Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Το γυάλινο σχολείο



 Το σχολείο που μεγαλώσαμε είχε μια περιφραγμένη αυλή με χώμα που τους χειμώνες μετατρεπόταν σε συστάδα λιμνών από τα βροχόνερα. Αρχές δεκαετίας των 70ς και ότι ειχαν βγει οι γαλότσες που φορούσαμε και πλατσουρίζαμε με δύναμη τα πόδια μας. Τα καλοκαίρια ο κορνιορτός από τα ποδοβολητά μας καθόταν μόνο στις ώρες διδασκαλίας.

Πρόσφατα όψιμοι 50ρηδες κάναμε ένα ριγιούνιον σε μια ταβέρνα. Επιλέξαμε λίγο πριν τον 15Αύγουστο, ώστε να είναι σχεδόν όλοι ή οι περισσότεροι από την τάξη μας παρόντες. Αναλογιζόμενοι ποιοί βγήκαν από εκεί, είδαμε ότι διακεκριμένοι ήταν ένας Μητροπολίτης κι ένας διακεκριμένος επιστήμονας,  καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Όλοι οι υπόλοιποι λίγο έως πολύ ήμασταν περίπου σε συνηθισμένη κατάσταση. Οι μισοί παντρεμένοι, οι μισοί χωρισμένοι, οι μισοί με παιδιά, οι άλλοι μισοί χωρίς και πάει λέγοντας. Άλλοι με καλές δουλειές, άλλοι άνεργοι, μια συμμαθήτριά μας στη φυλακή κλπ.

Ξαφνικά μια γυναίκα της παρέας, η πιο χαζή ίσως, θυμήθηκε το μπούλιν, που υπέστησαν αυτοί οι ξεχωριστοί συμμαθητές μας. Ο μετέπειτα Μητροπολίτης για την ιδιαιτερότητά του, αλλά και και ο σπασίκλας επίσης. Άξαφνα, θυμηθήκαμε πολλά. Οι ιστορίες έπεφταν η μία μετά την άλλη. Τις λέγαμε σαν να θέλαμε να εξομολογηθούμε...

Ας ξεκινήσουμε από τον Κίμωνα, τον μετέπειτα μητροπολίτη. Ήταν από φτωχή οικογένεια. Οι γονείς του ήταν μεγάλης ηλικίας. Ο πατέρας του εργαζόταν υπάλληλος σε εμποροραφείο, δουλεύοντας ατέλειωτες ώρες, ακόμη και τις Κυριακές. Η μητέρα του ήταν απλή νοικοκυρά. Ο γαλανομάτης ξανθωπός Κίμων σαφώς διέφερε από εμάς τους υπόλοιπους που ήμασταν γνήσια μαυροτσούκαλα. Ίσως για αυτό να ξεκίνησε η βιαιοπραγία εις βάρος του. Ίσως πάλι γιατί είχε την κακή συνήθεια να μην απαντάει στις προκλήσεις για ξύλο που ήταν τότε μόδα στα σχολειά και απλά να διαμαρτύρεται.

Αυτό έδινε ώθηση και στους ασθενέστερους σωματικά μαθητές, καθώς ο Κίμων αν μη τι άλλο ήταν μια ευκαιρία να δείρουν κι αυτοί κάποιον. Δεν θυμάμαι ποιός πρωτοξεκίνησε να χτυπάει τον Κίμωνα. Θυμάμαι ότι για να αμυνθεί, αφού τα παρακάλια και τα κλάματα δεν έπιαναν, κουλουριαζόταν στο λασπωμένο χώμα.Οι παραδειγματικές τιμωρίες των δασκάλων, δεν έλυναν το πρόβλημα, αφού υπήρχε λόγος για εκδίκηση, να πληρώσει το κωλόπαιδο που καρφώνει κι από πάνω.

Θυμάμαι πως πολύ διστακτικά έδωσα κι εγώ ένα σπρώξιμο στον Κίμωνα και στη διαμαρτυρία του, δήθεν προσβλήθηκα και τον χτύπησα. Η συνέχεια της σκηνής ήταν αναπάντεχη. Ο δυνατότερος της τάξης, ένα καθόλα μπρατσωμένο παιδί, που μόλις την προηγουμενη ημέρα μου είχε ρίξει ένα καλό ξύλο, έσκυψε να του κάνει σκαμνάκι. Μου πρότεινε έμμεσα να συνεργαστούμε. Αυτό το είδος συνεργασίας το εξέλαβα ως πρόσκληση φιλίας. Αναμφισβήτητα ήταν μεγάλη ευκαιρία για μένα να γίνω φίλος του. Έτσι χωρίς δισταγμό, έσπρωξα τον δύσμοιρο Κίμωνα, που πέφτοντας πίσω κυλίσθηκε στις λάσπες. Τότε υπήρξε ομαδικό γέλιο από τους άρρενες συμμαθητές μας. Στην απόγνωσή του ο Κίμων μας συχτίρισε. Τότε ανέλαβε ένας τρίτος και τον άρχισε στις κλωτσιές. "Κωλόπαιδο να μάθεις να βρίζεις". Πάλι γέλιο... Για μένα ήταν ένα καλό βήμα να γίνω φίλος με τους δυνατούς της ομάδας.

Για τον Κίμωνα ήταν η αρχή ενός ατελείωτου μπούλιν. Τα διαλείματα για όλα τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου ήταν ευλογία. Για τον Κίμωνα μερικά ήταν πραγματικό μαρτύριο. Το ομαδικό ξύλο ήταν πάντοτε η επωδός κάποιας κασκαρίκας που είχε προηγηθεί. Νεροβόμβα, τρικλοποδιά στις λάσπες, σκατά στο πρόσωπο, ομαδικό φτύσιμο, ομαδικές σφαλιάρες-σύννεφο το λέγαμε- και άλλα που ντρέπομαι να θυμάμαι... Πιο φανατικά έδερναν οι αδύναμοι σωματικά συμμαθητές. Ήταν για αυτούς μια μεγάλη ευκαιρία να ρίξουν κι αυτοί μια φάπα ή αποτελούσε βήμα να γίνουν φίλοι με τους δυνατούς. Οι φιλίες αυτές σφραγίζονταν με την συμμετοχή και στην τιμωρία. Οι σφαλιάρες οι βεργιές και το βρισίδι από τους δασκάλους ήταν αν μη τι άλλο το επιστέγασμα καλών σχέσεων. Σαφώς το κύριο θέμα της ασχολίας των πολλών στα διαλείματα δεν ήταν ο Κίμων ή κάποιος άλλος. Ήταν η μπάλα. Ο Κίμων αποτελούσε παρεμπίπτουσα ασχολία ή τυχαία επιλογή ξεσπάσματος.

Μετά την τετάρτη Δημοτικού αρχίσαμε να εκδηλώνουμε το φύλο μας. Κάποιος που δεν θυμάμαι, χτυπώντας τον Κίμωνα, τον αποκάλεσε "παλιοπούστη", οπότε ένας αλλος είπε "να τον γαμίσουμε". Έτσι τον έβαλε κάτω μπρούμητα και έκανε τη μιμιτική πράξη του βιασμού. Αυτό ήταν η αρχή ενός άλλου νέου τύπου πειράγματος εις βάρος του συμμαθητή μας. Το πιο ήπιο ήταν που λέγαμε ανέκδοτα σόκιν με πούστηδες και τον κοιτούσαμε με νόημα, και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια. Ήταν αυτός κι ένας τρόπος να επιδείξουμε τον ανδρισμό μας στα κορίτσια. Οι γεροδεμένοι από τους συμμαθητές συνήθως μετά την δημόσια απομίμηση της πράξης, τελείωναν και με δυνατές σφαλιάρες στον πεσμένο στα τέσσερα Κίμωνα. "Να μάθεις παλιόπουστα!" και χα χα χα χα τα γέλια.

Αν τύχαινε να πέσει στην υπόληψη κάποιου από τους δασκάλους, το ξύλο ήταν αναπόφευκτο, όμως ήταν κι ένα είδος παράσημου για τον τιμωρούμενο. Έτσι κι αλλιώς ο Κίμων δεν κέρδιζε τίποτε με αυτές άλλο παρά άλλη μια αφορμή για ομαδική εκδίκηση...

Μεγαλώνοντας, κάπως βάλαμε μυαλό κι εγκαταλείψαμε τον Κίμωνα και τις ιδιαιτερότητές του. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο, επικαλούμασταν το όνομά του ή τον κοιτούσαμε χλευαστικά και χαζογελώντας μόνο εάν η συζήτηση έφερνε κάποιον τοιούτο ή κίναιδο. Ο Κίμων μετατράπηκε στον αόρατο συμμαθητή μας σιγά, σιγά και αργά και διακριτικά έφυγε απ' τη ζωή μας, περνώντας σε εκκλησιαστική σχολή για να γίνει ιερέας. Γι' αυτόν αυτή η κίνηση θα υπήρξε μεγάλη διέξοδος, καθώς έφυγε από το σπίτι του και τους γονείς του. Η συνέχεια της ζωής του, οι σπουδές του, οι κόποι κι οι αγώνες του, μας ήταν άγνωστοι, έως ότου τον μελετήσαμε ξανά ως μητροπολίτη.

Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, τη θέση του στο μπούλιν, πήρε ο σπασίκλας της τάξης. Ο Βασίλης ήταν ένα συνεσταλμένο παιδί που στα χρόνια μας στο δημοτικό πέρασε απαρατήρητο. Δεν είχε κάποιο χαρακτηριστικό να μας τραβήξει, ώστε η ομήγυρις να ασχοληθεί μαζί του σε ομαδικό επίπεδο. Ήταν από τους καλύτερους μαθητές, αλλά όχι ο πρώτος. Δεν προκαλούσε κι έτσι δεν δέχθηκε κάποιο είδος ομαδικού μπούλιν.

Στο Γυμνάσιο όμως, η έφεσή του στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες τον έκανε ξεχωριστό και γρήγορα συγκέντρωσε τη μήνυ των πολλών εναντίον του. Ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια και έμενε σε ένα ισόγειο σπίτι μικρή μονοκατοικία σε ένα στενάκι. Όλο το σπίτι δύο δωμάτια, το ξέρω γιατί πλειστάκις τον επισκεπτόμουν για να ανταλλάξουμε σημειώσεις.

Το μπούλιν στο Βασίλη, ξεκίνησε από ένα διαγώνισμα, στο οποίο έγραψε μόνος αυτός άριστα, εγώ 13, κι η υπόλοιπη τάξη κάτω από τη βάση. Στο διάλειμα οι δυνατότεροι του έδωσαν ένα καλό σύννεφο να το θυμάται. Τα υπόλοιπα παιδιά, από μεγαλύτερες και μικρότερες τάξεις γελούσαν. Ήταν η αρχή. Στο σχόλασμα, όλη την επόμενη εβδομάδα, του έπαιρναν την τσάντα και την πετούσαν πίσω από φράχτες. Ο Βασίλης έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες να την φθάσει, τα βιβλία ήταν τότε πανάκριβα. Του τα έσκισαν τις επόμενες ημέρες. Ήξερε από τα παθήματα του Κίμωνα ότι δεν έπρεπε να μιλήσει.

Κάθε ημέρα ένα σύννεφο από κατακέφαλα ήταν στο πρόγραμμα. Τα τετράδιά του σκίστηκαν ή λερώθηκαν αρκετές φορές. Οι επιμελητές έτρωγαν ξύλο για να επιτρέψουν στους κάφρους να ουρήσουν στην τσάντα και στα βιβλία του. Μεγαλώνοντας στην ηλικία μεγάλωσαν και οι πλάκες. Τα τσιγάρα σβήστηκαν πολλές φορές πάνω του ή στα χέρια του. Σκισμένα χαρτιά στην κουκούλα του άναβαν και γινόταν παρανάλωμα. Ένα βράδυ στη Β' Λυκείου μεθυσμένοι πήγαμε και η "σκληρή" 5δα ούρησε στο χαλάκι του σπιτιού του, στην πόρτα του κλπ. Μιαν άλλη ημέρα κάποιοι πήραν σε μια εφημερίδα κόπρανα και τα έτριψαν στον τοίχο του σπιτιού του...  Ένα άλλο βράδυ πλάκωσαν στις κλωτσιές και σκέβρωσαν τις ρόδες του ποδηλάτου του πατέρα του, του μοναδικού μεταφορικού μέσου που είχε. Στις καφετέρειες άπειρες φορές είχε φάει καφέ στα μούτρα δήθεν από λάθος. Εκείνοι που έδερναν με μεγαλύτερο ζήλο, ήταν παιδιά από καλές οικογένειες που κανονικά θα έπρεπε να είναι καλοί μαθητές αλλά δεν ήταν γιατί δεν ενδιαφέρονταν. Ένας τέτοιος τον έσπασε στο ξύλο έξω από κάτι φροντιστήρια ένα απόγευμα μπροστά στα κορίτσια... Να δουν τι άντρακλας ήταν...

Μεγαλώνοντας ξεχάσαμε και τον Βασίλη. Περάσαμε σε σχολές, κάποιοι συγκατοίκησαν και μαζί του στην Αθήνα. Πήραμε ο καθένας το δρόμο του, σπουδάσαμε, βρήκαμε δουλειές, κάποιοι παντρεύτηκαν, κάποιοι έκαναν δεύτερο και τρίτο γάμο. Τον Βασίλη τον φιλοξένησα με χαρά στο σπίτι μου όταν ήταν φαντάρος στη Χίο και πέρασε από την Αθήνα. Έφυγε στο εξωτερικό με υποτροφία και μετά από 20 χρόνια βρέθηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης με διεθνή βραβεία στα μαθηματικά.

Κανείς από τους δύο, φαντάζομαι για τεχνικούς λόγους δεν ήταν στο ριγιούνιον. Η συζήτηση ξεκίνησε κάπως ψυχρά, όμως ο καθένας άρχισε να λέει ιστορίες που πρωταγωνιστούσαν άλλοι κι όχι αυτός ο ίδιος. Στη συνέχεια οι άλλοι έσπευδαν να υπενθυμίσουν ιστορίες που ήταν αυτός ο πρώτος πρωταγωνιστής. Και πάει λέγοντας· το ομαδικό έγκλημα είχε βγει στη φόρα. Είχαμε μιαν παράξενη λάμψη στα μάτια μας, καθώς οι ιστορίες έδιναν κι έπερναν. Κάποιοι χασκογελούσαν κιόλας, δήθεν τι διασκεδαστικά που ήταν όλα αυτά, τι κασκαρίκες παιδικές κάναμε. Η λάμψη ήταν σαφώς λάμψη συνενοχής. Κανείς δεν θα μείνει εδώ χωρίς να διαπομπεφθεί τι έκανε τότε στα παιδιά.

Ήμουν σιωπηλός χωρίς άλλο· Καίτοι δεν συμμετείχα ποτέ σε όλες αυτές τις ιστορίες, τουλάχιστον ενεργά, η σιωπή μου, η συμμετοχή μου στο ξεφώνημα ή στον ομαδικό χλευασμό, ήταν το ίδιο ένοχη. Το κρύψιμό μου στην ομάδα των πολλών που εβούλετο και έκανε αυτά, ήταν το ίδιο ένοχο. Η μη καταγγελία των μικρών αυτών αθώων εγκλημάτων ήταν το ίδιο ένοχη.

Στο τέλος του ριγιούνιον, ένας από τη μεγάλη παρέα έιπε πως έπρεπε να είμαστε περήφανοι που δύο από "εμάς", πέτυχαν στη ζωή τους τόσο πολύ. Αυτό το "εμάς" όμως έπαιρνε πολύ νερό... Χαιρετηθήκαμε και φύγαμε, εύχαρεις, που ήμασταν γεροί καλοί και φίλοι ξανά...

Στο δρόμο για το σπίτι ένας κόμπος στο λαιμό μου δεν έλεγε να λυθεί. Μα που είχα καταχωνιάσει όλα αυτά τα άθλια πράγματα? Πως μπόρεσα να τα ξεχάσω και να μην ζητήσω ούτε ένα συγνώμη ποτέ έστω για τη σιωπηρή συνενοχή μου... Τι αλήθεια να σκέφτονταν αυτοί οι δύο, όταν στις παρέες τους αναπολούσαν τα αθώα παιδικά τους χρόνια? Σκεφτόμουν και προσπαθούσα να βρω λόγους για τους οποίους θα μπορούσαμε εμείς οι απλοί ασήμαντοι "υπερήφανοι" συμπολίτες, για τις επιτυχίες των συμμαθητών μας. Ποιά ακριβώς συμμετοχή είχαμε στις κοπιώδεις προσπάθειές τους? 



Δεν μπορούσα να βρω κανέναν καλό λόγο... Μια μόνο εικόνα μου ήρθε στο νου και την είπα φωναχτά:  "Αν μη τι άλλο αποτελέσαμε έναν ακόμη σοβαρό λόγο να προσπαθήσουν σκληρά να ξεφύγουν από τούτον τον απόπατο"... Κι αυτό όντως ήταν ένα είδος συμμετοχής για την οποία πράγματι θα έπρεπε να είμαστε περήφανοι.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

δίψα για ζωή





Το μάτι μου έπεσε από σύμπτωση ίσως Deolinda Correa... Η ιστορία με συγκλόνισε, καθώς αφορούσε το θαύμα του να συνεχίσει να δίνει ζωή σε ένα παιδί-στο παιδί της- μια ήδη νεκρή μητέρα...

Ίσως πίσω της να έχει συμβολισμούς εξίσου δυνατούς, όπως πχ στην αναφορά που γίνεται στο ιστολόγιο της κας Τοράκη. Εντούτοις εγώ στάθηκα στην ιστορία καθεαυτή. Κόλλησα στον ιστό της και αναπήδησα, όπως ένα έντομο κολλάει στον ιστό της αράχνης και μην μπορώντας να ξεκολλήσει, χτυπιέται σε μιαν ύστατη προσπάθεια να ξεφύγει. Όμοια κι εγώ, χάθηκα στα νήματα της ιστορίας καθευτής...

Εν τάχει η ιστορία έχει ως εξής: Η Ντεολίντα Κορρέα, είναι μια γυναίκα, που το 1840 πέθανε στην έρημο από δίψα όταν, έχοντας το μωρό της αγκαλιά, πήγαινε να βρει τον άντρα της που είχε αρρωστήσει ενώ πολεμούσε στον εμφύλιο της Αργεντινής. Όταν μετά από μέρες τη βρήκαν, το μωρό ήταν ζωντανό γιατί τρεφόταν από τον μαστό της μάνας του που ήταν γεμάτος γάλα! Η Μητέρα είχε πεθάνει εδώ και μέρες, αλλά το βρέφος ήταν ακόμη ζωντανό!

Όμως η συνέχεια είναι που είχε επίσης ενδιαφέρον. Οι κάτοικοι την ανακήρυξαν σε Αγία, παρόλο που η καθολική εκκλησία ακόμη και σήμερα δεν την αναγνωρίζει. Τους συγκλόνισε κι αυτούς το θαύμα της ζωής, το θαύμα της φύσης. Σιγά σιγά στην ευρύτερη περιοχή αλλά και αλλού, άρχισαν να ξεφυτρώνουν ναΐσκοι αφιερωμένοι σε αυτήν, όπου οι περαστικοί αφήνουν αναθήματα. Συνήθως αφήνουν μπουκάλια με εμφιαλωμένο νερό εις ανάμνηση της δίψας της κοπέλας: Να μην αφήσουν ξανά ποτέ κανέναν διψασμένο σε αυτόν τον κόσμο. Ίσως κι από ενοχή να αισθάνονται, ότι της χρωστούν, έστω και τώρα που έχουν περάσει πάνω από 150 χρόνια το πολύτιμο νερό.

Τι είναι αυτό που κάνει τους βιαστικούς συνήθως οδηγούς οχημάτων να παρεκκλίνουν της πορείας τους και να σταματούν για να προσευχηθούν για τη νεαρή κοπέλα? Να της προφέρουν μπουκάλια με νερό? Κάποιοι ναΐσκοι αφιερωμένοι σε αυτήν δέχονται συνήθως αναθήματα, όπως ονόματα αγαπημένων προσώπων χαραγμένα σε πλακίδια ή νυφικά από κοπέλες που είχαν τάμα και κατάφεραν να παντρευτούν, προσφέροντας εκεί στο ναΐσκο τα νυφικά τους.

Το σίγουρο είναι πως η Deolinda ήταν νέο κορίτσι, μητέρα με παιδί στην αγκαλιά, που πήγε να βρει τον αγαπημένο της. Περιπλανήθηκε στην έρημο κι όταν της τελείωσαν οι προμήθειες πέθανε από τη δίψα. Από τη μια η Αγάπη για τον χαμένο σύντροφο και η Μητρότητα, ενώ από την άλλη ο Όλεθρος - εδώ με τη μορφή του εμφυλίου πολέμου - και η Αρρώστια. Πόσοι και πόσοι κάθε βράδυ πριν κοιμηθούν δεν εύχονται τα πρώτα ή δεν ξορκίζουν τα δεύτερα στις προσευχές τους? 

Πολλοί έχουν ένα δάκρυ για τη νεαρή κοπέλα, που έστω και νεκρή κατάφερε σαν από θαύμα να κρατήσει στη ζωή το μονάκριβό της παιδί. Όμως πόσοι γονείς τις νύχτες δεν παρακαλούν το θεό, ο μη γένοιτο,  να πάρει τους ίδιους κι όχι τα παιδιά τους? Πόσοι δεν ξορκίζουν το θάνατο στις προσευχές τους?

Και το άγαλμά της εκεί στο παρεκκλήσι? Ένα λιτό ταπεινό κορίτσι που κρατά το παιδί της στορργικά ακόμη και από το θάνατο... Δεν έχει πια δυνάμεις... δεν έχει ανάσα... έχει όμως σάρκα από τη σάρκα της και προσφέρει απλόχερα στο μονάκριβο παιδί της.

Κι ίσως αφού κατάφερε αυτό, να μπορεί να σπλαχνίζεται και τους περαστικούς, τους κουρασμένους στις προσευχές τους λίγο πριν κοιμηθούν που ξορκίζουν το θάνατο και την αρρώστια. Ίσως με τη σκέψη της και μόνο να στέργει τα φτωχοκόριτσα που εύχονται γάμο αγάπη οικογένεια, εκεί λίγο πριν αποκοιμηθούν ξεθεωμένα από τη δουλειά στα φτωχικά τους κρεβάτια. Που ονειρεύονται λίγη ζωή...

Ίσως να δώσει και λίγη από την απέραντη ευσπλαχνία της και στους περαστικούς, που οδηγούν κατάμονοι στους μεγάλους εθνικούς δρόμους χαμένοι στις σκέψεις τους. Και που εύχονται να μην τελειώσει έτσι άδοξα η ζωή τους, πίσω από ένα τιμόνι να πεθάνουν από τη δίψα για μια ζωή που δεν ήρθε ποτέ...



(εις μνήμην Φώτιου...)

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Τα θαλασσόκρινα...



Σήμερα (επιτέλους) θα προσπαθήσω να γράψω για σένα... είναι πολύ δύσκολο βέβαια να κάνω κάτι τέτοιο, όμως πιστεύω πως αρχίζοντας και τελειώνοντας στα σημεία που δεν συνυπήρξαμε, θα ήταν μια καλή αρχή...

Θα πρέπει να γυρίσω πολύ πίσω... εκεί στην ταραγμένη δεκαετία του 1940, οπότε και γεννήθηκες... γεννήθηκες όπως όλα τα παιδιά, μικρούλα, μαυροτσούκαλη... κι όπως όλα τα παιδιά, δεν κατανοούσες τίποτε από τον κόσμο εκείνο που λουζόταν στο αυθόρμητο μίσος και αίμα... δεν κατανοούσες τίποτε πέρα από τις αισθήσεις που έχουν όλα τα μωρά... Τα πρώτα σου βήματα έγιναν σε μια προσφυγική συνοικία που σήμερα δεν υπάρχει... την έχει αποτυπώσει όμως μιαν ασπρόμαυρη φωτογραφία που σε απεικονίζει μικρούλα απορημένη για τούτον τον δύσκολο κόσμο... Μόλις όμως άρχισες να καταλαβαίνεις τον κόσμο και ν' αποτυπώνεις μνήμες, όλος εκείνος ο κόσμος σου γκρεμίστηκε...

Η Μητέρα σου έφυγε για την πρωτεύουσα... Οριστικά... βλέπεις δεν τη θυμάσαι καθόλου να σε κρατάει με τρυφερότητα, να σ' αγκαλιάζει να σε προστατεύει με στοργή... τίποτε... Μόλις άρχισες να καταλαβαίνεις αυτόν τον δύσκολο κόσμο, ήσουν μόνο με τη γιαγιά και το θείο σου... Σε ένα από εκείνης της εποχής τα προσφυγικά σπιτάκια που στέγαζαν 2 και 3 οικογένειες στα δύο δωμάτια που είχαν... Η γιαγιά σου εργαζόταν 3 βάρδιες ημερησίως προκειμένου να τα φέρει βόλτα, κι ο θείος σου έφηβος ων, γύριζε από δω κι από κει... Μόλις άρχισες να καταλαβαίνεις αυτόν τον κόσμο λοιπόν ήσουν μόνη σου...

Εκείνα τα χρόνια οι οικογένειες στα προσφυγικά προσπαθούσαν να καταλάβουν όσο περισσότερο χώρο μπορούσαν... Έτσι εσύ καθώς ήσουν μόνη σου, ένα κορίτσι 4 χρονών, συνήθως σε πετούσαν εύκολα έξω απο το σπίτι... Μεγαλώνοντας οι άλλες οικογένειες σε χλεύαζαν μαζί και τα παιδιά τους... "Που είναι μωρή η μάνα σου? Σε παράτησε γιατί τι να τα έκανε αυτά τα μούτρα?". ήταν συνήθως ότι θυμάσαι από τα πολύ παιδικά σου χρόνια... Όχι λόγια στοργής δηλαδή αλλά βρισιές, ειρωνείες και "όξω από εδώ μαλακισμένο!" που ήταν το σύνθημα να σε βγάλουν έξω από το σπίτι... Τον χώρο που σας αναλογούσε τον επανακαταλάμβανε η γιαγιά σου τη νύχτα που σε μάζευε από το δρόμο... Ο θείος ίσως και να έκανε εβδομάδες να φανεί...

Κι η μητέρα? Που να ήταν εκείνη? Γιατί σε άφησε? Αφού κανείς δεν σε ήθελε σκέφτηκες καλό ήταν να αφεθείς να πεθάνεις... τι καλύτερο από το να μην φας τίποτε... έτσι κι αλλιώς ήταν εύκολο... Παρόλο που η γιαγιά σου άφηνε πλούσιο γεύμα να σε ταΐσουν, οι υπόλοιποι συν-ένοικοι σου άφηναν μόνο τ' άθλια αποφάγια...

Άρχισες να μην τρως τίποτε... έπεσες σ' αναιμία και πυρετό... Σε είχαν σίγουρη να πεθάνεις, όμως σε όλα τα πράγματα σε τούτον τον κόσμο, οι άνθρωποι είναι δαίμονες αλλά και άγγελοι μαζί... Έτσι μιαν ημέρα από το πουθενά εμφανίστηκε ο θείος σου στο σπίτι... Μάγκας ων, επέβαλλε τη γωνιά σας κι ύστερα άρχισε να σε παίζει... Μόνο του θείου σου τα χάδια και τα παιχνίδια θυμάσαι από αυτήν την πρώτη σου παιδική ηλικία... Αυτός έκανε τον καραγκιόζη κι εσύ χασκογελούσες με τα παιδικά σου μάτια να λάμπουν... Επιτέλους σε αγαπούσαν και σένα... κι έτσι άρχισες να τρως και δυνάμωσες...

Πόσο παράξενη είναι στ’ αλήθεια η ζωή. Βλέπεις έναν προσφυγικό μαντρότοιχο, στη μέση του πουθενά, ξεραΐλα, κάψα, ήλιος αδυσώπητος. Κι όμως εκεί στις σφηνωμένες πέτρες, που να βρέθηκε λίγο χώμα και νερό για να φυτρώσει ένα λουλούδι. Το βλέπεις μικρό, τρυφερό, παράξενα όμορφο, να πασχίζει ν’ ανθίσει να κρατήσει εκεί το ριζιμιό του στον αμείλικτο βράχο... Με λίγο χώμα που θα φέρει ο αέρας και λίγη βροχή που θα πέσει... τόσος χώρος του μένει... μια χαραμάδα χώμα...


Μεγαλώνοντας είχες βρει ένα ευχάριστο παιχνίδι... Ο βροχερός καιρός έφτιαχνε στους λασπόδρομους μεγάλες λακκούβες με νερό... κι εσύ έπαιζες εκεί πλατσουρίζοντας... Τι κι αν ήταν χειμώνας, τι κι αν ήσουν ξυπόλητη... Για σένα ήταν θέαμα να βλέπεις τον συννεφιασμένο ουρανό να καθρεπτίζεται στις μικρές αυτές “λίμνες”... Έτσι κι αλλιώς όταν έβρεχε τα άλλα τα παιδιά τα μάζευαν οι γονείς τους στα σπίτια τους... Εσένα σε έδιωχναν έξω ξυπόλυτη στη βροχή... Εκεί πλατσουρίζοντας στα λιμνάζοντα νερά του δρόμου είχες φτιάξει τον δικό σου κόσμο... Πολιτείες, λιμάνια, νησιά, ξυλαράκια για πλοία, πακέτα από τσιγάρα, όλα ο δικός σου μικρός σεντεφένιος κόσμος. Όταν πάλι δεν έβρεχε, τα άλλα παιδιά της γειτονιάς αντιγράφοντας τους γονείς τους σε κορόιδευαν: “που είναι η μάνα σου μωρή? Πως να μην σε άφηνε με τέτοια μούτρα?”. Κι όμως εσύ όμως όπως ο κόσμος σου, ήσουν όμορφη σαν ήλιος και σύννεφο μαζί... Όταν όμως έβρεχε, όλος ο δρόμος σου ανήκε, ήταν μόνο δικός σου...



Ήρθε όμως μια μέρα που τα ίδια αυτά τα παιδιά σου φώναξαν: “Η μάνα σου! Μωρή! Η μάνα σου!”. Και σου έδειχναν το δρόμο όπου περνούσαν τ’ αυτοκίνητα... Εκεί στη δεκαετία του 50 περνούσε στα 100 μέτρα ο δρόμος που έβγαζε έξω από την εσχατιά της πόλης, που ήταν η γειτονιά σας φτωχά μικρά σπιτάκια με προσθήκες από λαμαρίνες και επεκτάσεις από παράγκες... “Η μάνα σου... Αλήθεια σου λέμε!”.

Τα παιδιά σου έδειξαν ένα ταξί που είχε σταματήσει στο δρόμο εκεί... Μέσα στο ταξί ήταν επιβάτης μια γυναίκα η οποία όμως δεν γύρισε να σε κοιτάξει... Ήταν η μητέρα σου, φορτωμένη δώρα, τα πήγαινε αλλού, αλλά δεν γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος σου... Αυτό ήταν όλο κι όλο ό,τι θυμάσαι για τη μητέρα σου από την παιδική σου ηλικία... Επαναλήφθηκε άλλες δύο φορές... Τα παιδιά δήθεν απορημένα: “μα καλά γιατί δεν σταματάει να σε δει η μάνα σου μωρή?” “τέτοια που είσαι”! Αυτό όμως που σε πλήγωνε δεν ήταν τα λόγια των παιδιών, αλλά το να μην γυρίσει καν να σε δει εκείνη... τι θα της κόστιζε ένα βλέμμα... Στη γειτονιά ήταν ένα άλλο κορίτσι που ήταν πεντάρφανο και μόλις μεγάλωσε το πήγαν στο Ορφανοτροφείο. Είσαστε στενές φίλες μικρές... Όμως ακόμη και σε εκείνη, η Μητέρα της ήταν Άγγελος που την πρόσεχε από τον Ουρανό. Η δική σου δεν τόλμησε να σου ρίξει ούτε ένα βλέμμα...

Μια φορά έναν βροχερό χειμώνα, παρότι ψηνόσουν στον πυρετό, ήσουν πάλι έξω και ταξίδευες στις σεντεφένιες “λίμνες” σου... Ένα ταξί σταμάτησε και πήγαινε σιγά στο δρόμο γιατί υπήρχαν εμπόδια... μέσα ήταν μια γυναίκα η οποία όμως αυτή τη φορά γύρισε και σε κοίταξε... το ταξί έμεινε ακίνητο για λίγο κι ύστερα έφυγε... Ύστερα από καμία ώρα, το ταξί γύριζε από την αντίθετη κατεύθυνση αλλά αυτή τη φορά σταμάτησε κι η γυναίκα βγήκε... Δεν ήταν η μητέρα σου... Σε πλησίασε δακρυσμένη... Σου χάιδεψε τα μαλλιά... σε πήρε στο ταξί... τι πολυτέλεια ήταν αυτή για σένα... σε όλη τη διαδρομή η γυναίκα ήταν δακρυσμένη, αλλά σε χάιδευε... σου αγόρασε ένα ζευγάρι παπούτσια από την τοπική αγορά της πόλης... σε γύρισε πίσω και σε αποχαιρέτησε με ένα φιλί... Σκέφτηκες μήπως ήταν κάποια θεία σου... Κι όμως ήταν μια ξένη προς εσένα, αλλά διάσημη τραγουδίστρια εκείνης της εποχής... Εμφανιζόταν σε ένα κοντινό κέντρο. Η αρχέτυπη εικόνα σου μάλλον την άγγιξε ποιος ξέρει με ποιόν τρόπο... Αυτή ήταν από τις λίγες στιγμές της παιδικής σου ηλικίας που ένιωσες κάποια στοργή... Μα η διάσημη τραγουδίστρια σου έκανε άθελά της κι άλλη μια ευεργεσία. Η γειτονιά από εκείνο το απόγευμα δεν σε ξαναπείραξε... απέκτησες ένα είδος σεβασμού...

Η γιαγιά σου είχε μιαν αδερφή την οποία το παιδί της δεν την γνώριζε σαν μάνα του. Τα εγγόνια της δεν ήθελαν ούτε να την δουν. Έτσι υποχρέωνε εσένα να της πας το φαγητό της, γιατί ήταν κοκέτα βλέπεις και δεν μαγείρευε... Οι εγγονές της στηνόντουσαν για να δουν τη φάση και να γελάσουν... Μόλις πλησίαζες το σπίτι της αυτή έβγαινε και σε έβριζε, και σου πετούσε πέτρες... “Στο διάολο πουτανάκι, μούλικο μην ξαναπατήσεις εδώ βρωμιάρα και μου μαγαρίσεις το σπίτι!!!”. Εσύ τρομαγμένη της άφηνες το φαγητό στην αυλή της και το έβαζες στα πόδια αλαφιασμένη, με τις εξαδέλφες σου να ξεκαρδίζονται στα γέλια... Όμως η νύφη της μέγαιρας και μητέρα των εξαδέλφων σου, σε αγαπούσε και σε είχε σαν παιδί της... Συχνά σε κρατούσε εκεί κάποιους χειμώνες όταν ο πυρετός πλέον είχε σπάσει τα θερμόμετρα... Ήταν η δεύτερη γυναίκα μετά τη γιαγιά σου που σου έδειχνε στοργή... εξαιρέσει φυσικά της διάσημης ευεργέτισσάς σου...


Ένα μικρό υγρό ισόγειο δωμάτιο με σκονισμένα φθηνά έπιπλα. Τα απαραιτήτως στοιχειώδη. Είναι το καλό δωμάτιο, η σάλα. Ο άνεμος που λυσσομανά έξω καταφέρνει επιτέλους να ανοίξει το ξεχαρβαλωμένο παράθυρο. Ένας στρόβιλος εισβάλλει απρόσμενα κι ανακατεύει πράγματα, ρίχνει κανένα γυαλικό που σπάει. Έξαφνα πέφτει κάτω μια χαρτονένια φθηνή φωτογραφία που ήταν κρυμμένη πίσω από κάποιο αντικείμενο για χρόνια. Απεικονίζει έναν μελαχρινό αδύνατο νεαρό γεροδεμένο άνδρα με μούσια, κακοντυμένο με βλέμμα χαμογελαστό κι ελπιδοφόρο. Βαστάει όπλο μα ίσα που διακρίνεται στη φωτογραφία.

Ύστερα ένα σούρουπο εμφανίστηκε ένα αξύριστος άνδρας, μυστακοφόρος... Σε χάιδεψε... Ήταν ο Πατέρας σου... γύρισε μετά από 7-8 χρόνια... Τον έβλεπες για πρώτη φορά, μα ήταν σαν ζωντανό λείψανο... Μεγαλώνοντας θα έβλεπες πολλές φορές να τον δέρνουν και να τον εξευτελίζουν σε ταβέρνες... Ήταν ψαράς... του τα είχαν πάρει όμως όλα... Οι τοκογλύφοι για δάνειο 1000 δραχμές του είχαν πάρει τη βάρκα του, που τότε κόστιζε 10.000 δρχ. Και άλλα πολλά... αλλά αυτός απτόητος, φόρεσε ένα καλάθι στο κεφάλι και περπατούσε ξυπόλητος όλη την πόλη πουλώντας ψάρια... Έτσι σε μεγάλωσε και ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία σου, όποτε είχες την ευκαιρία, να πηγαίνεις ακούραστη μαζί του όλη την ημέρα... έτσι κι αλλιώς στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς δικός σου...

Μια Κυριακή, εμφανίστηκε στο σπίτι σας ένα μικρό κατάξανθο παιδί... Μπήκε σαν στο σπίτι του... Το κοιτούσες με περιέργεια... Ο πατέρας σου το χάιδεψε... σου είπε ότι ήταν ο αδερφός σου, τον οποίο είχε πάρει μαζί της η μητέρα σου... εκεί πρωτοέμαθες ότι είχες αδερφό... το παιδί (γιατί έτσι το είχε δασκαλέψει η άλλη του γιαγιά) τα κατέβασε και τα έκανε στο τσιμέντο στο κέντρο του δωματίου... ύστερα έφυγε αμίλητο... Ο πατέρας σου καθάρισε βουρκωμένος, ενώ η γιαγιά σου έβριζε και το παιδί και την πρώην συμπεθέρα της... Σου έμεινε ανεξίτηλη και η εικόνα του παιδιού και τα δάκρυα του πατέρα σου...

Το προσφυγικό σπίτι, όλο κι όλο δύο δωμάτια. Το ένα η σάλα, το άλλο δυο κρεβάτια... Σε μια κόχη του φτωχικού δωματίου ένα μαυρισμένο εικονοστάσι ... Δίπλα στις εικόνες με τις αδρές μορφές αγίων, μια φθηνή κορνίζα περικλείει ένα ζευγάρι στέφανα, από λιτό σύρμα στολισμένα με ασημένια φύλλα και απομεινάρια από κάτι που κάποτε θα ήταν άνθη λεμονιάς. Το φως που τρεμοπαίζει από το καντήλι, κάνει τις σκιές να κινούνται αέναα. Ανάμεσα στα ξεθωριασμένα χρώματα του τοίχου, στις σκιές της αμφιλύκης, χάσκει η απουσία κάποιων αδιόρατων μελών της άλλοτε οικογένειας. Άλλοτε επανέρχονται ως σκιές, άλλοτε χάνονται... Ησυχία... μόνο ο ήχος της βροχής και ο άνεμος που μπαίνει από τα γεμάτα χαραμάδες παράθυρα, δίνει αέναη μάχη να σβήσει το καντήλι... Μα αυτό σε πείσμα συνεχίζει να αχνοφέγγει... 



Στα χρόνια που ακολούθησαν ο πατέρας σου δεν ήταν πάντοτε διαθέσιμος... μερικές φορές για άλλους λόγους έλειπε έως και για 2 χρόνια... Όμως ήσουν μεγάλη και πήγαινες πλέον στο σχολείο... Εκεί είχες βρει έναν νέο κόσμο να ανοίγεται... Παρόλο που η δασκάλα ποτέ δεν σου φέρθηκε με αβρότητα, ήσουν η πρώτη μαθήτρια με διαφορά... Βέβαια εκείνα τα χρόνια τα κορίτσια δεν σπούδαζαν, έτσι η γιαγιά σου σε σταμάτησε από το σχολείο... Έπιασες δουλειά από τα 10 σου χρόνια... Υπηρέτρια, ξενοδουλεύτρα και όλες τις εργασίες που εκείνα τα χρόνια απευθύνονταν στις προσφυγοπούλες ή στα κορίτσια από τα χωριά...

Όμως η γιαγιά σου ήταν έξυπνη... Σκέφτηκε ότι έτσι δεν θα έκανες χαΐρι... Έτσι σου έκανε τη χάρη και σε έστειλε σε μια γειτόνισσα να μάθεις και ράψιμο... Εκεί έγινες μοδίστρα... Η κόρη της γειτόνισσας λίγο μεγαλύτερη από εσένα σε συμπάθησε... Απέκτησες την πρώτη φίλη σου, με την οποία άρχισες να κάνεις παρέα... Ήσασταν και οι δύο μελαχρινές αδύνατες πολύ όμορφες για την ηλικία σας... Αυτή σου δάνειζε και φορέματα από εκείνα των πελατισσών ώστε να ντυθείς κάπως καλά και να βγείτε έξω...

Ο προσφυγικός συνοικισμός δεν ήταν πάντα έτσι, όπως όταν μεγάλωνες. Κάποτε ήταν πιο όμορφος. Στην προκυμαία κοντά στη θάλασσα υπήρχαν παλαιά γραφικά πετρόσπιτα, άλλα γαλάζια, άλλα με τα χρώματα της ώχρας, με φροντισμένους κήπους με γαζίες, που περικλείονταν από μικρά περιβόλια με μουριές, καφενέδες, μπακίρια, φανάρια, όμορφες γλάστρες με λογής λογής λουλούδια. Όλα τα “έφτιαξε” η Θάλασσα στην οποία δούλευαν κυρίως οι άνθρωποι της περιοχής. Ύστερα θυμάσαι ένα βουητό... Η θάλασσα έχει μπει στο σπίτι ένα μέτρο... Μικροκαμωμένη όπως ήσουν σε έβαλαν πάνω σε ένα μπαούλο και ολοφύρονταν την τύχη τους. Νόμιζες πως σε ξέχασαν εκεί και κοιτούσες τα μαύρα νερά στο σκοτάδι... Σεισμός και η Θάλασσα θυμωμένη μέγαιρα ζητάει με τόκο πλέον όλα εκείνα που έδωσε στους ανθρώπους κάποτε. Και σηκώνει θεόρατα κύματα και πνίγει τον κόπο τους σε μια νύχτα. Γκρεμίζει τα σπίτια, σπάει στα βράχια τα καΐκια, πνίγει τον κόπο τους... Την άλλη ημέρα όλα τα όμορφα σπίτια, τρεις παράλληλοι δρόμοι μέχρι την προκυμαία, είχαν εξαφανιστεί... Η θάλασσα ξανατραβήχτηκε μετά από 6 μήνες, όμως τα γκρεμισμένα σπίτια έμειναν εκεί μάρτυρες της καταστροφής... 



Μια ημέρα τελείως άσχετη, εμφανίστηκε στο σπίτι σας εκεί, ο θείος σου που σε είχε σώσει μικρή. Καίτοι τον υπεραγαπούσες, αυτός ήταν κάπως απόμακρος. Σε παραξένεψε, αλλά δεν έδωσες σημασία αφού έπρεπε να τρέξεις όλη την ημέρα για να δουλέψεις για το μεροκάματο, κι ύστερα να βιαστείς για το ραφτάδικο. Έτσι δεν μπόρεσες να αντιληφθείς το σκοπό της επίσκεψης του Θείου. Βρήκε που κρύβατε τις οικονομίες σας για την προίκα σου, τις άρπαξε κι εξαφανίστηκε για πάντα... βλέπεις οι άνθρωποι είναι άγγελοι μα και δαίμονες μαζί... Το έμαθες αυτό στα 14 σου με τον χειρότερο τρόπο... Να σε κλέβουν και να σε προδίδουν οι δικοί σου άνθρωποι.

Μπορεί η ζωή να μην ήταν ρόδινη για εσάς τότε, όμως ήσασταν νέες και τα νιάτα σας έλαμπαν... Ύστερα ο καιρός πέρασε χωρίς να το καταλάβεις. Μεγάλωσες και γνώρισες κάποιον και άρχισες να βγαίνεις μαζί του... Ήταν ντόπιος... Μα ήσουν χωρίς προίκα... Όλα θα μπορούσες να τα συγχωρήσεις στον εαυτό σου, εκτός από το να τον εκβιάσεις με μια εγκυμοσύνη... Κι όμως ένεκα τα φτωχά μέτρα αντισύλληψης της εποχής, η εγκυμοσύνη αυτή ήρθε μόνη της... Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε... πνιγόσουν... Εξαφανίστηκες, μα αυτός ήρθε και σε βρήκε...

Από εκεί αρχίζει μια ζωή σου την οποία δεν θα περιγράψω... Ίσως μόνο ένα στιγμιότυπο: Ένα απόγευμα εμφανίστηκε στη δουλειά σου ένας νέος κατάξανθος γαλανομάτης, λιγνός... Σε φίλησε και σου συστήθηκε ως ο αδελφός σου. Τον έβλεπες για πρώτη φορά στη ζωή σου, εξαιρέσει του παλιού παιδικού περιστατικού. Μαζί του έσερνε με το ζόρι μια μεγάλη γυναίκα που δίσταζε να σου μιλήσει ή να σε κοιτάξει στα μάτια... Μα χωρίς να σου πει τίποτε εσύ κατάλαβες ποια ήταν, αφού ήσασταν ίδιες κι απαράλλαχτες... σαν δυο σταγόνες νερό... για πρώτη φορά έβλεπες τη μητέρα σου...

Θυμάμαι σε ένα από τα μακρινά μου ταξίδια με το τραίνο στο παλιό αχανές ανατολικό μπλοκ, κάποιοι φρουροί που είχαν συλλάβει λαθρεπιβάτες. Τους είχαν ορθοστασία πολλές ώρες μπροστά στα μάτια μας για παραδειγματισμό, με αρκετή βία και προσβολές που όμως ήταν σε μια γλώσσα ακατανόητη για μένα. Θυμάμαι έντονα το βλέμμα τους που κοιτούσαν εμάς τους υπολοίπους επιβάτες του τραίνου. Και τι δεν θα έδιναν να ήταν ανάμεσά μας, εμάς τους κανονικούς, τους “φυσιολογικούς” που είχαμε εισιτήριο. Κάποτε, μόνο μια φορά στη ζωή σου, μετά από πολύ πίεση μου περιέγραψες πως πάντα είχες ένα συναίσθημα του λαθρεπιβάτη σε αυτή τη ζωή... 



Εδώ τελειώνει η εικόνα σου που ήθελα να αποδώσω... Δεν θα εναποθέσω άλλο γιατί δεν έχει άλλωστε και σπουδαία σημασία... Εκείνο που έχει σημασία είναι πως μας μεγάλωσες χωρίς να πάρουμε είδηση για όλην αυτήν την προηγούμενη ζωή σου, την οποία κράτησες ερμητικά κλειστή... μέσα σου... την εξόρισες στα βάθη του δικού σου νου να ζει στην αχλή της λήθης. Έτσι χρειάστηκαν χρόνια για να την ανακαλύψω από άλλες πηγές, να την βγάλω στην επιφάνεια και να την αποκωδικοποιήσω. Εσύ την κράτησες μέσα σου, αφήνοντας μας όλους απέξω για να μας προστατεύσεις... Δεν ξέρω αν ήταν σωστό ή λάθος, μάλλον για σωστό το βρίσκω κάνοντας τους αναστοχασμούς με όσα βρήκα όλα αυτά τα χρόνια... Μα μόλις έβγαλα στην επιφάνεια όλον αυτόν τον κόσμο σου ένιωθα να με πνίγει, έτσι θεώρησα ότι εγώ τουλάχιστον θα έπρεπε να τον βγάλω από μέσα μου... Ωμό κι ακατέργαστο σαν τις καμπανούλες ή τα θαλασσόκρινα που φυτρώνουν με πείσμα στα βράχια και  στις πέτρες των μαντρότοιχων...


Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

οριστικό αντίο στο φέϊσμπουκ

... και το γράφω στα ελλήνικος για να μην με βρίσκουν με την πρώτη τα ψαχτήρια τους... 

Στο φέϊςμπουκ ήμουν από τους πρώτους... Στις αρχές του μιλένιουμ, που βρέθηκα άνεργος και ψάχνοντας για δουλειά, το φέϊςμπουκ ήταν για μένα μια ευκαιρία να επανασυνδεθώ με φίλους, συμμαθητές από τη σχολή ή από παλαιότερες δουλειές, ώστε να μπορώ να στείλω σε κάποιους (μέσω email) το βιογραφικό μου...

...στα χρόνια που ακολούθησαν, όπου το Facebook έγινε Emperor της κοινωνικής δικτύωσης, κράτησα το λογαριασμό μου, αλλά δεν ήμουν από τους φανατικότερους... Κυρίως διάβαζα ή μάθαινα για φίλους μου, στα χρόνια που ήμουν στο εξωτερικό. Επιστρέφοντας και βλέποντας τη φενάκη του, το κράτησα μόνο για να δίνονται κάποια reunions μεταξύ ημών που είχαμε στο μεταξύ χαθεί...



Πρόσφατα κάποιος μάλλον είτε δεν του άρεσαν αυτά που γράφω, είτε άλλαξε γνώμη για μένα είτε ήταν απλά κακόβουλος, κατήγγειλε ή ας πούμε "ενημέρωσε" τους διαχειριστές για το λογαριασμό μου. Απλή καταγγελία απαιτείται, καμία άλλη τεκμηρίωση. Έκτοτε το facebook μου έχει μπλοκάρει το λογαριασμό, ζητώντας μου επίμονα τα προσωπικά μου στοιχεία καθώς και επίσημα δημόσια έγγραφα, τα οποία απαιτεί να σκανάρω, και να φαίνονται φωτογραφίες κοκ....

...Δεδομένου ότι το facebook δεν είναι κάποιος επίσημος κρατικός φορέας να έχει τέτοιες αρμοδιότητες, επί πλέον δεν έχει και τις ευθύνες που έχει ένας κρατικός φορέας, αν τα προσωπικά στοιχεία  κάποιου/ας δημοσιευτούν σε παράξενες ιστοσελίδες εκ των υστέρων ή του υποκλέψουν το όνομα και προβούν σε δανειοδοτήσεις κοκ....

...Δεδομένου ότι το facebook δεν είναι επίσημη έμπιστη οντότητα (πχ Δημόσια Κρατική Υπηρεσία, αναγνωρισμένος Διεθνής Οργανισμός κοκ), πιστεύω ότι είναι ανεύθυνο να αποστείλει κανείς εκεί τα στοιχεία του. Εκτός από ανεύθυνο είναι και επικίνδυνο, καθώς δεν εγγυάται κανείς την περαιτέρω χρήση των προσωπικών δεδομένων... 

...και για να μην μακρυγορώ ασκόπως και εμφανίζομαι ως γκρινιάρης, καλύτερα να "πάω πάσο" και να πω οριστικό αντίο στο συγκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης... 



...Goodbye old friend... True life is still outdoors...

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Il Est Comme le Soleig...




Τώρα θα γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω... κάπως πολλά για τους νεώτερους, ή λίγα για τους περισσότερο seniors... Ήμουν περίπου στην Τετάρτη Δημοτικού, μέσα της δεκαετίας του 1970. Ήμουν ας πούμε ένα κανονικό αγόρι της εποχής, τίποτε το ιδιαίτερο... Εκείνη η χρονιά ξεκίνησε κάπως παράδοξα, καθώς στο σχολείο ένεκα ασθένειας και εγχείρησης του Δασκάλου, μας τσουβάλιασαν σε ένα τμήμα ένα σωρό παιδιά, καθόμασταν τρεις ανά θρανίο... Όμως εξελίχθηκε σε γενικές γραμμές χωρίς κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό εντός του σχολείου... Αρχές του έτους είχαμε χάσει τη γιαγιά μου, όμως είχε περάσει ένα όμορφο για μένα παιδικό καλοκαίρι που σε κάνει να ξεχάσεις τα πάντα...

Ας ήταν η νέα σχολική χρονιά πέρα από το τσουβάλιασμα, δεν περιελάμβανε κάτι άλλο αξιοπερίεργο για μένα... Εκείνη την εποχή κάναμε μάθημα και τα Σάββατα. Τα Σάββατα κυρίως γράφαμε έκθεση, ενώ το πρωί περιελάμβανε τον απαραίτητο εκείνη την εποχή εκκλησιασμό μας. Ο εκκλησιασμός γινόταν σε μια τεράστια εκκλησία στο κέντρο της πόλης, γεμάτη αγιογραφίες, αρκετές έτσι ώστε να περιεργαζόμαστε άνετα και να ξοδεύουμε το χρόνο μας μέχρι το πολυαναμενόμενο "Δι' ευχών"...

Δεν μπαίναμε όλα τα παιδιά ταυτόχρονα στην εκκλησία, καθώς τα μακρύτερα σχολεία έρχονταν κάπως αργότερα... Εντούτοις, ένα Σαββατιάτικο πρωινό η εκκλησία ολόκληρη έλαμψε και ντύθηκε στο χρυσάφι... Μαζί με τα αγόρια και κορίτσια εκείνης της δεκαετίας που ήταν κάπως απεριποίητα μπήκε κι ένα πανέμορφο κοριτσάκι μάλλον της πρώτης Δημοτικού... Δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω της... Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, ούτε και μπορούσα να εξηγήσω τότε πούθε προέρχονταν αυτά τα συναισθήματα... Για μένα ο εκκλησιασμός απέκτησε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και έτσι κάθε εβδομάδα αδημονούσα να έρθει το Σάββατο, όχι γιατί ακολουθούσε η Κυριακή, αλλά κυρίως γιατί θα έβλεπα τον "άγγελό" μου...

Δεν την χόρταινε το βλέμμα μου και φυσικά έπαιρνα θέση ώστε να την κοιτάζω και να θαυμάζω το πανέμορφο χαμόγελό της που γέμιζε το χώρο και έλαμπε... Δεν με πτοούσε ούτε το αυστηρό βλέμμα του Ιησού πάνω ψηλά στον τρούλο της εκκλησιάς. Εγώ εκεί, απτόητος ρουφούσα κάθε φως που εξέπεμπε το χαμογέλιο του κοριτσιού... Οι υπόλοιπες ημέρες περνούσαν με έναν γλυκό πόνο, οποτεδήποτε έφερνα στο νου μου το κορίτσι αυτό... Φυσικά δεν μπορούσα να ερμηνεύσω ούτε και να αποκωδικοποιήσω το συναίσθημα που είχα... Δεν ήξερα ούτε το σχολείο της, ούτε το όνομά της, ενώ ντρεπόμουν να μάθω τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες... Θυμάμαι είχα ρωτήσει το Δάσκαλο ποιο σχολείο ήταν εκείνο... Τα ραδιόφωνα τότε έπαιζαν συνεχώς ένα σαχλό τραγουδάκι που όμως σε εμένα είχε κολλήσει και όποτε το άκουγα γέμιζα θλίψη ή πόνο: ήταν το il est comme le soleig του Enrico Macias.

Η χρονιά πέρασε για μένα με αυτόν τον γλυκό πόνο, που με σκλήραινε, αλλά και κυρίως άλλα πράγματα παιδικά... Εντούτοις την επόμενη χρονιά στην πέμπτη Δημοτικού, στο τέλος του έτους το κορίτσι δεν ξαναφάνηκε στην εκκλησία... Ματαίως το αναζητούσα παντού, χωνόμουν δήθεν ανάμεσα στο παιδομάνι, μήπως και είχαν τοποθετήσει την τάξη της κάπου πίσω, εισπράττοντας χωρίς διαμαρτυρία τις φάπες από το Δάσκαλο να συμμαζευτώ γρήγορα στη θέση μου... Για έναν ή δύο μήνες είχα οργώσει την εκκλησία, χωρίς αποτέλεσμα... Τα κεριά μου που άναβαν είχαν μόνο μιαν ευχή, να την ξαναδώ... Ώσπου ήρθε το καλοκαίρι που για μας τότε ήταν η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ξέπλενε τις αμαρτίες μας και έπαιρνε μακριά κάθε μας σκέψη...

Τα χρόνια πέρασαν και το κορίτσι δεν το ξαναείδα... Ακόμη κι όταν εγώ στην πρώτη Λυκείου ήρθε στο σχολείο μου· εγώ ήμουν στην Τρίτη Λυκείου, ήδη ερωτευμένος και με σχέση... Τα χρόνια πέρασαν σαν το νεράκι στο μύλο γυρίζοντας το ροδάνι του χρόνου, ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα... Ώσπου σε ένα γραφείο στην Αθήνα για μια τυχαία δουλειά τη συνάντησα... Πρώτη εκείνη είπε πως με γνώριζε και με θυμόταν από το σχολείο μας... Περίεργο να θυμάται εμένα· μήπως έκανε λάθος? Επέμενε μάλιστα, ώσπου κατόπιν ερωτήσεων επαληθεύτηκε ότι πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο... Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την πρώτη στιγμή δεν την γνώρισα... Ήταν το ίδιο όμορφη, ίσως και περισσότερο, τα χαρακτηριστικά της όμως την είχαν κάνει τελείως διαφορετική... Να φανταστείς, ούτε το ονοματεπώνυμό της δεν συγκράτησα...

Ώσπου μετά από κάνα χρόνο μου ήρθε φλας, ανασύρθηκε από τα βάθη της μνήμης η ταύτιση... "Μα λες?". Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων είχα επαληθευθεί... Ώστε αυτός ήταν πλέον ο Άγγελός μου? Παντρεμένη ήδη με δύο παιδιά? Ας ήταν... Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο και η ζωή δεν της φέρθηκε με αβρότητα είναι η αλήθεια, καθώς ο Θεός την πήρε σχετικά νέα... Τέτοιον Άγγελο... Μα πάντα θυμάμαι το χρυσαφένιο φως της εκκλησίας γεμάτης παιδικά χαμόγελα και τον Άγγελό μου να λάμπει πάντοτε, να μεσουρανεί στο χοροστάσιο...  

Δεν θα έλεγα "τη θυμήθηκα" για κάποια αιτία... δεν την ξέχασα ποτέ... ούτε αυτήν ούτε το ζεστό της χαμόγελο...
 


Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Μικρές Φενάκες...

Η Νέλλη ξάπλωνε νωχελικά στο διπλό μεγάλο κρεβάτι των γονιών της, μισοκοιτάζοντας με την κόχη του ματιού της την τέλεια και άψογη σιλουέτα της που καθρεπτιζόταν στον τεράστιο στρογγυλό καθρέπτη που ήταν ενσωματωμένος στην τουαλέτα-έπιπλο στον απέναντι τοίχο. Ήταν ολόγυμνη και στο λευκό σώμα των 20 χρόνων της δεν είχε ούτε μιαν ατέλεια... Άψογη από όλες τις απόψεις. Στα χέρια της κρατούσε ένα λεπτό τσιγάρο και που και πού ρουφούσε αργά κι απολαυστικά τον καπνό του...

Στο δωμάτιο όρθιος κι ανήσυχος ο Άρης, την μάλωνε ευγενικά... "Βρε μωρό μου, δεν φθάνει που κάναμε χάλια το δωμάτιο των γονιών σου θα βρωμάει και τσιγαρίλα... Φαντάζεσαι να γυρίσουν ξαφνικά?". Ήταν πανύψηλος, με αρμονικό σώμα, αρκετά γυμνασμένος, νευρώδης. Ανοικτόχρωμος, στα όρια του ξανθού, τσακίρης. Η Νέλλη από την άλλη ήταν μελαχροινή, με μελιά μάτια... 

Η Νέλλη ήταν από πολύ καλά στεκούμενη οικογένεια. Ο πατέρας της ήλκε καταγωγή από τη Μάνη, Λάκων, γόνος πολιτικών και στρατιωτικών καριέρας. Συντηρητικοί, ο παππούς της ήταν ανθυπασπιστής του Παλατιού, ενώ ο αδελφός του πρώτης τάξεως πολιτικός στα 60ς. Από την άλλη η μητέρα της, η Διδώ, ήταν μεγαλοδικηγόρος από τις πιο φθασμένες της Αθήνας. Κόρη δικαστικών κι αυτή, με πατέρα που διετέλεσε για ένα φεγγάρι πρόεδρος του Αρείου Πάγου, πριν με τα Ιουλιανά πάρει πόδι... Η οικογένεια της μητέρας της ήταν μεσοαστική και αρκετά προοδευτική. Η Νέλλη ήταν μοναχοκόρη και γι' αυτό ήταν η αδυναμία του σκληρού κατά τα άλλα Ταξίαρχου πατέρα της. Ακολούθησε τα γράμματα κι αυτή και πέρασε 2η στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Το σπίτι τους στο Κολωνάκι δεν απείχε και πολύ από τη σχολή της.  

Ο Αριστοτέλης, ήταν υιός αγροτών από ένα ασήμαντο χωριό της Φωκίδας, την Περιθώτισσα. Αποτελούσε εξαίρεση για την οικογένειά του η πρόοδος στα γράμματα, που μάλλον ερμηνεύτηκε από την τεράστια ανία που θα ένιωθε ο Τέλης- γιατί έτσι τον φώναζαν στα νεανικά του χρόνια στην επαρχία. Είχε υπάρξει αθλητής σε διάφορα αθλήματα, κυρίως στο μπάσκετ στο γυμνάσιο και στο πόλο στα πρώιμα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα. Πέρασε από τους τελευταίους στην Ιατρική Αθήνας, χωρίς ούτε φροντιστήριο, ούτε υποδομές βιβλία και λοιπά... Ο Τέλης ήταν σατανάς, πανέξυπνος, μελετηρός, μετρημένος και καθόλου φανφαρόνος, σε αντίθεση με τους περισσότερους συμφοιτητές του της Ιατρικής εκείνη την εποχή.  

Γνωρίστηκαν με την Νέλλη σε ένα πάρτυ· Η Νέλλη μέχρι τότε ήταν ιδιαίτερα κοινωνική, θέατρο, σινεμά, πάρτυ, διασκέδαση στα κλαμπ της Κιφησιάς μέχρι πρωίας, ταξίδια. Εντούτοις στο επιμαχο πάρτυ, την τράβηξε η γαλήνη και η ηρεμία που αναδείκνυαν οι συνεσταλμένοι τρόποι του Αριστοτέλη. Ήταν ακατέργαστα ευγενής, ερασιτεχνικά αριστοκρατικός κι αυτό κάπως τράβηξε το ενδιαφέρον της. Γνωρίζοντάς τον, ήρθαν και τα υπόλοιπα. Φυσικά το "Τέλης" κόπηκε μαχαίρι, το "Αριστοτέλης" της φαινόταν γεροντίστικο και κάπως πομπώδες, ενώ το "Άρης" ήταν ό,τι έπρεπε... "Σας παρουσιάζω τον Άρη!" Φώναξε στην ομήγυρη με ενθουσιασμό και όλοι χειροκρότησαν εν μέσω σκωπτικών πειραγμάτων. "Ας πιούμε στην υγειά μου!" αναφώνησε στωικά ο Άρης...

Τα χρόνια πέρασαν στην αρχή αργά, κι ύστερα κάπως γρήγορα... Η Νέλλη κι ο Άρης χαμένοι ανάμεσα σε βιβλία, παρακολουθήσεις σε αμφιθέατρα και ατέλειωτες ώρες εφημερίας σε νοσοκομεία...
Ο Άρης είχε καταφέρει να γνωρίσει τυχαία τον αυστηρό πατέρα της Νέλλης ο οποίος τον είχε μετρήσει από την κορφή ως τα νύχια με ένα εξεταστικό βλέμμα. Η Μητέρα της από την άλλη ήταν ανοικτή κι ευγενική. Αντί εξεταστικού βλέμματος, κέρασε το "ζεύγος" ένα ποτήρι σαμπάνια σε κάποιο μπιστρό, που τότε άνοιγαν σαν τα μανιτάρια στο Κολωνάκι, προς τη μεριά του Λυκαβηττού. Η Νέλλη πήρε πτυχίο πρώτη και μάλιστα με άριστα παρακαλώ... Η Ορκωμοσία της ήταν κανονική εορτή, με τους γονείς της περήφανους, φωτογραφίες και κάπου στο βάθος τον Άρη να κοιτάζει σκεφτικός. 

Ακολούθησε ένας περιπετειώδης σε διαβουλεύσεις κι οργάνωση αρραβώνας. Οι γονείς του Άρη, αγράμματοι αγρότες ντύθηκαν όπως μπορούσαν κι ήρθαν να συναντήσουν το πεπρωμένο τους... Σε ένα ρεστωράν, με καλό φαγητό, προσπάθησαν να κρύψουν την άγνοιά τους σε τρόπους savoir vivre, πως πίνεται το κρασί σε κολωνάτο ποτήρι και γιατί πρέπει να είναι εμφιαλωμένο... Ας είναι, νύκτα ήταν και θα περνούσε. Μετά από κανένα εξάμηνο από τον αρραβώνα ο Άρης ξαφνικά ένα απόγευμα ξεφούρνισε στην Νέλλη με περισπούδαστο ύφος: "Μιλάς πλέον σε έναν ορκισμένο Ιατρό". Επιτέλους το πήρα το "....χαρτο"... Η Νέλλη πετάχτηκε ως τα ουράνια από τη χαρά της, θα μπορούσε πλέον να το ανακοινώσει και στους γονείς της. 


 Στη συνέχεια και δοθέντος του αρραβώνος, το ζευγάρι πήγε επίσημα να μείνει στο ίδιο σπίτι. Δηλαδή ένα διαμέρισμα που το επίπλωσε η Νέλλη, αφού ο Άρης ελάχιστα υπάρχοντα είχε... Ακολούθησαν κάποια επίσημα δείπνα με συγγενείς της Νέλλης. Ο αγαπημένος της θείος ήταν ο θείος Τάκης, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος είχε ακολουθήσει πορεία διαφορετική από τα υπόλοιπα αδέλφια του. Είχε γίνει χρηματιστής και μεσίτης ακινήτων, κι εργολάβος πολυκατοικιών. Διαχειριζόταν και τα ακίνητα της οικογένειας , διευθετώντας τις ενοικιάσεις και εισπράττοντας τα ενοίκια. "Νέλλη σου έχω έκπληξη: Τα γραφεία στην Πατριάρχου Ιωακείμ θα ξενοικιαστούν σύντομα... Και ξέρεις γιατί..." Της είπε γελαστά κι όλος χαρά... Η Νέλλη χαμήλωσε τα μάτια... Μα ο Άρης ήταν κάθετος. "Εμένα θείε μην με υπολογίζετε προς ώρας... Θέλω αγροτικό, στρατιωτικό μεταπτυχιακό, ειδικότητα... Νοικιάστε καλύτερα το γραφείο..." Ο Θείος Τάκης κοιτούσε αμήχανα, όμως η Νέλλη άμβλυνε την περίσταση: "Μα θείε δεν είναι σωστό να είναι τα γραφεία μας δίπλα, δίπλα... Καλύτερα να υπάρχει απόσταση, ώστε να είμαστε απερίσπαστοι στις δουλειές μας... Κι ύστερα, θα υπάρχει και το μυστήριο της έκπληξης και του αιφνιδιασμού!" τελείωσε με μια θυμηδία που αναδείκνυε λίγο σκαμπρώζικο ύφος.
 

Ο Θείος Τάκης, πείστηκε: "Μα τότε το πράγμα αλλάζει... Θα σε βάλω στο ρετιρέ της Καρνεάδου... Κι όταν ξεμπερδέψει ο Άρης με όλα αυτά, του βρίσκω γραφείο μέσα στην καρδιά του Ευαγγελισμού!" είπε χαριτολογώντας... Το δείπνο έκλεισε, χαιρετίστηκαν και η Νέλλη έμεινε μόνη εκείνο το  ζεστό ανοιξιάτικο βράδυ στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στην Δημοκρίτου να ατενίζει τα φώτα, κάνοντας όνειρα για την επίπλωση, τις ταπετσαρίες, τις προθήκες με τους τόμους Δικαίου κοκ... Ο Άρης την χαιρέτησε φεύγοντας... "Εφημερία", είπε και χωρίς να βγάλει άλλη λέξη βρόντηξε την πόρτα απότομα... Την επόμενη επέστρεψε στο σπίτι σκέτο ράκος. Λες και έπινε όλη τη νύχτα αντί να είναι σε νοσοκομείο... Πήρε ένα atarax και ναρκώθηκε στο κρεβάτι. Η Νέλλη έφυγε για τη δουλειά... 

 Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο, μεταξύ επιτυχημένων δικών για την Νέλλη, οικοδόμηση ονόματος επαγγελματικής εμπιστοσύνης, συνεργασίες υψηλού μεσιτικού επιπέδου, νομικές εκπροσωπήσεις. Τα όνειρά της για διδακτορικό και μεταπτυχιακά στην Γαλλία στο Παρίσι, είχαν εξαλειφθεί με τον ερχομό του Άρη στη ζωή της. Ίσως στο μέλλον να το επιχειρούσαν στα πλαίσια της ειδικότητάς του. Γιατί όχι. Πάντως μόνο η Νέλλη έφερνε χρήματα στο σπίτι... Ο Άρης, ξόδευε ό,τι έβγαζε από τις εφημερίες σε βιβλία, ταξίδια σε συνέδρια, στολές και διάφορα αταίριαστα... Ο Άρης θα έκλεινε τα 28 χρόνια της ηλικίας του. Αναγκαστικά ή θα έπρεπε να πάνε στο εξωτερικό ή θα έπρεπε να πάει φαντάρος. Γιόρτασε το γεννέθλιά του με εμφανή πικρία... Η Νέλλη τον καθησύχασε: "Μην είσαι ανόητος!. Εσείς οι Γιατροί κάνετε θητεία ζάχαρη. Από την άλλη, το μικρό του δακτυλάκι να κουνήσει ο μπαμπάς στο Επιτελείο δεν πρόκειται να μετακινηθείς πέρα από ακτίνα 5 χιλιομέτρων από το κέντρο της Αθήνας..." Μα ο Άρης ήταν απαρηγόρητος... Την τελευταία περίοδο εξαφανιζόταν για πολλές ώρες, κάπνιζε ασύστολα και ήταν κυρίως χαμένος στις σκέψεις του.

Η Λένα, στενή φίλη της Νέλλης από τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα, ρώτησε με τρόπο τι του συμβαίνει... "Δεν ξέρω" της αποκρίθηκε η Νέλλη. "Πάντως κάτι δείχνει να τον απασχολεί... Ούτε κατά διάννοια δεν διαφαίνεται ότι πάμε σε γάμο". Η Λένα αναρωτήθηκε φωναχτά... "Μήπως έχει βρει καμία γκόμενα? Ξέρεις αγαπητή μου, οι γιατροί είναι εκ φύσεως άπιστοι". "Δεν νομίζω... διαισθητικά δεν μου δίνει τέτοια εντύπωση..." απάντησε αδιάφορα η Νέλλη... 

Ο Άρης κλείνοντας τα 30 και μην μπορώντας να εξασφαλίσει άλλη αναβολή, κουρεύτηκε, πήρε τα απαραιτήτως απαραίτητα και αποχαιρέτησε την Νέλλη και τους γονείς της. Ο Πατέρας της του είπε αυστηρά: "Ο Διοικητής του κέντρου εκπαίδευσης είναι φίλος μου. Ξέρω ότι δεν αγαπάς την ειδική μεταχείριση και χαίρομαι κατά βάθος γι' αυτό. Όμως να ξέρεις ότι αυτός θα φροντίσει να έχεις μια άνετη βασική εκπαίδευση. Και να ασκήσεις και στο Ιατρείο της Μονάδας τις σπουδές σου!" Η Νέλλη τον πήγε μέχρι το σταθμό των Λεωφορείων. Ύστερα πέρασε αυτός ο καιρός που περνάει για όλους, με την πολύ δουλειά να αποσπάει την Νέλλη από  τις σκέψεις και τις ανησυχίες της.  

Τα πρώτα ένθερμα τηλεφωνήματα άρχισαν να αραιώνουν... Ύστερα, πλησίαζε η γιορτή του Πατέρα της στην οποία η Νέλλη είχε πάντοτε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το άλλο βράδυ η Νέλλη βγήκε με την μητέρα της στο θέατρο: Ιονέσκο, οι "Καρέκλες". Το πρωί η Νέλλη ντύθηκε πολύ όμορφη. Φόρεσε στενή σκούρα φούστα, ανοικτόχρωμο στενό πουκάμισο, ένα φούξια φουλάρι, σακάκι, μαύρο καλσόν και ψηλές γόβες. Έβαψε τα χείλη της σκούρα κόκκινα, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε με τα πόδια στην Σόλωνος. Άναψε τσιγάρο... Ταξί, Δικαστήρια. Τελείωσε κατά τις 17:00 το απόγευμα... Γύρισε κατάκοπη στο σπίτι της, το ασανσέρ είχε μιαν παράξενα δυσάρεστη οσμή. Ξεκλείδωσε και με εκπληξη αντίκρυσε τους γονείς της σοβαρούς να την περιμένουν στο σαλόνι... Ο Πατέρας της κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο ουίσκι... Σέρβιρε άλλο ένα και της το προσέφερε...

 "Ο Άρης! Πέστε μου τι του συνέβη? Είναι καλά?" Φώναξε έντρομη. "Μην ανησυχείς! Δεν παθαίνει τίποτε το καμάρι σου!" Είπε με σκωπτικότατο τόνο ο πατέρας της και αυτό την καθησύχασε. "Κάποια ανοησία θα έκανε" σκέφτηκε... Όμως η μητέρα της πήρε το λόγο: "Αγάπη μου πρέπει να ακούσεις τον πατέρα σου..."
Ο Ταξίαρχος με ύφος σοβαρό άρχισε την διήγησή του..."Ο Διοικητής, περιποιήθηκε τον προκομμένο μας, υπέρ του δέοντος. Τίποτε δεν έκανε... Κοπροσκύλιαζε στην Μονάδα προκλητικά ο τσόγλανος". Ζήτησε συγνώμη για τη γλώσσα του και συνέχισε: "Περιμέναμε να έρθουν τα χαρτιά του, το πτυχίο του, ώστε να πάρει την ειδικότητα του Ιατρού. Δεν ήρθε ποτέ τίποτε. Τον πίεσαν αλλά αυτός εκεί. Ούτε απολυτήριο του Λυκείου δεν είχε προσκομίσει. Χρειάστηκε να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες ως ιατρός του Θαλάμου του και ήταν όλες λανθασμένες. Ο Αξιωματικός Ιατρός της Μονάδας, τον κάλεσε και κατόπιν συζητήσεως του δημιουργήθηκαν υποψίες. Έψαξε στους ιατρικούς συλλόγους. Πουθενά ο κύριος! Θυμήθηκε έναν Ιατρό στην Τρίπολη που χωρίς αμφιβολία θα υπήρξε συμφοιτητής του Άρη. Ξέρεις τι έβγαλε? Λαγό! Ο Τριπολιτσιώτης Ιατρός ήταν συμφοιτητής και φίλος του Άρη... Μετά το δεύτερο έτος που γνωριστήκατε, δεν ξαναπάτησε στη σχολή, ούτε πέρασε κανένα μάθημα... Την έβγαζε στο κυλικείο μοναχά. Ο άνθρωπος για να μας εξυπηρετησει πήρε τηλέφωνο τον υφηγητή της Σχολής που είναι συντοπίτης του. Ο Άριστοτέλης Μελεξόπουλος, δεν έχει περάσει ούτε ένα μάθημα μετά το δεύτερο έτος! Χρωστάει όλη την υπόλοιπη σχολή. Ούτε μάθημα ούτε εργαστήριο... Ο παλιοψεύταρος!!! Κι οι γονείς του, οι σκατόβλαχοι, κι αυτοί στο κόλπο... Μην χάσουν την προίκα βλέπεις!"
 Του Στρατηγού του ξέφυγε μια βλαστήμια... Μα σύντομα ξαναβρήκε τους κατά τα άλλα επιτηδευμένα ευγενικούς τρόπους του... Πήραν την Νέλλη στο σπίτι τους, ένα σωστό ράκος. Μετά από δυό τρεις ημέρες η Νέλλη άρχισε να επικοινωνεί με το περιβάλλον... Καθόταν νωχελικά στον καναπέ, κάπνιζε κι έπινε... Κοιτούσε την ταπετσαρία στον απέναντι τοίχο... Χαμογέλασε πικρά... υπήρχαν ακόμη οι χαραγές που τραβούσε ο πατέρας της μετρώντας το ύψος της. Έφθασε μέχρι το 1,76. Ύστερα της ήρθε πλημμυρίδα σκέψεων, καταιγισμός από εικόνες. Το υποσυνείδητό της την βομβάρδιζε με όλες εκείνες τις λεπτομέρειες στις οποίες ποτέ δεν είχε δώσει σημασία και οι οποίες έκτιζαν σιγά σιγά την απεικόνιση του ψεύδους που λεγόταν Τέλης... (Το "Άρης" είχε πεθάνει οριστικά πια). Ο Τέλης, αρνούταν να δώσει συγκεκριμένες ιατρικές οδηγίες και πάντοτε προφασιζόταν ότι απαιτούνταν εξετάσεις. Αντιμετώπιζε με αμηχανία και σιωπή τις εξεταστικές ερωτήσεις των μεγαλοϊατρών που πλαισίωναν τον κοινωνικό περίγυρο της οικογένειας... Απέφευγε σαν τον διάολο να γράψει οποιαδήποτε συνταγή, ακόμη και τις απλές, ενώ κάποιες σφραγίδες ειδικευομένου που είχε φτιάξει κολλούσαν από την αχρηστεία σαν τσίχλες. Θυμήθηκε κι άλλα, κι άλλα πολλά... μικρά συμβάντα που την κτυπούσαν ανελέητα, καθώς τα ανέλκυε ένα, ένα από τη λήθη της μνήμης της... Ανεξήγητες λεπτομέρειες που τώρα πλέον έδεναν κι αποκτούσαν νόημα...
 Πλέον γι' αυτήν ο Τέλης, δεν είχε τίποτε όμορφο επάνω του. Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του... Κανείς... Ήταν ένας κοινός ψεύτης, ένας απατεώνας, μια φενάκη... Ακόμη κι η αγάπη του χωρίς αμφιβολία θα ήταν υστερόβουλη... Κάλπικη... "Τέτοια νύφη κελεπούρι"... Όλα αυτά τα πεζά της έφερναν αναγούλα... Χωρίς άλλο θα πήγαινε στο εξωτερικό να τον ξεχάσει τον ασήμαντο...
 Ο πατέρας της στάθηκε καθόλα κύριος. Δεν κακοποίησε τη θητεία του Τέλη. Απλώς ήρε το ενδιαφέρον του, και σύντομα ο Τέλης βρέθηκε ξεχασμένος στα σύνορα να βαράει σκοπιές ως απλός τυφεκιοφόρος...  Της έγραψε ένα γράμμα που της ζητούσε συγνώμη... Της έλεγε, ότι δεν είχε το θάρρος το ψυχικό σθένος να της πει την αλήθεια, ότι το ένα ψέμα έφερε το άλλο... Δεν γνωρίζει καν αν η Νέλλη το διάβασε ποτέ... Την πήρε κανά δυό φορές τηλέφωνο. Τον έβρισε και του το έκλεισε στα μούτρα... Δεν τόλμησε να της ξανατηλεφωνήσει... Χάθηκε αθόρυβα  από τον κόσμο της έτσι ακριβώς όπως ήρθε... Η Νέλλη τότε ήταν 29 χρονών, κι αυτός 30. 

 Σε μια συγκέντρωση σε σπίτι φίλων, άρχισα να αγορεύω για το πόσο ωραίο μέρος είναι η Περιθιώτισσα, τι καλοί και φιλόξενοι άνθρωποι και πόσο ντόμπροι είναι. Εκεί στην συγκέντρωση μια ψηλή μελαχροινή νταρντάνα γύρω στα 45 μου επιτέθηκε σκαιότατα. Σχεδόν με έθεσε κάτοικο του μέρους, και έφταιγα εγώ ξαφνικά για όλα τα κακά που είχε εκείνος ο δύσμοιρος τόπος. Στην απορία μου, η Λένα η κοινή μας φίλη δηλαδή, έψεξε την Νέλλη, γιατί αυτή ήταν στην πραγματικότητα η μελαχροινή. Η Νέλλη μου ζήτησε συγνώμη, και ύστερα δειλά, αλλά αφού ο κόσμος είχε σπάσει, μου διηγήθηκε την ιστορία της. Η Νέλλη έμεινε ανύπαντρη. Πήγε στο εξωτερικό, αλλά δεν άντεξε... ξαναγύρισε. Το έριξε στη δουλειά και πήρε κι αρκετά κιλά...
 "Τον ξαναείδες?" Την ρώτησα... Όχι μου αποκρίθηκε... με πικρία αυτή τη φορά... Μετά από έναν μήνα, θυμήθηκα ότι μια ευειδής συνάδελφος στη δουλειά ήταν όντως από την Περιθιώτισσα. Την ρώτησα, σχετικά με τον Άρη, από περιέργεια... "Που τον θυμήθηκες!!! Είπε εκείνη. Αμυδρά τον θυμάμαι... Μετά το στρατό, ξαναγύρισε στο χωριό και κλείστηκε στο σπίτι του και στον εαυτό του... Ούτε παντρεύτηκε ούτε τίποτε... Έχει χοντρύνει και το έχει εδώ και χρόνια ρίξει στο ποτό... Μήπως και σε τίποτε σκληρότερα...  Η οικογένειά του τον κρύβει..."
Έφυγα σκεφτικός... Όλη αυτή η χίμαιρα λοιπόν είχε επηρεάσει τη ζωή και των δύο... Όχι σε ίδιες στράτες φυσικά, αλλά αυτό δεν είχε σημασία... Κάπου σε ένα παράλληλο σύμπαν θα ήταν μαζί γονείς με παιδιά, επιτυχημένοι επαγγελματικά. Αυτός Φθασμένος μεγαλογιατρός, η Νέλλη μεγάλη και τρανή δικηγόρος. Λαμπρά γραφεία και πολυτελής βίος... "Α όχι στο ίδιο κτήριο, ούτε καν κοντά... Να υπάρχει η έκπληξη κι ο αιφνιδιασμός... Μια απρόσμενη επίσκεψη με ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα ας πούμε"...






Σημείωση: Επειδή η ιστορία είναι αληθινή, άλλαξα, τα ονόματα, τα τοπωνύμια ( μια χαρά μέρος ειναι η Περιθιώτισσα!), τα επαγγέλματα... Ζητώ συγνώμη για την απίθανη περίπτωση που οι πρωταγωνιστές διαβάσουν ποτέ αυτό το σταχτί κείμενο και αισθανθούν οποιαδήποτε ενόχληση... Η ιστορία ήταν που με συγκλόνισε... και το πόσο στέρεες μένουν στην ζωή μας οι μικρές φενάκες που κτίζουμε εμείς οι ίδιοι αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα...

 


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Στεφάνου κατάθεσις...



Τι είμαστε οι άνθρωποι...
άχυρο, στάχυ και κοπριάς απίθωμα...
τ' αγγελουδιού περίγελως·

έτσι που φουσκωμένοι διάνοι 
καμωνόμαστε πως είμαστε μικροί θεοί...

άκου "καθ' εικόνα και ομοίωσιν"
τι κομπασμός, τι αλαζονεία...

Το σύμπαν εκεί έξω, χάσκει μετέωρο, άναρχο...
αχειροποίητο·
κι ο πανταχού παρών αδρανειακός παρατηρητής
μας θωρεί, έτη φωτός μακριά από του γαλαξία τις εσχατιές,
ασήμαντους, μικρούς, σπιθαμιαίους...

Άκου "εικόνα και ομοίωσιν"... 
τι ξιπασιά... τι φουσκωμένα λόγια... 



Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Αμυχές θερινής ραστώνης...




Το δωμάτιο είναι αξιοπρεπές... κάπως στενό για να φιλοξενήσει κι έναν συνοδό ας πούμε αλλά έτσι κι αλλιώς εμένα προσωπικά μου είναι άχρηστος. Περίοδος διακοπών γαρ, πριν τον δεκαπενταύγουστο, ποιόν συνοδό ή επισκέπτη να έχω? Οι περισσότεροι θάλαμοι είναι άδειοι, είπαμε ραστώνη και περίοδος διακοπών. Μόνο οι υπέργηροι και εκείνοι που δεν μπορούν να κινηθούν είναι μαζεμένοι σε δύο 6κλινους θαλάμους, ώστε το νοσηλευτικό προσωπικό να μπορεί να τους φροντίζει και να τους προσέχει καλύτερα. Ο δικός μου τρίκλινος θάλαμος παντελώς άδειος... με εμένα μόνο στριμωγμένο σε μια γωνιά... Αργότερα κατάλαβα πως εκεί ήταν το πιο δροσερό σημείο...  Ύστερα από κάνα δυό ώρες, αρχίζει να γίνεται ο χώρος κάπως οικείος και σιγά σιγά αρχίζεις να τον αποδέχεσαι... ευτυχώς που υπάρχει ακόμη αυτός ο παράταιρος χώρος, καθώς και το προσωπικό βάρδιας που αντί να χαίρεται καμία παραλία λιώνει στη ζέστη και στη κλεισούρα των θαλάμων... 

 

Ευτυχώς πρόλαβα να στείλω ακυρωτικά SMS για κανονισμένες (υποτίθεται) διακοπές... χωρίς πολλά λόγια ή δικαιολογίες που θα δημιουργούσαν ενοχές ή σκέψεις θλιμμένες... Αν είμαι εγώ άτυχος, ας χαρούν λίγο όλοι αυτοί εκεί έξω... το αξίζουν... στους υπέργηρους γονείς μου ένα πρόχειρο τηλέφωνο με προσποιητό ύφος πολυάσχολου για να τους πω ότι είμαι καλά και έχω μπλέξει επαγγελματικά... ύστερα μόνιμα αθόρυβο το κινητό μου γιατί δεν μπορώ άλλο να μιλήσω, δεν έχω δυνάμεις και θα καρφωθώ...

Πως καταφέρνουμε να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον? Πάντοτε το ερμήνευα με την ιδέα ότι είμαστε σε μια φάση που βάζουμε τον εαυτό μας πάνω από όλους. Σε ζητήματα που στο παρελθόν ίσως να υποχωρούσαμε, να αφήσαμε "να περάσει του άλλου",  να! τώρα στηλώνουμε τα πόδια: "Αρκετά έχω καταπιεί!" λέμε... Φουντώνει ο εγωϊσμός μας και δεν κάνουμε ούτε ένα βήμα πίσω... Έξαφνα, γυρίζουμε στον δίπλα μας και βλέπουμε με πικρή έκπληξη, πόσο τον πληγώσαμε... Στον πάρα δίπλα θάλαμο είναι ένα κορίτσι γύρω στα 17 χρόνων που ουρλιάζει. Αν και είναι σαν τα κρύα τα νερά, ουρλιάζει από ψυχικό πόνο... Ποιός να πλήγωσε τούτη την ψυχή? Πόσο αδύναμη να ήταν?

Αμήχανοι και παραιτημένοι οι γονείς προσπαθούν να βοηθήσουν, αλλά κάθε παρέμβασή τους ρίχνει λάδι στη φωτιά. Το κορίτσι τους επιτίθεται... Αισθάνεται ενοχές που βρέθηκε έτσι αδύναμη απέναντί τους και τώρα να αντιδρά άσχημα... Εκείνος που την πλήγωσε δεν την επισκέπτεται ούτε την παίρνει τηλέφωνο... Τη νύχτα ακούω τις κραυγές της... και ύστερα το τηλέφωνο να κτυπάει στον τοίχο και να γίνεται χίλια κομμάτια... Μετά ο σιωπηλός της μονόλογος... "Σήκωσέ το... μια φορά μόνο... έστω κατά λάθος... μόνο ν' ακούσω τη φωνή σου...

Οι φωνές της με κάνουν να ταξιδεύω στις άκρες του δωματίου. Στις μικρές ασυντήρητες γωνιές του θαλάμου... εκείνες που έχουν την φθορά του χρόνου, τη νωτερή υγρασία εμποτισμένη... οι σκιές μαζί με τα ξεφλουδισμένα χρώματα ζωγραφίζουν φανταστικούς πίνακες στο νου μου... ενός ζωγράφου που δεν έχει ακόμη σταθεροποιήσει τη μανιέρα του και ολοένα σβήνει και ξανασχεδιάζει...

Το κορίτσι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και οι γονείς εσπευσμένα αλλά τουλάχιστον έγκαιρα την πήγαν στο νοσοκομείο... Αντί να είναι σε κάποια παραλία και να της την πέφτουν καμιά 200ριά λεβέντες, τούτη σκέπτεται αυτόν... δεν υπάρχει άλλος για κείνη... ούτε Αύγουστος, ούτε διακοπές... Μα γιατί δεν της τηλεφωνεί? Γιατί εξαφανίστηκε?

Ο Πατέρας της σκεπτικός... διαβάζω το βλέμμα του, όταν συναντιέται με το δικό μου στις ατέλειωτες αμήχανες ώρες στο σαλόνι αναμονής... εκείνος για να ξεχνιέται λίγο, εγώ για να κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι είμαι επισκέπτης κάποιου... Σχεδόν διαβάζω τις σκέψεις του... "μα γιατί να μην είναι όπως τα κορίτσια στο σχολείο της? Γιατί να μην είναι σαν τις φίλες της? ότι φάμε κι ότι πιούμε?"... Μα γιατί ο ίδιος τη βλέπει διαφορετική, ξεχωριστή αλλά για την ώρα δεν το έχει συνειδητοποιήσει... πως να είναι σαν τις άλλες?  "Γιατί να μην είναι όπως  στις ταινίες του σινεμά? Είναι όμορφη δεν λέω, αλλά γιατί να μην είναι επιτυχημένη, πάντα γελαστή... Λαμπερή? Γιατί να μην είμαι στη ζωή της όλο εκπλήξεις? Αχ και να ήμουν λίγο πιο καλοβαλμένος... λίγο πιο άνετος... να της προσφέρω αυτό το κάτι τις παραπάνω που κάνει τη ζωή να μην είναι άνοστη... να μην είναι ανιαρή ή βαρεττή... το άτιμο το άλας της ζωής"...

Ο κόσμος αρχίζει να γυρίζει και μου έρχεται αναγούλα και λιποθυμία... το μέρος του σωλήνα από τη μία φιάλη του ορού μέχρι το χέρι μου έχει κοκκινήσει... Σχεδόν σέρνω τα βήματά μου από το σαλόνι μέχρι το κρεβάτι μου, τοίχο τοίχο στο διάδρομο... Ο κόσμος σκοτεινιάζει απότομα... Ξαναφωτίζεται με το νοσοκόμο γελαστό που με βλέπει να ξυπνάω... "Άλλο ένα τέτοιο κάνε και θα πω στο γιατρό να σε δέσει!"  

Το κορίτσι από την άλλη όταν καταφέρνει να ξεφεύγει από το είδωλό του αγοριού, που στην φαντασία της την τραβάει σαν μαγνήτης, αναπολεί τη μικρή της ζωή... της φαίνεται αιώνας... "Μα γιατί αυτός?" στην πραγματικότητα δεν ξέρει να απαντήσει... δεν μπορεί να δει άλλο κάδρο στην τωρινή της καθημερινότητα... "ίσως γιατί έχει αυτό το θλιμμένο βλέμμα... ίσως γιατί γύρισε αυτός μόνο, μέσα σε χιλιάδες αδιάφορους να την κοιτάξει"... Η μικρή δεν έχει τις χρειαζούμενες απαντήσεις... και δεν τις βρίσκει στο σπίτι της πουθενά... Η απρόσιτη Μητέρα της σχεδόν αποφεύγει να την αγγίζει ο Πατέρας της... Μια φορά δεν την έχει δει να τον κοιτάζει τρυφερά... Η μικρή μαντεύει ότι η μητέρα της αισθάνεται φυλακισμένη... και μέρος των δεσμών της είναι αυτή η ίδια η μικρή ύπαρξη... Είναι σίγουρη ότι αν δεν υπήρχε αυτή, η Μητέρα της θα είχε φύγει προ πολλού... Είναι ακόμη τόσο αθώα που δεν έχει ανακαλύψει ότι στη ζωή όπως και στη Φυσική, οι πραγματικές δυνάμεις είναι οι κεντρομόλες... Οι άλλες οι φυγόκεντρες είναι μόνο πλάσματα της φαντασίας μας... Ίσως αν οι γονείς της ήταν κάποιοι άλλοι... Λαμπεροί σαν τους σταρ του σινεμά ας πούμε... Κάτι σαν τον Μελ Γκίμπσον και την Έλεν Χάντ... Κι ο παππούς ας έμοιαζε λίγο του Τζάκ Νίκολσον... Τον λυπάται τον παππού της η μικρή... ο καημένος έχει ξεπέσει τόσο, που τον λυπούνται ακόμη και οι έγγονοί του... Μα τόσο δύσκολη είναι η ζωή? Η μικρή σκεφτόμενη πως δεν έχει μόνο η ίδια προβλήματα, αρχίζει να ηρεμεί... γλυκά την παίρνει ο ύπνος...  

Μόλις μετά βίας αρχίζω να κυκλοφορώ στο διάδρομο, οι γνωριμίες μου επεκτείνονται. Κυρίως με συγκενείς υπέργηρων που κανονίζουν τα της αποκλειστικής και ρίχνουν ένα τρυφερό βλέμμα στον γέρο πατέρα ή τη γραία μητέρα τους που είναι σε αφασία ακίνητοι στο κρεβάτι. Στο τέρμα του διαδρόμου, ο πιο απομακρυσμένος θάλαμος είναι προστατευμένος από τα μικρόβια. Μπαινοβγαίνει μια γυναίκα κάποιας ηλικίας, στα σκούρα, ενώ οι συγκενείς κάθονται και συζητούν αμήχανα έξωθεν, στο σιδερένιο παγκάκι της γειτονικής αίθουσας αναμονής, κοιτάζοντας αμήχανα πότε το ρολόϊ τους, πότε εκείνο της αιθούσης. Πάντοτε αναρρωτήθηκα γιατί τα περισσότερα ρολόγια των σαλονιών των νοσοκομείων είναι σταματημένα κι εκτός λειτουργίας. Συνεχώς κοιτούν το κινητό τους και ύστερα βρίσκουν προφάσεις να φεύγουν... Η μητέρα όμως εκεί ακλόνητη. Πρέπει να είναι πάρα πολλές ημέρες εκεί το περιστατικό γιατί έχει γνωριστεί για τα καλά με το προσωπικό και τους γιατρούς. 


Ρίχνω ένα αμήχανο βλέμμα από το παράθυρο... Έξω η πόλη συνεχίζει τους αμείωτους ρυθμούς της, με το άπλετο φως του ήλιου να λούζει τις ταράτσες και να φωτίζει τα σκοτεινά παράθυρα... Η ώρα περνάει δύσκολα... Νομίζω ότι πέρασαν 6 ώρες και συνειδητοποιώ πως έχουν περάσει μόλις 40 λεπτά... Ο χρόνος εκεί μετράει μόνο με το προσωπικό που έρχεται και ρίχνει τα φάρμακα στους ορούς... ύστερα οι γιατροί περνούν με προσποιητή χαρά και ρίχνουν ένα ενθαρρυντικό σχόλιο: "άντε σε κάνα δυό εβδομάδες θα είσαι στη Μύκονο"... Κι αυτοί κι εγώ φυσικά το ξέρουμε ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει, για φέτος τουλάχιστον... Ας είμαι τουλάχιστον καλά το φθινόπωρο...

Οι βόλτες στους διαδρόμους με τους ορούς υπό μάλλης συνεχίζονται αμείωτοι, έστω και υπό πολύ δύσκολες συνθήκες... φθάνω στον τελευταίο θάλαμο που είναι απομονωμένος, εκείνος με το βαρύ περιστατικό... Η μητέρα φροντίζει ένα παιδί που είναι σαν σκελετωμένο. Είναι 30 χρόνων και δείχνει 80. Ανίατη ασθένεια, προχωρημένη... Μου γνέφει χαμογελώντας... Μέσα στον πόνο της βρίσκει τη δύναμη να ενθαρρύνει ακόμη και μένα... Ας είναι... Σε έναν άλλον διάδρομο υπάρχει το περιστατικό με κατάγματα και ένα μεγάλο έγκαυμα... Πάλι νέο κορίτσι, από τροχαίο... πήγαιναν διακοπές... Εκείνος δεν έπαθε γρατζουνιά... Αυτό πονάει σωματικά και τα παράπονά του ανακατεύονται με εκείνα του άλλου κοριτσιού που ουρλιάζει στον γιατρό ότι δεν αισθάνεται τα πόδια της...

Με το που νυχτώνει, η πόλη αρχίζει σιγά σιγά ν' ανάβει τα φώτα της... Τα ελάχιστα δηλαδή γιατί ο περισσότερος κόσμος έχει φύγει... Άνθρωποι συνηθισμένοι που κάνουν τις βραδυνές δουλειές τους... Κουζίνες φωτισμένες, σαλόνια με το ημίφως της τηλεόρασης, μπαλκόνια που φαίνονται έντονα οι κάφτρες των τσιγάρων σε κάθε ρουφηξιά... Ο αστικός θόρυβος επιμελώς σβήνει τους ήχους... Και τι δεν θα έδινα τώρα να είμαι ένας από αυτούς, αργόσχολος σε κάποιο μπαλκόνι, να χαζεύω τον ήλιο που αποχωρεί σιγά, σιγά για τη μικρή ζεστή καλοκαιρινή νύχτα... χωρίς άλλο, έναν φραπέ θα τον έπινα... σκέτο και βαρύ... Α' και θα κάπνιζα... Κι ύστερα ένα ωραίο κολονάτο ποτήρι με παγωμένο σαρντονέ και όλα τα φώτα σβηστά στο σπίτι... με τα φώτα μόνο των άλλων διαμερισμάτων, την αντιφεγγιά της πόλης και λίγη χαμηλή μουσική... Όχι τίποτε ξεσηκωτικό... να κάνα παλιό κομμάτι, όπως το κάραβαν του Έλινγκτον... ή το fly me to the moon... Ή λίγος παλιός αλλά καλός, δηλαδή εξαίρετος για τέτοιες μοναχικές περιστάσεις Tom Waits... Jersey Girl... Το τραγούδι μου φέρνει στο νου, τη σιλουέτα της, όταν νεότατοι στα 80ς το ακούγαμε στο σπίτι των γονιών μου... Έλειπαν για διακοπές, είχα μείνει δήθεν να διαβάσω εκείνο το καλοκαίρι... δεν άνοιξα βιβλίο... συνάντησα όμως εκείνο το πρώτο φως και σκίρτημα... Τι θυμήθηκα τώρα...  Το νοερό μου επικίνδυνο ταξίδι στο παρελθόν, διακόπτεται απότομα από μια θορυβώδη νοσοκόμα που από τα νεύρα της που είναι εκεί, κτυπάει τις πόρτες και τα ντουλάπια του φορητού τρόλεϋ με τα υλικά... 


Κυριακή πρωϊ 10 Αυγούστου και παραδόξως έχω ξυπνήσει από τις 06:00... Δηλαδή αν με άφησαν τα άτιμα τα κουνούπια να κλείσω μάτι, ή οι θορυβώδεις κινήσεις του προσωπικού που κάθε λίγο όλη τη νύχτα, λες και δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει, έμπαινε με φασαρία στο θάλαμο... Επίσης ήταν και οι ξαφνικές κραυγές του κοριτσιού... Σηκώνομαι κάθομαι καθιστός στο κρεβάτι, αλλά στο διάδρομο βλέπω τη μητέρα του απομακρυσμένου θαλάμου με το βαρύ περιστατικό να περνάει βιαστικά με έναν Παπά... Το μάτι μου πέφτει στην μεταλαβιά που κρατάει ο παπάς... Μου κόβονται τα πόδια... δεν περνάνε 10 λεπτά και ο παπάς με γρήγορο βήμα απομακρύνεται από το χώρο συνοδευόμενος από τη μητέρα του παιδιού... αισθάνομαι ένα ρίγος... πόσο στρες μπορεί να δημιουργήσει η θέα και μόνο ενός παπά με τη μεταλαβιά και το φορεμένο κόκκινο πετραχήλι του...

Πάλι προσπαθώ να κρυφτώ στις μικρές γωνίες του θαλάμου... αναζητώ κάποιες αχνές γραμμές σε κάποιον αόρατο καμβά στον απέναντι ξεβαμμένο τοίχο... Τίποτε δεν μου έρχεται στο νου... κοίτα να δεις τώρα βρήκα να ξεμείνω από φαντασία... Μόνο η σιλουέτα μιας κάποτε αναρτηθείσας τηλεόρασης χάσκει στον τοίχο απόλυτα, σαρκαστικά τετράγωνη...

Σηκώνομαι και βγαίνω βιαστικά, αλλά το προσωπικό με τη βία με ξαναγυρίζει για τα περαιτέρω... Ρωτάω και μου απαντούν ότι είναι Κυριακή και μεταλαμβάνει ο κόσμος... Μόλις φεύγουν, με καθυστερεί η φλυαρία ενός συγγενούς άλλου ασθενούς, αλλά τουλάχιστον είναι ο μόνος επισκέπτης που έχω μετά από μιάμιση εβδομάδα στο θάλαμο, κι έτσι καθώς αισθάνομαι άσχημα που δεν μπορώ να τον κεράσω κάτι, προσπαθώ τουλάχιστον να είμαι δεκτικός... Κάποια στιγμή φεύγει, σηκώνομαι και βαδίζω προς τον απομονωμένο θάλαμο, φυσικά με τους ορούς υπό μάλης καθώς ο αναρτήρας τους είναι σαραβαλιασμένος και δεν κυλάει σωστά... Ο απομακρυσμένος θάλαμος είναι ορθάνοιχτος μαζεμένος, δεν υπάρχει κανείς... Με ζώνουν φίδια... Στο γραφείο προσωπικού, η αδιάφορη και θυμωμένη προϊσταμένη που αυγουστιάτικα κάνει βάρδια προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει... κατόπιν μιλάει αγενώς σε έναν συγγενή. Ξαναπηγαίνω στον απομωνομένο θάλαμο και πέφτω πάνω σε έναν από τους μακρινούς συγγενείς που κανονίζει τα διαδικαστικά από κινητού τηλεφώνου... "Όχι σήμερα έφυγε ο εξάδελφός μου, αλλά δεν μπορείτε να τον παραλάβετε... Δεν ξέρω πότε θα γίνουν τα διαδικαστικά, γιατί πρέπει να γίνει και η κηδεία στο νησί".



Λοιπόν από νησί ήταν το παιδί... Τώρα θα ταξιδεύει αμέριμνα σωστό γλαροπούλι, παραβγαίνοντας με τους υπόλοιπους φυγάδες γλάρους κάποιο αργοκίνητο καράβι της γραμμής, φορτωμένο με ταξιδιώτες που τους φωτογραφίζουν αχόρταγοι, σαν κάποιο παράξενο θέαμα... Στεριανοί, τι περιμένεις... Το βλέμμα του χαμένο οριστικά, θα στραφταλίζει σε κρυστάλλινες θαλασσινές σπηλιές, μυστικές κι απόμερες... θα γίνεται θαλασσόξυλο γυμνωμένο από την αρμύρα, ξεχασμένο σε άδειες χειμωνιάτικες ακτές, εγκαταλελειμμένο μέσα στη μοναξιά του... Και η εικόνα του, ο αντικατοπτρισμός του, θα συναντιέται με βλέμματα· μόνο στα μάτια των συγκενών, αλλά καθάριο σαν κρύσταλλο σε εκείνα της μητέρας του... Που από τα μάτια της θα φύγει σιγά, σιγά η σκοτεινιά και θα μείνει μόνιμα η θλίψη, η μόνιμη ανησυχία της μητέρας που τώρα πια, εκεί στο μακρινό κι αδιόρατο επέκεινα έχει το πιο δικό της σπλάχνο... Για έναν λόγο που δεν μπορώ να τον εξηγήσω μου έρχεται στο νου, η εικόνα της Παναγίας, ξεθωριασμένη σε μακρινό ξωκλήσι... μόνη στην ερημιά της και την εγκατάλειψη... πλην νηπτική στον τολμηρό αποφασισμένοο επισκέπτη...


Απομακρύνομαι από τον απομονωμένο θάλαμο με ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά σύντομα ξαναγυρίζω στα δικά μου... τις δικές μου σκέψεις, διακοπτώμενες από το πληγωμένο κορίτσι που διακόπτεται αντίστοιχα από το πραγματικά τραυματισμένο, από τα κουνούπια ή το θορυβώδες νοσηλευτικό προσωπικό. Μετά από 3 ή 4 ημέρες, "έφυγαν" δύο ομίληκοι, γέρος και γραία από τους δύο διαφορετικούς θαλάμους που ήταν συγκεντρωμένοι κατά φύλο... Πλήρεις ημερών, πάνω από 90 χρονών έκαστος... Κοιτάζω έξω από το παράθυρο... Η θορυβωδώς προαναγγελθείσα από τα κανάλια έλευση του καύσωνα δεν ήρθε τελικά... Ο καιρός είναι πράγματι καλός για την εποχή και επιτέλους φυσάει λιγάκι... Κάτω οδηγοί γκαζώνουν και οδηγούν βιαστικά την άδεια λεωφόρο, που μόνο τέτοια περίοδο βρίσκεις τόσο έρημη στην Αθήνα. Ένα παπάκι κορνάρει στον μπροστά οδηγό να ξεκινήσει "Πράσινο ρε!". Η ζωή συνεχίζεται με τους ίδιους ασθμαίνοντες και βιαστικούς ρυθμούς της...