Νέλλη τον πήγε μέχρι το σταθμό των Λεωφορείων. Ύστερα πέρασε αυτός ο καιρός που περνάει για όλους, με την πολύ δουλειά να αποσπάει την Νέλλη από  τις σκέψεις και τις ανησυχίες της.  

Τα πρώτα ένθερμα τηλεφωνήματα άρχισαν να αραιώνουν... Ύστερα, πλησίαζε η γιορτή του Πατέρα της στην οποία η Νέλλη είχε πάντοτε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το άλλο βράδυ η Νέλλη βγήκε με την μητέρα της στο θέατρο: Ιονέσκο, οι "Καρέκλες". Το πρωί η Νέλλη ντύθηκε πολύ όμορφη. Φόρεσε στενή σκούρα φούστα, ανοικτόχρωμο στενό πουκάμισο, ένα φούξια φουλάρι, σακάκι, μαύρο καλσόν και ψηλές γόβες. Έβαψε τα χείλη της σκούρα κόκκινα, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε με τα πόδια στην Σόλωνος. Άναψε τσιγάρο... Ταξί, Δικαστήρια. Τελείωσε κατά τις 17:00 το απόγευμα... Γύρισε κατάκοπη στο σπίτι της, το ασανσέρ είχε μιαν παράξενα δυσάρεστη οσμή. Ξεκλείδωσε και με εκπληξη αντίκρυσε τους γονείς της σοβαρούς να την περιμένουν στο σαλόνι... Ο Πατέρας της κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο ουίσκι... Σέρβιρε άλλο ένα και της το προσέφερε...

 "Ο Άρης! Πέστε μου τι του συνέβη? Είναι καλά?" Φώναξε έντρομη. "Μην ανησυχείς! Δεν παθαίνει τίποτε το καμάρι σου!" Είπε με σκωπτικότατο τόνο ο πατέρας της και αυτό την καθησύχασε. "Κάποια ανοησία θα έκανε" σκέφτηκε... Όμως η μητέρα της πήρε το λόγο: "Αγάπη μου πρέπει να ακούσεις τον πατέρα σου..."
Ο Ταξίαρχος με ύφος σοβαρό άρχισε την διήγησή του..."Ο Διοικητής, περιποιήθηκε τον προκομμένο μας, υπέρ του δέοντος. Τίποτε δεν έκανε... Κοπροσκύλιαζε στην Μονάδα προκλητικά ο τσόγλανος". Ζήτησε συγνώμη για τη γλώσσα του και συνέχισε: "Περιμέναμε να έρθουν τα χαρτιά του, το πτυχίο του, ώστε να πάρει την ειδικότητα του Ιατρού. Δεν ήρθε ποτέ τίποτε. Τον πίεσαν αλλά αυτός εκεί. Ούτε απολυτήριο του Λυκείου δεν είχε προσκομίσει. Χρειάστηκε να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες ως ιατρός του Θαλάμου του και ήταν όλες λανθασμένες. Ο Αξιωματικός Ιατρός της Μονάδας, τον κάλεσε και κατόπιν συζητήσεως του δημιουργήθηκαν υποψίες. Έψαξε στους ιατρικούς συλλόγους. Πουθενά ο κύριος! Θυμήθηκε έναν Ιατρό στην Τρίπολη που χωρίς αμφιβολία θα υπήρξε συμφοιτητής του Άρη. Ξέρεις τι έβγαλε? Λαγό! Ο Τριπολιτσιώτης Ιατρός ήταν συμφοιτητής και φίλος του Άρη... Μετά το δεύτερο έτος που γνωριστήκατε, δεν ξαναπάτησε στη σχολή, ούτε πέρασε κανένα μάθημα... Την έβγαζε στο κυλικείο μοναχά. Ο άνθρωπος για να μας εξυπηρετησει πήρε τηλέφωνο τον υφηγητή της Σχολής που είναι συντοπίτης του. Ο Άριστοτέλης Μελεξόπουλος, δεν έχει περάσει ούτε ένα μάθημα μετά το δεύτερο έτος! Χρωστάει όλη την υπόλοιπη σχολή. Ούτε μάθημα ούτε εργαστήριο... Ο παλιοψεύταρος!!! Κι οι γονείς του, οι σκατόβλαχοι, κι αυτοί στο κόλπο... Μην χάσουν την προίκα βλέπεις!"
 Του Στρατηγού του ξέφυγε μια βλαστήμια... Μα σύντομα ξαναβρήκε τους κατά τα άλλα επιτηδευμένα ευγενικούς τρόπους του... Πήραν την Νέλλη στο σπίτι τους, ένα σωστό ράκος. Μετά από δυό τρεις ημέρες η Νέλλη άρχισε να επικοινωνεί με το περιβάλλον... Καθόταν νωχελικά στον καναπέ, κάπνιζε κι έπινε... Κοιτούσε την ταπετσαρία στον απέναντι τοίχο... Χαμογέλασε πικρά... υπήρχαν ακόμη οι χαραγές που τραβούσε ο πατέρας της μετρώντας το ύψος της. Έφθασε μέχρι το 1,76. Ύστερα της ήρθε πλημμυρίδα σκέψεων, καταιγισμός από εικόνες. Το υποσυνείδητό της την βομβάρδιζε με όλες εκείνες τις λεπτομέρειες στις οποίες ποτέ δεν είχε δώσει σημασία και οι οποίες έκτιζαν σιγά σιγά την απεικόνιση του ψεύδους που λεγόταν Τέλης... (Το "Άρης" είχε πεθάνει οριστικά πια). Ο Τέλης, αρνούταν να δώσει συγκεκριμένες ιατρικές οδηγίες και πάντοτε προφασιζόταν ότι απαιτούνταν εξετάσεις. Αντιμετώπιζε με αμηχανία και σιωπή τις εξεταστικές ερωτήσεις των μεγαλοϊατρών που πλαισίωναν τον κοινωνικό περίγυρο της οικογένειας... Απέφευγε σαν τον διάολο να γράψει οποιαδήποτε συνταγή, ακόμη και τις απλές, ενώ κάποιες σφραγίδες ειδικευομένου που είχε φτιάξει κολλούσαν από την αχρηστεία σαν τσίχλες. Θυμήθηκε κι άλλα, κι άλλα πολλά... μικρά συμβάντα που την κτυπούσαν ανελέητα, καθώς τα ανέλκυε ένα, ένα από τη λήθη της μνήμης της... Ανεξήγητες λεπτομέρειες που τώρα πλέον έδεναν κι αποκτούσαν νόημα...
 Πλέον γι' αυτήν ο Τέλης, δεν είχε τίποτε όμορφο επάνω του. Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του... Κανείς... Ήταν ένας κοινός ψεύτης, ένας απατεώνας, μια φενάκη... Ακόμη κι η αγάπη του χωρίς αμφιβολία θα ήταν υστερόβουλη... Κάλπικη... "Τέτοια νύφη κελεπούρι"... Όλα αυτά τα πεζά της έφερναν αναγούλα... Χωρίς άλλο θα πήγαινε στο εξωτερικό να τον ξεχάσει τον ασήμαντο...
 Ο πατέρας της στάθηκε καθόλα κύριος. Δεν κακοποίησε τη θητεία του Τέλη. Απλώς ήρε το ενδιαφέρον του, και σύντομα ο Τέλης βρέθηκε ξεχασμένος στα σύνορα να βαράει σκοπιές ως απλός τυφεκιοφόρος...  Της έγραψε ένα γράμμα που της ζητούσε συγνώμη... Της έλεγε, ότι δεν είχε το θάρρος το ψυχικό σθένος να της πει την αλήθεια, ότι το ένα ψέμα έφερε το άλλο... Δεν γνωρίζει καν αν η Νέλλη το διάβασε ποτέ... Την πήρε κανά δυό φορές τηλέφωνο. Τον έβρισε και του το έκλεισε στα μούτρα... Δεν τόλμησε να της ξανατηλεφωνήσει... Χάθηκε αθόρυβα  από τον κόσμο της έτσι ακριβώς όπως ήρθε... Η Νέλλη τότε ήταν 29 χρονών, κι αυτός 30. 

 Σε μια συγκέντρωση σε σπίτι φίλων, άρχισα να αγορεύω για το πόσο ωραίο μέρος είναι η Περιθιώτισσα, τι καλοί και φιλόξενοι άνθρωποι και πόσο ντόμπροι είναι. Εκεί στην συγκέντρωση μια ψηλή μελαχροινή νταρντάνα γύρω στα 45 μου επιτέθηκε σκαιότατα. Σχεδόν με έθεσε κάτοικο του μέρους, και έφταιγα εγώ ξαφνικά για όλα τα κακά που είχε εκείνος ο δύσμοιρος τόπος. Στην απορία μου, η Λένα η κοινή μας φίλη δηλαδή, έψεξε την Νέλλη, γιατί αυτή ήταν στην πραγματικότητα η μελαχροινή. Η Νέλλη μου ζήτησε συγνώμη, και ύστερα δειλά, αλλά αφού ο κόσμος είχε σπάσει, μου διηγήθηκε την ιστορία της. Η Νέλλη έμεινε ανύπαντρη. Πήγε στο εξωτερικό, αλλά δεν άντεξε... ξαναγύρισε. Το έριξε στη δουλειά και πήρε κι αρκετά κιλά...
 "Τον ξαναείδες?" Την ρώτησα... Όχι μου αποκρίθηκε... με πικρία αυτή τη φορά... Μετά από έναν μήνα, θυμήθηκα ότι μια ευειδής συνάδελφος στη δουλειά ήταν όντως από την Περιθιώτισσα. Την ρώτησα, σχετικά με τον Άρη, από περιέργεια... "Που τον θυμήθηκες!!! Είπε εκείνη. Αμυδρά τον θυμάμαι... Μετά το στρατό, ξαναγύρισε στο χωριό και κλείστηκε στο σπίτι του και στον εαυτό του... Ούτε παντρεύτηκε ούτε τίποτε... Έχει χοντρύνει και το έχει εδώ και χρόνια ρίξει στο ποτό... Μήπως και σε τίποτε σκληρότερα...  Η οικογένειά του τον κρύβει..."
Έφυγα σκεφτικός... Όλη αυτή η χίμαιρα λοιπόν είχε επηρεάσει τη ζωή και των δύο... Όχι σε ίδιες στράτες φυσικά, αλλά αυτό δεν είχε σημασία... Κάπου σε ένα παράλληλο σύμπαν θα ήταν μαζί γονείς με παιδιά, επιτυχημένοι επαγγελματικά. Αυτός Φθασμένος μεγαλογιατρός, η Νέλλη μεγάλη και τρανή δικηγόρος. Λαμπρά γραφεία και πολυτελής βίος... "Α όχι στο ίδιο κτήριο, ούτε καν κοντά... Να υπάρχει η έκπληξη κι ο αιφνιδιασμός... Μια απρόσμενη επίσκεψη με ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα ας πούμε"...






Σημείωση: Επειδή η ιστορία είναι αληθινή, άλλαξα, τα ονόματα, τα τοπωνύμια ( μια χαρά μέρος ειναι η Περιθιώτισσα!), τα επαγγέλματα... Ζητώ συγνώμη για την απίθανη περίπτωση που οι πρωταγωνιστές διαβάσουν ποτέ αυτό το σταχτί κείμενο και αισθανθούν οποιαδήποτε ενόχληση... Η ιστορία ήταν που με συγκλόνισε... και το πόσο στέρεες μένουν στην ζωή μας οι μικρές φενάκες που κτίζουμε εμείς οι ίδιοι αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα...

 


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Στεφάνου κατάθεσις...



Τι είμαστε οι άνθρωποι...
άχυρο, στάχυ και κοπριάς απίθωμα...
τ' αγγελουδιού περίγελως·

έτσι που φουσκωμένοι διάνοι 
καμωνόμαστε πως είμαστε μικροί θεοί...

άκου "καθ' εικόνα και ομοίωσιν"
τι κομπασμός, τι αλαζονεία...

Το σύμπαν εκεί έξω, χάσκει μετέωρο, άναρχο...
αχειροποίητο·
κι ο πανταχού παρών αδρανειακός παρατηρητής
μας θωρεί, έτη φωτός μακριά από του γαλαξία τις εσχατιές,
ασήμαντους, μικρούς, σπιθαμιαίους...

Άκου "εικόνα και ομοίωσιν"... 
τι ξιπασιά... τι φουσκωμένα λόγια... 



Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Αμυχές θερινής ραστώνης...




Το δωμάτιο είναι αξιοπρεπές... κάπως στενό για να φιλοξενήσει κι έναν συνοδό ας πούμε αλλά έτσι κι αλλιώς εμένα προσωπικά μου είναι άχρηστος. Περίοδος διακοπών γαρ, πριν τον δεκαπενταύγουστο, ποιόν συνοδό ή επισκέπτη να έχω? Οι περισσότεροι θάλαμοι είναι άδειοι, είπαμε ραστώνη και περίοδος διακοπών. Μόνο οι υπέργηροι και εκείνοι που δεν μπορούν να κινηθούν είναι μαζεμένοι σε δύο 6κλινους θαλάμους, ώστε το νοσηλευτικό προσωπικό να μπορεί να τους φροντίζει και να τους προσέχει καλύτερα. Ο δικός μου τρίκλινος θάλαμος παντελώς άδειος... με εμένα μόνο στριμωγμένο σε μια γωνιά... Αργότερα κατάλαβα πως εκεί ήταν το πιο δροσερό σημείο...  Ύστερα από κάνα δυό ώρες, αρχίζει να γίνεται ο χώρος κάπως οικείος και σιγά σιγά αρχίζεις να τον αποδέχεσαι... ευτυχώς που υπάρχει ακόμη αυτός ο παράταιρος χώρος, καθώς και το προσωπικό βάρδιας που αντί να χαίρεται καμία παραλία λιώνει στη ζέστη και στη κλεισούρα των θαλάμων... 

 

Ευτυχώς πρόλαβα να στείλω ακυρωτικά SMS για κανονισμένες (υποτίθεται) διακοπές... χωρίς πολλά λόγια ή δικαιολογίες που θα δημιουργούσαν ενοχές ή σκέψεις θλιμμένες... Αν είμαι εγώ άτυχος, ας χαρούν λίγο όλοι αυτοί εκεί έξω... το αξίζουν... στους υπέργηρους γονείς μου ένα πρόχειρο τηλέφωνο με προσποιητό ύφος πολυάσχολου για να τους πω ότι είμαι καλά και έχω μπλέξει επαγγελματικά... ύστερα μόνιμα αθόρυβο το κινητό μου γιατί δεν μπορώ άλλο να μιλήσω, δεν έχω δυνάμεις και θα καρφωθώ...

Πως καταφέρνουμε να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον? Πάντοτε το ερμήνευα με την ιδέα ότι είμαστε σε μια φάση που βάζουμε τον εαυτό μας πάνω από όλους. Σε ζητήματα που στο παρελθόν ίσως να υποχωρούσαμε, να αφήσαμε "να περάσει του άλλου",  να! τώρα στηλώνουμε τα πόδια: "Αρκετά έχω καταπιεί!" λέμε... Φουντώνει ο εγωϊσμός μας και δεν κάνουμε ούτε ένα βήμα πίσω... Έξαφνα, γυρίζουμε στον δίπλα μας και βλέπουμε με πικρή έκπληξη, πόσο τον πληγώσαμε... Στον πάρα δίπλα θάλαμο είναι ένα κορίτσι γύρω στα 17 χρόνων που ουρλιάζει. Αν και είναι σαν τα κρύα τα νερά, ουρλιάζει από ψυχικό πόνο... Ποιός να πλήγωσε τούτη την ψυχή? Πόσο αδύναμη να ήταν?

Αμήχανοι και παραιτημένοι οι γονείς προσπαθούν να βοηθήσουν, αλλά κάθε παρέμβασή τους ρίχνει λάδι στη φωτιά. Το κορίτσι τους επιτίθεται... Αισθάνεται ενοχές που βρέθηκε έτσι αδύναμη απέναντί τους και τώρα να αντιδρά άσχημα... Εκείνος που την πλήγωσε δεν την επισκέπτεται ούτε την παίρνει τηλέφωνο... Τη νύχτα ακούω τις κραυγές της... και ύστερα το τηλέφωνο να κτυπάει στον τοίχο και να γίνεται χίλια κομμάτια... Μετά ο σιωπηλός της μονόλογος... "Σήκωσέ το... μια φορά μόνο... έστω κατά λάθος... μόνο ν' ακούσω τη φωνή σου... " 

Οι φωνές της με κάνουν να ταξιδεύω στις άκρες του δωματίου. Στις μικρές ασυντήρητες γωνιές του θαλάμου... εκείνες που έχουν την φθορά του χρόνου, τη νωτερή υγρασία εμποτισμένη... οι σκιές μαζί με τα ξεφλουδισμένα χρώματα ζωγραφίζουν φανταστικούς πίνακες στο νου μου... ενός ζωγράφου που δεν έχει ακόμη σταθεροποιήσει τη μανιέρα του και ολοένα σβήνει και ξανασχεδιάζει...

Το κορίτσι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και οι γονείς εσπευσμένα αλλά τουλάχιστον έγκαιρα την πήγαν στο νοσοκομείο... Αντί να είναι σε κάποια παραλία και να της την πέφτουν καμιά 200ριά λεβέντες, τούτη σκέπτεται αυτόν... δεν υπάρχει άλλος για κείνη... ούτε Αύγουστος, ούτε διακοπές... Μα γιατί δεν της τηλεφωνεί? Γιατί εξαφανίστηκε?

Ο Πατέρας της σκεπτικός... διαβάζω το βλέμμα του, όταν συναντιέται με το δικό μου στις ατέλειωτες αμήχανες ώρες στο σαλόνι αναμονής... εκείνος για να ξεχνιέται λίγο, εγώ για να κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι είμαι επισκέπτης κάποιου... Σχεδόν διαβάζω τις σκέψεις του... "μα γιατί να μην είναι όπως τα κορίτσια στο σχολείο της? Γιατί να μην είναι σαν τις φίλες της? ότι φάμε κι ότι πιούμε?"... Μα γιατί ο ίδιος τη βλέπει διαφορετική, ξεχωριστή αλλά για την ώρα δεν το έχει συνειδητοποιήσει... πως να είναι σαν τις άλλες?  "Γιατί να μην είναι όπως  στις ταινίες του σινεμά? Είναι όμορφη δεν λέω, αλλά γιατί να μην είναι επιτυχημένη, πάντα γελαστή... Λαμπερή? Γιατί να μην είμαι στη ζωή της όλο εκπλήξεις? Αχ και να ήμουν λίγο πιο καλοβαλμένος... λίγο πιο άνετος... να της προσφέρω αυτό το κάτι τις παραπάνω που κάνει τη ζωή να μην είναι άνοστη... να μην είναι ανιαρή ή βαρεττή... το άτιμο το άλας της ζωής"...

Ο κόσμος αρχίζει να γυρίζει και μου έρχεται αναγούλα και λιποθυμία... το μέρος του σωλήνα από τη μία φιάλη του ορού μέχρι το χέρι μου έχει κοκκινήσει... Σχεδόν σέρνω τα βήματά μου από το σαλόνι μέχρι το κρεβάτι μου, τοίχο τοίχο στο διάδρομο... Ο κόσμος σκοτεινιάζει απότομα... Ξαναφωτίζεται με το νοσοκόμο γελαστό που με βλέπει να ξυπνάω... "Άλλο ένα τέτοιο κάνε και θα πω στο γιατρό να σε δέσει!"  

Το κορίτσι από την άλλη όταν καταφέρνει να ξεφεύγει από το είδωλό του αγοριού, που στην φαντασία της την τραβάει σαν μαγνήτης, αναπολεί τη μικρή της ζωή... της φαίνεται αιώνας... "Μα γιατί αυτός?" στην πραγματικότητα δεν ξέρει να απαντήσει... δεν μπορεί να δει άλλο κάδρο στην τωρινή της καθημερινότητα... "ίσως γιατί έχει αυτό το θλιμμένο βλέμμα... ίσως γιατί γύρισε αυτός μόνο, μέσα σε χιλιάδες αδιάφορους να την κοιτάξει"... Η μικρή δεν έχει τις χρειαζούμενες απαντήσεις... και δεν τις βρίσκει στο σπίτι της πουθενά... Η απρόσιτη Μητέρα της σχεδόν αποφεύγει να την αγγίζει ο Πατέρας της... Μια φορά δεν την έχει δει να τον κοιτάζει τρυφερά... Η μικρή μαντεύει ότι η μητέρα της αισθάνεται φυλακισμένη... και μέρος των δεσμών της είναι αυτή η ίδια η μικρή ύπαρξη... Είναι σίγουρη ότι αν δεν υπήρχε αυτή, η Μητέρα της θα είχε φύγει προ πολλού... Είναι ακόμη τόσο αθώα που δεν έχει ανακαλύψει ότι στη ζωή όπως και στη Φυσική, οι πραγματικές δυνάμεις είναι οι κεντρομόλες... Οι άλλες οι φυγόκεντρες είναι μόνο πλάσματα της φαντασίας μας... Ίσως αν οι γονείς της ήταν κάποιοι άλλοι... Λαμπεροί σαν τους σταρ του σινεμά ας πούμε... Κάτι σαν τον Μελ Γκίμπσον και την Έλεν Χάντ... Κι ο παππούς ας έμοιαζε λίγο του Τζάκ Νίκολσον... Τον λυπάται τον παππού της η μικρή... ο καημένος έχει ξεπέσει τόσο, που τον λυπούνται ακόμη και οι έγγονοί του... Μα τόσο δύσκολη είναι η ζωή? Η μικρή σκεφτόμενη πως δεν έχει μόνο η ίδια προβλήματα, αρχίζει να ηρεμεί... γλυκά την παίρνει ο ύπνος...  

Μόλις μετά βίας αρχίζω να κυκλοφορώ στο διάδρομο, οι γνωριμίες μου επεκτείνονται. Κυρίως με συγκενείς υπέργηρων που κανονίζουν τα της αποκλειστικής και ρίχνουν ένα τρυφερό βλέμμα στον γέρο πατέρα ή τη γραία μητέρα τους που είναι σε αφασία ακίνητοι στο κρεβάτι. Στο τέρμα του διαδρόμου, ο πιο απομακρυσμένος θάλαμος είναι προστατευμένος από τα μικρόβια. Μπαινοβγαίνει μια γυναίκα κάποιας ηλικίας, στα σκούρα, ενώ οι συγκενείς κάθονται και συζητούν αμήχανα έξωθεν, στο σιδερένιο παγκάκι της γειτονικής αίθουσας αναμονής, κοιτάζοντας αμήχανα πότε το ρολόϊ τους, πότε εκείνο της αιθούσης. Πάντοτε αναρρωτήθηκα γιατί τα περισσότερα ρολόγια των σαλονιών των νοσοκομείων είναι σταματημένα κι εκτός λειτουργίας. Συνεχώς κοιτούν το κινητό τους και ύστερα βρίσκουν προφάσεις να φεύγουν... Η μητέρα όμως εκεί ακλόνητη. Πρέπει να είναι πάρα πολλές ημέρες εκεί το περιστατικό γιατί έχει γνωριστεί για τα καλά με το προσωπικό και τους γιατρούς. 


Ρίχνω ένα αμήχανο βλέμμα από το παράθυρο... Έξω η πόλη συνεχίζει τους αμείωτους ρυθμούς της, με το άπλετο φως του ήλιου να λούζει τις ταράτσες και να φωτίζει τα σκοτεινά παράθυρα... Η ώρα περνάει δύσκολα... Νομίζω ότι πέρασαν 6 ώρες και συνειδητοποιώ πως έχουν περάσει μόλις 40 λεπτά... Ο χρόνος εκεί μετράει μόνο με το προσωπικό που έρχεται και ρίχνει τα φάρμακα στους ορούς... ύστερα οι γιατροί περνούν με προσποιητή χαρά και ρίχνουν ένα ενθαρρυντικό σχόλιο: "άντε σε κάνα δυό εβδομάδες θα είσαι στη Μύκονο"... Κι αυτοί κι εγώ φυσικά το ξέρουμε ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει, για φέτος τουλάχιστον... Ας είμαι τουλάχιστον καλά το φθινόπωρο...

Οι βόλτες στους διαδρόμους με τους ορούς υπό μάλλης συνεχίζονται αμείωτοι, έστω και υπό πολύ δύσκολες συνθήκες... φθάνω στον τελευταίο θάλαμο που είναι απομονωμένος, εκείνος με το βαρύ περιστατικό... Η μητέρα φροντίζει ένα παιδί που είναι σαν σκελετωμένο. Είναι 30 χρόνων και δείχνει 80. Ανίατη ασθένεια, προχωρημένη... Μου γνέφει χαμογελώντας... Μέσα στον πόνο της βρίσκει τη δύναμη να ενθαρρύνει ακόμη και μένα... Ας είναι... Σε έναν άλλον διάδρομο υπάρχει το περιστατικό με κατάγματα και ένα μεγάλο έγκαυμα... Πάλι νέο κορίτσι, από τροχαίο... πήγαιναν διακοπές... Εκείνος δεν έπαθε γρατζουνιά... Αυτό πονάει σωματικά και τα παράπονά του ανακατεύονται με εκείνα του άλλου κοριτσιού που ουρλιάζει στον γιατρό ότι δεν αισθάνεται τα πόδια της...

Με το που νυχτώνει, η πόλη αρχίζει σιγά σιγά ν' ανάβει τα φώτα της... Τα ελάχιστα δηλαδή γιατί ο περισσότερος κόσμος έχει φύγει... Άνθρωποι συνηθισμένοι που κάνουν τις βραδυνές δουλειές τους... Κουζίνες φωτισμένες, σαλόνια με το ημίφως της τηλεόρασης, μπαλκόνια που φαίνονται έντονα οι κάφτρες των τσιγάρων σε κάθε ρουφηξιά... Ο αστικός θόρυβος επιμελώς σβήνει τους ήχους... Και τι δεν θα έδινα τώρα να είμαι ένας από αυτούς, αργόσχολος σε κάποιο μπαλκόνι, να χαζεύω τον ήλιο που αποχωρεί σιγά, σιγά για τη μικρή ζεστή καλοκαιρινή νύχτα... χωρίς άλλο, έναν φραπέ θα τον έπινα... σκέτο και βαρύ... Α' και θα κάπνιζα... Κι ύστερα ένα ωραίο κολονάτο ποτήρι με παγωμένο σαρντονέ και όλα τα φώτα σβηστά στο σπίτι... με τα φώτα μόνο των άλλων διαμερισμάτων, την αντιφεγγιά της πόλης και λίγη χαμηλή μουσική... Όχι τίποτε ξεσηκωτικό... να κάνα παλιό κομμάτι, όπως το κάραβαν του Έλινγκτον... ή το fly me to the moon... Ή λίγος παλιός αλλά καλός, δηλαδή εξαίρετος για τέτοιες μοναχικές περιστάσεις Tom Waits... Jersey Girl... Το τραγούδι μου φέρνει στο νου, τη σιλουέτα της, όταν νεότατοι στα 80ς το ακούγαμε στο σπίτι των γονιών μου... Έλειπαν για διακοπές, είχα μείνει δήθεν να διαβάσω εκείνο το καλοκαίρι... δεν άνοιξα βιβλίο... συνάντησα όμως εκείνο το πρώτο φως και σκίρτημα... Τι θυμήθηκα τώρα...  Το νοερό μου επικίνδυνο ταξίδι στο παρελθόν, διακόπτεται απότομα από μια θορυβώδη νοσοκόμα που από τα νεύρα της που είναι εκεί, κτυπάει τις πόρτες και τα ντουλάπια του φορητού τρόλεϋ με τα υλικά... 


Κυριακή πρωϊ 10 Αυγούστου και παραδόξως έχω ξυπνήσει από τις 06:00... Δηλαδή αν με άφησαν τα άτιμα τα κουνούπια να κλείσω μάτι, ή οι θορυβώδεις κινήσεις του προσωπικού που κάθε λίγο όλη τη νύχτα, λες και δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει, έμπαινε με φασαρία στο θάλαμο... Επίσης ήταν και οι ξαφνικές κραυγές του κοριτσιού... Σηκώνομαι κάθομαι καθιστός στο κρεβάτι, αλλά στο διάδρομο βλέπω τη μητέρα του απομακρυσμένου θαλάμου με το βαρύ περιστατικό να περνάει βιαστικά με έναν Παπά... Το μάτι μου πέφτει στην μεταλαβιά που κρατάει ο παπάς... Μου κόβονται τα πόδια... δεν περνάνε 10 λεπτά και ο παπάς με γρήγορο βήμα απομακρύνεται από το χώρο συνοδευόμενος από τη μητέρα του παιδιού... αισθάνομαι ένα ρίγος... πόσο στρες μπορεί να δημιουργήσει η θέα και μόνο ενός παπά με τη μεταλαβιά και το φορεμένο κόκκινο πετραχήλι του...

Πάλι προσπαθώ να κρυφτώ στις μικρές γωνίες του θαλάμου... αναζητώ κάποιες αχνές γραμμές σε κάποιον αόρατο καμβά στον απέναντι ξεβαμμένο τοίχο... Τίποτε δεν μου έρχεται στο νου... κοίτα να δεις τώρα βρήκα να ξεμείνω από φαντασία... Μόνο η σιλουέτα μιας κάποτε αναρτηθείσας τηλεόρασης χάσκει στον τοίχο απόλυτα, σαρκαστικά τετράγωνη...

Σηκώνομαι και βγαίνω βιαστικά, αλλά το προσωπικό με τη βία με ξαναγυρίζει για τα περαιτέρω... Ρωτάω και μου απαντούν ότι είναι Κυριακή και μεταλαμβάνει ο κόσμος... Μόλις φεύγουν, με καθυστερεί η φλυαρία ενός συγγενούς άλλου ασθενούς, αλλά τουλάχιστον είναι ο μόνος επισκέπτης που έχω μετά από μιάμιση εβδομάδα στο θάλαμο, κι έτσι καθώς αισθάνομαι άσχημα που δεν μπορώ να τον κεράσω κάτι, προσπαθώ τουλάχιστον να είμαι δεκτικός... Κάποια στιγμή φεύγει, σηκώνομαι και βαδίζω προς τον απομονωμένο θάλαμο, φυσικά με τους ορούς υπό μάλης καθώς ο αναρτήρας τους είναι σαραβαλιασμένος και δεν κυλάει σωστά... Ο απομακρυσμένος θάλαμος είναι ορθάνοιχτος μαζεμένος, δεν υπάρχει κανείς... Με ζώνουν φίδια... Στο γραφείο προσωπικού, η αδιάφορη και θυμωμένη προϊσταμένη που αυγουστιάτικα κάνει βάρδια προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει... κατόπιν μιλάει αγενώς σε έναν συγγενή. Ξαναπηγαίνω στον απομωνομένο θάλαμο και πέφτω πάνω σε έναν από τους μακρινούς συγγενείς που κανονίζει τα διαδικαστικά από κινητού τηλεφώνου... "Όχι σήμερα έφυγε ο εξάδελφός μου, αλλά δεν μπορείτε να τον παραλάβετε... Δεν ξέρω πότε θα γίνουν τα διαδικαστικά, γιατί πρέπει να γίνει και η κηδεία στο νησί".



Λοιπόν από νησί ήταν το παιδί... Τώρα θα ταξιδεύει αμέριμνα σωστό γλαροπούλι, παραβγαίνοντας με τους υπόλοιπους φυγάδες γλάρους κάποιο αργοκίνητο καράβι της γραμμής, φορτωμένο με ταξιδιώτες που τους φωτογραφίζουν αχόρταγοι, σαν κάποιο παράξενο θέαμα... Στεριανοί, τι περιμένεις... Το βλέμμα του χαμένο οριστικά, θα στραφταλίζει σε κρυστάλλινες θαλασσινές σπηλιές, μυστικές κι απόμερες... θα γίνεται θαλασσόξυλο γυμνωμένο από την αρμύρα, ξεχασμένο σε άδειες χειμωνιάτικες ακτές, εγκαταλελειμμένο μέσα στη μοναξιά του... Και η εικόνα του, ο αντικατοπτρισμός του, θα συναντιέται με βλέμματα· μόνο στα μάτια των συγκενών, αλλά καθάριο σαν κρύσταλλο σε εκείνα της μητέρας του... Που από τα μάτια της θα φύγει σιγά, σιγά η σκοτεινιά και θα μείνει μόνιμα η θλίψη, η μόνιμη ανησυχία της μητέρας που τώρα πια, εκεί στο μακρινό κι αδιόρατο επέκεινα έχει το πιο δικό της σπλάχνο... Για έναν λόγο που δεν μπορώ να τον εξηγήσω μου έρχεται στο νου, η εικόνα της Παναγίας, ξεθωριασμένη σε μακρινό ξωκλήσι... μόνη στην ερημιά της και την εγκατάλειψη... πλην νηπτική στον τολμηρό αποφασισμένοο επισκέπτη...


Απομακρύνομαι από τον απομονωμένο θάλαμο με ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά σύντομα ξαναγυρίζω στα δικά μου... τις δικές μου σκέψεις, διακοπτώμενες από το πληγωμένο κορίτσι που διακόπτεται αντίστοιχα από το πραγματικά τραυματισμένο, από τα κουνούπια ή το θορυβώδες νοσηλευτικό προσωπικό. Μετά από 3 ή 4 ημέρες, "έφυγαν" δύο ομίληκοι, γέρος και γραία από τους δύο διαφορετικούς θαλάμους που ήταν συγκεντρωμένοι κατά φύλο... Πλήρεις ημερών, πάνω από 90 χρονών έκαστος... Κοιτάζω έξω από το παράθυρο... Η θορυβωδώς προαναγγελθείσα από τα κανάλια έλευση του καύσωνα δεν ήρθε τελικά... Ο καιρός είναι πράγματι καλός για την εποχή και επιτέλους φυσάει λιγάκι... Κάτω οδηγοί γκαζώνουν και οδηγούν βιαστικά την άδεια λεωφόρο, που μόνο τέτοια περίοδο βρίσκεις τόσο έρημη στην Αθήνα. Ένα παπάκι κορνάρει στον μπροστά οδηγό να ξεκινήσει "Πράσινο ρε!". Η ζωή συνεχίζεται με τους ίδιους ασθμαίνοντες και βιαστικούς ρυθμούς της... 



Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Ένα γελαστό απόγευμα...





Ήταν δεν θα ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος του 1975... Αρχή απογεύματος και ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά... είχα ξυπνήσει νωρίτερα από ότι συνήθως από το μεσημεριανό ύπνο... 6χρόνος πιτσιρικάς τότε... βγήκα στην πίσω αυλή να περιεργαστώ τον κόσμο που τότε ξεδιπλωνόταν απλόχερος στα αθώα μάτια μου για να τον γνωρίσω... Το υπόλοιπα παιδιά ακόμη δεν είχαν μαζευτεί στον κεντρικό δρόμο που έβγαζε η πίσω αυλή... το σημείο συνάντησής μας...

Ο Γερο-Συμεών, με αργά αλλά σταθερά βήματα βάδιζε προς το καφενείο που ήταν στο τέρμα εκείνου του κεντρικού δρόμου, χωμάτινου τότε... Καταγόταν από το Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας. Ήταν μελαχροινός, βαρυκόκkαλος, στα νιάτα του θα είχε υπάρξει μυώδης και δυνατός... Έφυγε από τους τελευταίους στο διωγμό του 1922, είχε παλέψει σώμα με σώμα με Τσέτες, πρόλαβε κι έστειλε κάνα δυο παληκαρόπουλα από δαύτους στον άλλο κόσμο πριν μπει τελευταίος σε βάρκα... Γεροδεμένος και στα 30 του χρόνια και βάλε τότε... Η ζωή τά 'φερε και με το διωγμό όλη η οικογένειά του (αυτοί που είχαν απομείνει) βρήκαν καταλύματα στη Θεσσαλονίκη. Ο Γερο-Συμεών, όμως με τη γυναίκα του ήρθαν στα νότια, στην πόλη μας... Έφτιαξε ένα σπίτι με τα χέρια του δίπλα στη θάλασσα, πως θα μπορούσε άλλωστε να ζήσει μακριά της... Η γυναίκα του έφυγε πρώτη σχετικά νωρίς, όταν αυτός θα ήταν 50.. Ήταν ασθενική και ο τόπος ακόμη χέρσος τότε, δεν τα κατάφερε... Κατά καιρούς οι υπόλοιποι δικοί του τον προέτρεπαν να φύγει και να πάει κοντά τους στη Θεσσαλονίκη... Ο Γερο-Συμεών όμως σωστός πατριάρχης έμεινε εκεί δίπλα στο νέο σπίτι που είχε φτιάξει μαζί της... Να "φυλάει την αύρα και τον ίσκιο της", όπως είχε ομολογήσει χρόνια ύστερα στον παππού μου... Ετύγχανε του σεβασμού όλων στη γειτονιά, ακόμη και οι σπιούνοι τον φοβόντουσαν... Πέρασε όλη του τη ζωή εκεί στον γαληνεμένο τόπο δίπλα στη θάλασσα...

Εγώ τότε μόλις άρχιζα να γνωρίζω τον κόσμο... Εκείνος είχε περάσει προ πολλού τα 80 και τώρα κόντευε στα 90 του... Κάθε απόγευμα που ξυπνούσα τον έβλεπα, καλοντυμένον με λινό λευκό κοστούμι και ένα μπαστούνι, να βαδίζει αργά αλλά στέρεα προς ένα καφενείο... Ήταν ο μόνος που ήταν προσηνής στο παιδομάνι και μας χαμογελούσε πάντοτε, για αυτό και εμείς,  αγόρια και κορίτσια δεν τον φοβόμασταν τον πλησιάζαμε... Μας χάιδευε ενίοτε αλλά συνέχιζε πάντοτε το δρόμο του... Με το σούρουπο, πριν νυχτώσει γυρνούσε στο σπίτι του... Το πιο μακρινό, το πιο δίπλα στη θάλασσα...

Το καλοκαίρι εκείνο ήταν γλυκό, δεν είχε βάλει πολλή ζέστη και ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά... Ξυπνώντας από το μεσημεριανό ύπνο μου, στην πίσω αυλή περίμενα το παιδομάνι, και ο Γερο-Συμεών περνώντας αντάμειψε με ένα χαμόγελο τα περίεργα και εξεταστικά παιδικά μου μάτια... Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κάπως ενώ εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι εκείνο το πραγματικά γλυκό απομεσήμερο... Ο Γερο-Συμεών είχε φύγει από το καφενείο και βάδιζε με το μπαστούνι του προς το σπίτι του... Ήρθε ανάμεσα σε εμάς, το τσούρμο από παιδιά και έξαφνα, πήγε στην άκρη του δρόμου και κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου... Τα παιδιά συνέχισαν το παιχνίδι τους, αλλά κάποιοι σαν και μένα περίεργοι πήγαμε κοντά του, μας φάνηκε παράξενο που ένας μεγάλος άνθρωπος καθόταν κατάχαμα στο πεζοδρόμιο σαν μικρό παιδί...

Βαριανάσαινε, μας κοιτούσε με βλέμμα περίεργο... Ήρθε ένας μεγάλος και τον ρώτησε αν είναι καλά... Μας έγνεψε να φύγουμε και είπε ότι θα γυρίσει σύντομα... Εμείς τον αγνοήσαμε και εκεί που ήμασταν δίπλα στον γερο-Συμεών, αυτός ξάπλωσε φαρδύς πλατύς πίσω με την πλάτη... το μπαστούνι του έφυγε από τα χέρια... Κάτι γειτόνισσες έβαλαν τις φωνές, βγήκαν κάτι μεγάλοι και μας έδιωξαν μακριά, όλα τα παιδιά... Μας φώναξαν οι μανάδες μας, αλλά καθώς η δική μου έτρεξε να βοηθήσει και η αυλόπορτα ήταν ακριβώς απέναντι από το συμβάν, έμεινα αποσβολωμένος και περίεργος να κοιτάζω...

Μαζεύτηκε κόσμος, τον πήραν κάνα δυό σηκωτό και τον πήγαν στο σπίτι του... Την άλλη μέρα έσυρα τα αργά βήματά μου έξω από το σπίτι του και περιεργαζόμουν ένα περίεργο ξύλινο πράγμα που το έβλεπα για πρώτη φορά, ακουμπισμένο έξω από την πόρτα του... Ο Γερο-Συμεών ήταν ο πρώτος άνθρωπος που του συνέβη κάτι που τότε το άκουγα για πρώτη φορά... Πέθανε... Και τώρα? Στις άπειρες ερωτήσεις βάλθηκε να μου απαντάει ο Πατέρας μου, γιατί τόσο η μητέρα μου όσο και η Προγιαγιά μου η Έφη, ήταν στο καθήκον... Στην πραγματικότητα η Έφη έκανε όλα τα απαραίτητα, καθάρισε το σπίτι, τον ίδιο, έστησε την αγρύπνια, έψησε καφέδες...

Διηγιόμουν την ιστορία προχθές σε κάποιους φίλους και ένας από αυτούς μονολόγησε... "Τι ωραίος θάνατος..." Μου φάνηκε οξύμωρο, γιατί ένας θάνατος δεν μπορεί να είναι ποτέ ωραίος, όμως σε δεύτερο χρόνο σκέφτηκα ότι πράγματι είχε δίκιο... Στο βαθμό που είναι αναπόφευκτος, αναμφισβήτητα ήταν ένας ωραίος θάνατος κάποιο γελαστό απόγευμα, κάπου σε αυτόν τον κόσμο για έναν άνθρωπο πλήρη ημερών...