Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Σήμερα γάμος γίνεται σ' ωραίο περιβόλι...

 Ο Νάκος ήταν δεν ήταν 11 χρόνων... έπαιζε ποδόσφαιρο σε μιαν αλάνα έξω από μιαν απόμερη τότε εκκλησία, τον άγιο Δημήτρη που έχω παλαιότερα ξαναμιλήσει για αυτήν... Το "νάκος" έβγαινε από το Αντιγονάκος, δηλαδή υιός της Αντιγόνης... Το παιχνίδι το διέκοψε ένα γειτονόπουλο που ήρθε τρέχοντας να διαλαλήσει το ενδιαφέρον νέο στην τότε άχαρη, φτωχική και κυρίως ανιαρή παιδική τους ηλικία...
 "Έ! Ελάτε! στην εκκλησία γίνεται γάμος και ο γαμπρός κλαίει!!! τον παντρεύουν με το ζόρι!"
Όλοι παράτησαν την από κουρέλια φτιαγμένη μπάλα. Έτρεξαν με αλαλαγμούς και φωνές χαρούμενες! Δρασκέλισαν το αφύλακτο προαύλιο και μπήκαν από την πλαϊνή πόρτα για να βλέπουν...
Ελάχιστοι συγγενείς. Τέσσερα ή 5 αδέλφια ζωσμένα με όπλα και το ζεύγος, η αδιάφορη νύμφη και ο γαμπρός να έχει σπαράξει στο κλάμμα... γύρω συγγενείς μόνο της νύφης.
Το μυστήριο τελείωσε με βλαστήμιες του ιερέως εναντίων των "κωλόπαιδων" που έσκουζαν απ' έξω "με το ζόρι!" "με το ζόρι!". Ένας από τα σκληρά αδέλφια βγήκε για να φοβερίσει τα παιδιά, αλλά εκείνα κρυφτήκαν στον γύρω από την εκκλησία απόμερο τόπο και του πετούσαν πέτρες... πρώτος και καλύτερος ο Νάκος που δεν τους πολυσυμπαθούσε τους κουμπουροφόρους... 

...3 χρόνια πριν, όταν ο Νάκος ήταν 8 χρονών, ο Σούλης, ο γαμπρός δηλαδή, ξεκινούσε στα 15 του, από την πόλη του να πάει "ταξίδι" μαζί με τον πατέρα του... Για κάποιο λόγο οι αρχές του τόπου τότε το 1947, είχαν αποφασίσει ο πατέρας του Σούλη να πάει στη Μακρόνησο. Καθώς ήταν πολύ μεγάλος τότε για την ηλικία του, έβαλαν το μικρότερο από τα 7 παιδιά του, τον Σούλη να τον συνοδεύσει στο μακρονήσι... Τότε το 1947, ο Σούλης μπήκε σε τραίνο και μετά σε καΐκι για να περάσει με τον πατέρα του 18 μήνες στα αντίσκηνα της Μακρονήσου... Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αποκτήσει έναν υποβόσκοντα φόβο και να απέχει ρητά και φοβισμένα από οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα. 



...πέρασαν 30 τόσα χρόνια από τότε και η ζωή έφερε το Νάκο και τον Σούλη να γίνουν φίλοι και συνεργάτες αναίτια... Ήταν και ομοϊδεάτες πολιτικά με κεντρώες και κάπως συντηρητικές απόψεις, αυτό όμως κανέναν ρόλο δεν έπαιξε για τη σχέση τους και τη φιλία τους. Πήγαιναν ταξίδια, όργωσαν όλη την ελλάδα όπως το απαιτούσε το επάγγελμα...κυρίως φίλοι πάνω απ' όλα... Και οι δύο αγνοούσαν ότι είχαν πάρει μέρος στο συμβάν του γάμου στον Αγιο Δημήτρη στα 1950, ο ένας ως γαμπρός και ο άλλος ως τσόγλανος που πετούσε πέτρες και έκραζε αυτό το ενοχλητικότατο "με το ζόρι" που δικαίωνε και έκανε το μαρτύριο-μυστήριο του Σούλη πιο υποφερτό, αλλά και εξαγρίωνε τους κουμπουροφόρους αδελφούς της νύφης και προπαντώς τον παπά...

Σε μια από αυτές τις συναντήσεις τους βρέθηκαν το 1978 στην ΔΕΘ... Χάζευαν στα περίπτερα και από την πολυκοσμία χάθηκαν για λίγο... Ο Νάκος όμως πρόφτασε τον Σούλη και του είπε: "κανόνισα μια ωραία μπίζνα σε ένα περίπτερο που βρήκα εδώ! που εξαφανίστηκες?"
Ο Σούλης δεν μιλούσε... "Μπα χάθηκα στην πολυκοσμία..." απάντησε αδιάφορα...
Ο Νάκος όμως εγκάρδια τον ηρέμησε... "Δεν πειράζει κανονίσαμε με τα παιδιά να βρεθούμε εδώ απ' έξω σε μια ταβέρνα, θα φάνε κι αυτοί εκεί... Θα έχεις την ευκαιρία να τους μιλήσεις..."
Ο Σούλης που ως ο κοινωνικός της παρέας υπό άλλες συνθήκες θα ήταν  πρόσχαρος, τώρα είχε ένα βαριεστημένο και ασυνήθιστα απλανές χαμένο βλέμμα... "Δεν πειράζει, μιαν άλλη φορά..." είπε στο Νάκο... "Ξέρεις θυμήθηκα ότι πρέπει να τακτοποιήσω και κάτι εκκρεμότητες εδώ στη Σαλονίκη και δεν θα μπορέσω να είμαι μαζί σας... Ίσως όμως να σας προλάβω, αν δεν το διαλύσετε νωρίς".
Για το Νάκο, αυτό σήμαινε καθαρό πούλημα...
"Τι συμβαίνει? Έγινε κάτι?" ρώτησε ξεκάθαρα το Σούλη, που συνέχιζε τα μισόλογα... Στο τέλος με αποφασιστικότητα τον επέπληξε...
"Δεν έχει τέτοια! Δεν θα πάς πουθενά στη Σαλονίκη, μαλάκα!" του είπε...
με το ζόρι τον πήρε στην ταβέρνα...


Κάθησαν σε ένα τραπεζάκι, ο καιρός κρατούσε ακόμη παράδοξα καλός... Εμφανίστηκε μια παρέα που αποτελούταν από μια γυναίκα γύρω στα 50  και από δύο άνδρες λίγο μεγαλύτερούς της γύρω στα 60... Ο Νάκος τους έγνεψε... "ελάτε, κυρία Ελένη, κύριε Γιώργο, εδώ!" Αυτοί ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και κάθισαν ομοτράπεζοι... ένα παιχνίδισμα της τύχης έβαλε δίπλα στον Σούλη την Ελένη η οποία κρατιόταν ακόμη όμορφη παρά την ηλικία της...Ο Σούλης είχε μείνει γεροντοπαλίκαρο, εργένης και παρά τα 46 χρόνια του, έδειχνε νεώτερος...
Προς μεγάλη έκπληξη του Νάκου, εκτός από το Σούλη, τώρα χλώμιασε και η Ελένη, μόλις συνειδητοποίησε ποιός ήταν ο ομοτράπεζός της... Εντούτοις, σύντομα ηρέμισε και παρήγγειλε κρασί...
Ο Σούλης έτρεμε... Ο Νάκος σύστησε το Σούλη, ενώ η Ελένη παρουσίασε τους άλλους δύο... Ο ένας ήταν σύζυγος κι ο άλλος αδελφός της... Υπήρχε μιαν αδιόρατη αμηχανία στο τραπέζι που ο Νάκος δεν μπορούσε να εξηγήσει... Εκεί που ήταν όμως έτοιμος να μιλήσει, τον πρόλαβε η Ελένη η οποία όμως απηύθυνε σε άλλον το λόγο:
"Γιατί μωρέ Σούλη? μου το κρατάς ακόμη από τότε? σάμπως εγώ το ήθελα? μετά εγώ δεν σε έσωσα δίνοντάς σου διαζύγιο?"
"Συμπάθα μας ρε Σούλη!"
είπε ο αδελφός της... "Πέρασε καιρός από τότε! Έλα ας πιούμε να τα ξεχάσουμε!" συνέχισε γελώντας...


Ο Σούλης που ήταν μεγάλη καρδιά σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά τους... Ο Νάκος είχε μείνει με ανοικτό το στόμα...
"Τι έγινε ρε μάγκες? Γνωρίζεστε?"
Η Ελένη ως πιο τσαούσα πήρε το λόγο:
"Να τότε ήταν δύσκολα χρόνια... τα αδέλφια μου ήταν στο χίτικο... Είχα έναν γκόμενο που ήταν αντάρτης και δεν υπήρχε συζήτηση να τον παντρευτώ... Θα τον σκότωναν στα σίγουρα... Η μάνα μου έδωσε την λύση να υποδείκνυα κάποιον άλλον τυχαίο... Σκέφτηκα ένα συνεσταλμένο γειτονόπουλο τότε που ήταν όμορφος"... και έδειξε το Σούλη... "Με τον άλλον είχα χάσει την τιμή μου, έτσι τα αδέλφια μου πήγαν με τις κουμπούρες και ο γάμος έγινε σε μια μακρινή απόμερη εκκλησία να μην μας γνωρίσουν".
"Ναι στον Άγιο Δημήτρη"... είπε ο Σούλης σκεφτικά... "και εμένα μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι... είχα που είχα γυρίσει από τη μακρόνησο φοβισμένος, τώρα μου την έπεφταν και κουμπουροφόροι! ήμουν αθώος αλλά σε ποιόν να το έλεγα?"
"Το πουλάκι μου έκλαιγε στην εκκλησία" είπε η Ελένη κάπως παιχνιδιάρικα αλλά τρυφερά...
Τότε του Νάκου του ήρθε νταμπλάς!!!
"Δεν μιλάτε για την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο..."
"Ναι εκεί είχαμε πάει... ήταν απόμερα τότε" είπε νοσταλγικά η Ελένη...
"Ρε εσύ ήσουν ο γαμπρός που έκλαιγε?" είπε ο Νάκος στο Σούλη...και συνέχισε...
"Εγώ ήμουν απέξω τσόγλανος τότε  και σας πετούσα πέτρες..."
Τότε πετάχτηκε ο αδελφός της Ελένης ο Μίλτος...
"Μια πέτρα με βρήκε στο κεφάλι! Θα σε σκότωνα ρε κερατά αν σε έπιανα στα χέρια μου..." 


Όλοι γέλασαν και άφησαν τον οίνο να απαλύνει και να εξωραΐσει τα περασμένα... και έγιναν καλή παρέα και συνεργάτες αχώριστοι...
Ο Σούλης, τα έφερε η ζωή και έμεινε ανύπανδρος για όλα του τα επόμενα χρόνια μα κυρίως μπον βιβέρ... έφυγε για το μεγάλο ταξίδι φέτος τον Αύγουστο και είπα να τον μνημονεύσω τώρα που έχουν πάρει όλα το δρόμο της λήθης... 


 

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ασανσέρ για δολοφόνους...





Πριν τρία Σαββατοκύριακα, εργαζόμουν σε ένα κτήριο που τυγχάνει ερήμωσης... εισέρχεται ταχύτατα σε μια πρόωρη γήρανση και decadence μαζί με όλον τον έμψυχο και άψυχο κόσμο γύρω του. Ήταν κάπως "αρπαχτή" και δουλειά ρουτίνας, αλλά σε ένα περιβάλλον που δημιουργούσε παράξενα συναισθήματα, καθώς πρόσφατα έσφυζε από ζωή και εργαζόμενους που έκαναν όνειρα για το μέλλον τους.

Παρασκευή, τέλος εργασιών και το προσωπικό συντήρησης-ανανέωσης (η ύστατη ελπίδα των ιδιοκτητών του μεγάρου για να πατσίσουν χασούρες) , με αφορμές την είχε κοπανήσει για τα καλά. Συνεπικουρούσε σε αυτό και η αφραγκιά όλων μας, και το γεγονός ότι ήταν απλήρωτοι για μήνες. Απομακρύνθηκα σε μια γωνία του ισογείου  που εβδομάδες τώρα δεν πλησίαζε ψυχή. Γύρω και έξω από το Μέγαρο τα πάντα ήταν σε μια διαρκή και ολοένα αυξανόμενη εγκατάλειψη...

Πήρα ένα από τα ασανσέρ του κτηρίου που είχαμε φροντίσει να λειτουργούν στοιχειωδώς και ανέβηκα στον τρίτο... Εκεί μετά από κάποιες τελευταίες πινελιές το μόνο που μου έμενε ήταν να ρίξω μια ματιά και στον 6ο και μετά θα έφευγα κι εγώ για πολύ καιρό, καθώς το ακίνητο θα μείνει έρημο για μήνες, ίσως για όλο το χειμώνα. Ζέστη, η Αττική, απέπνεε έναν αποπνικτικό αέρα και είχα ιδρώσει... Έκανα την φευγαλαία και απερίσκεπτη σκέψη να ανέβω με το ασανσέρ. Το πήρα, πάτησα τον 6ο και ανέβηκε κανονικά. Λίγο πριν σταθεροποιηθεί στον 6ο, άρχισε να κατεβαίνει βίαια. Όχι επικίνδυνα, αλλά αρκετά γρήγορα για να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά...

Περίμενα στωϊκά να ακινητοποιηθεί, η καμπίνα, όμως χωρίς άλλο αυτή συνέχισε την κάθοδο και έφτασε κάτω από το 2ο υπόγειο. Εκεί αντί να σταθεροποιηθεί σε κάποιο λεβητοστάσιο ή έξω από μια πόρτα, αυτό μπήκε σε ένα τσιμεντένιο φρεάτιο στα έγκατα της γής. Συνέχισε την κάθοδό του, δίνοντάς μου την εντύπωση πως κατέβηκα τουλάχιστον 2 μέτρα κάτω από το έδαφος του 2ου υπογείου μέσα σε μπετόν... "Ωραία" σκέφτηκα. Μα το χειρότερο με περίμενε, καθώς έσβησε και το φως... Δείγμα πως έχασα κάθε ελπίδα...

Μια κραυγή μου έφυγε, γιατί δεν περίμενα έτσι αναπάντεχα και άδοξα το τέλος μου... Ένα τελείως έρημο κτήριο φάντασμα, χωρίς ψυχή, κλειδωμένο ερμητικά από το φόβο μη γίνει άντρο λαθρομεταναστών και λαθραίων γενικώς με το προσωπικό τελείως απόν... Η κραυγή μου έφυγε την ώρα που συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πάνω μου το κινητό... μόνο έναν μικρό φακό... τον άναψα, ψαχούλεψα το καντράν, τίποτε. Ο Θαλαμίσκος νεκρός. Σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς σε εκείνη την πτέρυγα, δεν περνούσε ψυχή, κανείς δεν θα περνούσε από εκεί κοντά, ίσως και για μήνες... Τότε ούρλιαξα όσο δυνατά μπορούσα... ήμουν βέβαιος για το τέλος... άδοξο... "Θα βρουν το άψυχο κορμί μου μετά απο μήνες ίσως και χρόνια" σκέφτηκα... Το χειρότερο όλων, είχα φθάσει μέσω πολυσχιδών συνεργασιών σε εκείνον το χώρο, κι έτσι κανένας από τους στενούς οικείους μου ή φίλους δεν γνώριζε την επαγγελματική μου σχέση με εκείνο το οικόπεδο...


Στις δεύτερες πιο ψύχραιμες σκέψεις έψαξα την καμπίνα, για κάποια καταπακτή διαφυγής, για κάποια ατέλεια στις λαμαρίνες... τίποτε... Μασίφ, κακή ιδιοκατασκευή, όπως και η όλη κατασκευή του κτηρίου δλδ... Ξάπλωσα κάτω και έκανα ησυχία... κατά περιόδους αφουγκραζόμουν μήπως ακούσω κάποιον ήχο... απόλυτη ησυχία... μόνο η ανάσα μου... ύστερα από λίγο ήμουν σίγουρος πως άκουγα και την καρδιά μου να χτυπάει ρυθμικά γρήγορα... σχεδόν με ξεκούφαινε...

Δεν μπόρεσα να υπολογίσω το διάστημα που έμεινα εκεί... Μου φάνηκε τουλάχιστον μια ημέρα, ολόκληρη, ενώ το ρολόϊ μου έδειχνε πως είχαν περάσει μόλις 8 ώρες... Έξαφνα, άκουσα ήχους δυνατούς και ρυθμικά χτυπήματα πάνω πολύ ψηλά... έβγαλα κραυγή. Τίποτε... Στη συνέχεια αφουγκραζόμουν και μόλις τα χτυπήματα ησύχαζαν, ούρλιαζα με όλη μου τη δύναμη... σε βαθμό που θα λιποθυμούσα... Μετά από ώρες κάποιοι επάνω κατάλαβαν ότι έκραζα απεγνωσμένα για βοήθεια και άκουσα μια δυνατή φωνή:
"Που είσαι?"
"Κάτω στο ασανσέρ! απάντησα! μέσα σε φρεάτιο. Είναι τυφλό, δεν έχει πόρτα!"
"Μην κουνηθείς, χαλάρωσε! μου είπε η φωνή..."

Σκέφτηκα ότι όλο αυτό ήταν της φαντασίας μου, ότι δεν ήταν πραγματικότητα, ότι είχα πλάσει ένα τέτοιο σενάριο για να βοηθήσω τον εαυτό μου... Μου φάνηκε ότι είχαν περάσει ώρες, αλλά σύγκαιρα, ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε στην οροφή της καμπίνας. Κάποιος πήδηξε μέχρι εκεί... Χτύπησε δυνατά με αιχμηρό βαρύ εργαλείο και διέλυσε την οροφή της καμπίνας... Μου έκανε αίσθηση η όσφρηση του οξυγονωμένου αέρα...

Ένα δυνατό μελαμψό χέρι με τράβηξε έξω και μετά ένας άλλος μας βοήθησε να ανεβούμε... Ήταν κάμποσοι λαθρομετανάστες και δύο συμπατριώτες μας, που είχαν μπεί λαθραία να ξεψειρίσουν το κτήριο από σιδερικά που έτσι κι αλλιώς θα πετάγονταν... Τους κοίταζα και νόμιζα ότι έβλεπα τον ίδιο τον μυστικό δείπνο... Τους πήρα όλους, μια ομάδα 8 ατόμων και καθώς ήταν πλέον βράδυ, δειπνήσαμε σε κοντινό εστιατόριο του Κεραμεικού... Ήμουν άφωνος και πολύ στενοχωρημένος...


"Τι έχεις?" Με ρώτησε ο συμπατριώτης μου Ρομά Έλληνας...

"Να του λέω, τούτες τις μέρες της κρίσης, έκανα ηλίθιες σκέψεις για όλους εσάς, που κλέβετε, που κάνετε διαρρήξεις, ήθελα να σας εξοντώσουν, ήθελα να σας επιβάλλουν στειρώσεις, ήθελα την εξόντωση όλων εσάς", έδειξα τους λαθρομετανάστες, "βέβαια σκέψεις ήταν μόνο, να εξηγούμαστε! τους είπα". "Κι εσείς με σώσατε, μου δώσατε το δικαίωμα να ζήσω, ακριβώς επειδή υπάρχετε και κάνετε αυτή τη δουλειά...".
Αυτοί γελούσαν... Εγώ είχα έναν πονοκέφαλο που μου τρυπούσε τα μηνίγκια... Τα μάτια μου είχαν πεταχτεί...

Τους άφησα ότι χρήματα είχα, αντάλλαξα τηλέφωνα με τους συμπατριώτες μας και έφυγα, άφωνος... ακόμη και σήμερα έτσι είμαι... χωρίς φωνή πλέον...

Η ιστορία είναι αληθινή και τη βίωσε άμεσος συνεργάτης μου... ήμουν από τους ελάχιστους που γνώριζε την επαγγελματική του σχέση με το ακίνητο εκεί και φυσικά ελάχιστα γνωρίζω τους δικούς του... Μου έκανε εντύπωση ο έντονος συμβολισμός του επεισοδίου με την πραγματικότητα που βιώνουμε... θα βρεθούν άραγε και για εμάς "λαθραίοι" να μας βοηθήσουν?

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

ανακλάσεις φωτός...

Ήταν όμορφη... μέσα στη δροσερή νιότη των 20 χρόνων της...
για όλες τις γυναίκες έρχεται μια περίοδος της ζωής τους που λάμπουν σαν αναλαμπές μακρινών φάρων... σειρήνες που καλούν άξιους ταξιδευτές... περαστικές, αιθέριες, λιγνές σιλουέτες, που βάφουν τον καμβά της ζωής μας...

Στην πραγματικότητα δεν έβλεπα παρά μόνο τον αντικατοπτρισμό της από έναν παλιακό καθρέπτη, στο σαλόνι του σπιτιού της, καθώς αυτή έριχνε ένα φευγαλαίο βλέμμα πριν φύγει για τη δουλειά, ενώ εγώ αραγμένος στον καναπέ, άφηνα το μυαλό μου να μην σκέπτεται τίποτε, ούτε να κάνει μελλοντικά απραγματοποίητα σχέδια επί χάρτου... μόνο να αφεθώ να απολαύσω τη ραστώνη...
Η πόρτα του σπιτιού έκλεισε με τον χαρακτηριστικό θόρυβο... Ησυχία... σηκώθηκα με χαρούμενες σκέψεις προκειμένου να φύγω σε ένα καλοκαίρι πριν πολλά χρόνια που τότε μόλις άρχιζε...

Δεν είχα κλειδί... Έκλεισα την πόρτα με θόρυβο, που έσβησε σιγά, σιγά από το βόμβο της πόλης στην κυκλοφορία μιας Αθήνας που μόλις τότε ξυπνούσε... Τον ίδιο θόρυβο έκανε πάντα η πόρτα αυτή... Τον άκουσα για τελευταία φορά, όταν την ξαναέκλεισα μετά από αρκετά χρόνια, χωρίς να ξέρω τότε ότι ήταν η τελευταία φορά που εξερχόμουν από αυτό το σπίτι... ο καιρός συνεπήρε με το διάβα του τις μικρές μας κλειστές καθημερινότητες, που με ασέβεια αποκαλούμε καριέρες, παίρνοντας κι εμάς μαζί του στα μικρά-μεγάλα ταξίδια μας...

Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα... οι δεκαετίες έγιναν ξεθωριασμένες εικόνες... αφαιρετικές αναμνήσεις... κάπου εξωραϊσμένες από το ΕΓΩ μας, κάπου σκοτεινά ανήλια δωμάτια, από εκείνα που αν και δεν θέλουμε να θυμόμαστε, για άγνωστο λόγο, ο ασυνείδητος νους μας κρατά ακέραια...

Μια δουλειά με έφερε από την γειτονιά αυτή που μόλις πάρκαρα, συνειδητοποίησα πως είχα να περάσω από εκεί, πάνω από 15 χρόνια... Εκ περιεργείας, ή ίσως έτσι πρόκλησης, λόξεψα τον δρόμο μου ώστε να περάσω έξω από εκείνο το σπίτι... Δεν είχαν αλλάξει πολλά, αν και μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε να κατοικηθεί χρόνια... Σαν να είχε μείνει εκεί ακίνητο, παγωμένο στο χρόνο, περιμένοντας από εμένα κάτι που δεν θα μπορούσα να προσδιορίσω...

Την αμέσως επόμενη βρέθηκα για δουλειά στην Κιφησιά... Τελείως άσχετη γειτονιά, και πολύ μακρινή από εκείνη της πρώτης αντανάκλασης... Στεκόμουν έξω από έναν αδιάφορο εμπορικό δήθεν πεζόδρομο και ακριβώς απέναντί μου μια κυρία, καθόλα μαντάμ, μιλούσε στο κινητό, πολυάσχολη και ίσως και μιαν υποψία επιθετική, δίδοντας αυστηρά επαγγελματικές εντολές... Έκανε μια κίνηση για να βγάλει τσιγάρο και η κινησιολογία, πρόδωσε την ταυτότητά της... Η αντανάκλασή της σε έναν εξωτερικό καθρέπτη εμπορικού καταστήματος, απλά ήρθε να με επιβεβαιώσει... Ήταν ακόμη όμορφη, και ίσως η ηλικία να της είχε προσθέσει και μιαν γοητεία και έναν αέρα...

Την άφησα εκεί με τον αντικατοπτρισμό της, χαμένη μέσα σε μια πολυάσχολη μανιέρα, καθώς ρουφούσε νευρικά το τσιγάρο... Έτσι κι αλλιώς δεν είχα και πολλή μεγάλη επιθυμία για ερωτήσεις των διαφορετικών παρόντων μας, που ίσως και να υπέκρυπταν κάποια ανάγκη δικαίωσης του ΕΓΩ και των επιλογών μας...

όμως αυτοί οι δυό αντικατοπτρισμοί που απείχαν πάνω, κάτω 20 χρόνια, μου άφησαν μιαν επίγευση ευχαρίστησης... χάρηκα πραγματικά... κι αυτό μετρούσε πάνω από όλα...

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Πρωτομαγιά



Ανδρέας Λυκουρίνος 14 ετών:
"Μπαμπά με πάνε για εκτέλεση στην Καισαριανή μαζί με άλλους επτα. Μη λυπάστε για μένα. Πεθαίνω για την πατρίδα και τη λευτεριά.
Ανδρέας".

Αυτή η χώρα δεν θα έχει ποτέ την τύχη να την κυβερνήσει ένας Ανδρέας Λυκουρίνος αν τον άφηναν ποτέ να μεγαλώσει...