Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ασανσέρ για δολοφόνους...





Πριν τρία Σαββατοκύριακα, εργαζόμουν σε ένα κτήριο που τυγχάνει ερήμωσης... εισέρχεται ταχύτατα σε μια πρόωρη γήρανση και decadence μαζί με όλον τον έμψυχο και άψυχο κόσμο γύρω του. Ήταν κάπως "αρπαχτή" και δουλειά ρουτίνας, αλλά σε ένα περιβάλλον που δημιουργούσε παράξενα συναισθήματα, καθώς πρόσφατα έσφυζε από ζωή και εργαζόμενους που έκαναν όνειρα για το μέλλον τους.

Παρασκευή, τέλος εργασιών και το προσωπικό συντήρησης-ανανέωσης (η ύστατη ελπίδα των ιδιοκτητών του μεγάρου για να πατσίσουν χασούρες) , με αφορμές την είχε κοπανήσει για τα καλά. Συνεπικουρούσε σε αυτό και η αφραγκιά όλων μας, και το γεγονός ότι ήταν απλήρωτοι για μήνες. Απομακρύνθηκα σε μια γωνία του ισογείου  που εβδομάδες τώρα δεν πλησίαζε ψυχή. Γύρω και έξω από το Μέγαρο τα πάντα ήταν σε μια διαρκή και ολοένα αυξανόμενη εγκατάλειψη...

Πήρα ένα από τα ασανσέρ του κτηρίου που είχαμε φροντίσει να λειτουργούν στοιχειωδώς και ανέβηκα στον τρίτο... Εκεί μετά από κάποιες τελευταίες πινελιές το μόνο που μου έμενε ήταν να ρίξω μια ματιά και στον 6ο και μετά θα έφευγα κι εγώ για πολύ καιρό, καθώς το ακίνητο θα μείνει έρημο για μήνες, ίσως για όλο το χειμώνα. Ζέστη, η Αττική, απέπνεε έναν αποπνικτικό αέρα και είχα ιδρώσει... Έκανα την φευγαλαία και απερίσκεπτη σκέψη να ανέβω με το ασανσέρ. Το πήρα, πάτησα τον 6ο και ανέβηκε κανονικά. Λίγο πριν σταθεροποιηθεί στον 6ο, άρχισε να κατεβαίνει βίαια. Όχι επικίνδυνα, αλλά αρκετά γρήγορα για να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά...

Περίμενα στωϊκά να ακινητοποιηθεί, η καμπίνα, όμως χωρίς άλλο αυτή συνέχισε την κάθοδο και έφτασε κάτω από το 2ο υπόγειο. Εκεί αντί να σταθεροποιηθεί σε κάποιο λεβητοστάσιο ή έξω από μια πόρτα, αυτό μπήκε σε ένα τσιμεντένιο φρεάτιο στα έγκατα της γής. Συνέχισε την κάθοδό του, δίνοντάς μου την εντύπωση πως κατέβηκα τουλάχιστον 2 μέτρα κάτω από το έδαφος του 2ου υπογείου μέσα σε μπετόν... "Ωραία" σκέφτηκα. Μα το χειρότερο με περίμενε, καθώς έσβησε και το φως... Δείγμα πως έχασα κάθε ελπίδα...

Μια κραυγή μου έφυγε, γιατί δεν περίμενα έτσι αναπάντεχα και άδοξα το τέλος μου... Ένα τελείως έρημο κτήριο φάντασμα, χωρίς ψυχή, κλειδωμένο ερμητικά από το φόβο μη γίνει άντρο λαθρομεταναστών και λαθραίων γενικώς με το προσωπικό τελείως απόν... Η κραυγή μου έφυγε την ώρα που συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πάνω μου το κινητό... μόνο έναν μικρό φακό... τον άναψα, ψαχούλεψα το καντράν, τίποτε. Ο Θαλαμίσκος νεκρός. Σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς σε εκείνη την πτέρυγα, δεν περνούσε ψυχή, κανείς δεν θα περνούσε από εκεί κοντά, ίσως και για μήνες... Τότε ούρλιαξα όσο δυνατά μπορούσα... ήμουν βέβαιος για το τέλος... άδοξο... "Θα βρουν το άψυχο κορμί μου μετά απο μήνες ίσως και χρόνια" σκέφτηκα... Το χειρότερο όλων, είχα φθάσει μέσω πολυσχιδών συνεργασιών σε εκείνον το χώρο, κι έτσι κανένας από τους στενούς οικείους μου ή φίλους δεν γνώριζε την επαγγελματική μου σχέση με εκείνο το οικόπεδο...


Στις δεύτερες πιο ψύχραιμες σκέψεις έψαξα την καμπίνα, για κάποια καταπακτή διαφυγής, για κάποια ατέλεια στις λαμαρίνες... τίποτε... Μασίφ, κακή ιδιοκατασκευή, όπως και η όλη κατασκευή του κτηρίου δλδ... Ξάπλωσα κάτω και έκανα ησυχία... κατά περιόδους αφουγκραζόμουν μήπως ακούσω κάποιον ήχο... απόλυτη ησυχία... μόνο η ανάσα μου... ύστερα από λίγο ήμουν σίγουρος πως άκουγα και την καρδιά μου να χτυπάει ρυθμικά γρήγορα... σχεδόν με ξεκούφαινε...

Δεν μπόρεσα να υπολογίσω το διάστημα που έμεινα εκεί... Μου φάνηκε τουλάχιστον μια ημέρα, ολόκληρη, ενώ το ρολόϊ μου έδειχνε πως είχαν περάσει μόλις 8 ώρες... Έξαφνα, άκουσα ήχους δυνατούς και ρυθμικά χτυπήματα πάνω πολύ ψηλά... έβγαλα κραυγή. Τίποτε... Στη συνέχεια αφουγκραζόμουν και μόλις τα χτυπήματα ησύχαζαν, ούρλιαζα με όλη μου τη δύναμη... σε βαθμό που θα λιποθυμούσα... Μετά από ώρες κάποιοι επάνω κατάλαβαν ότι έκραζα απεγνωσμένα για βοήθεια και άκουσα μια δυνατή φωνή:
"Που είσαι?"
"Κάτω στο ασανσέρ! απάντησα! μέσα σε φρεάτιο. Είναι τυφλό, δεν έχει πόρτα!"
"Μην κουνηθείς, χαλάρωσε! μου είπε η φωνή..."

Σκέφτηκα ότι όλο αυτό ήταν της φαντασίας μου, ότι δεν ήταν πραγματικότητα, ότι είχα πλάσει ένα τέτοιο σενάριο για να βοηθήσω τον εαυτό μου... Μου φάνηκε ότι είχαν περάσει ώρες, αλλά σύγκαιρα, ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε στην οροφή της καμπίνας. Κάποιος πήδηξε μέχρι εκεί... Χτύπησε δυνατά με αιχμηρό βαρύ εργαλείο και διέλυσε την οροφή της καμπίνας... Μου έκανε αίσθηση η όσφρηση του οξυγονωμένου αέρα...

Ένα δυνατό μελαμψό χέρι με τράβηξε έξω και μετά ένας άλλος μας βοήθησε να ανεβούμε... Ήταν κάμποσοι λαθρομετανάστες και δύο συμπατριώτες μας, που είχαν μπεί λαθραία να ξεψειρίσουν το κτήριο από σιδερικά που έτσι κι αλλιώς θα πετάγονταν... Τους κοίταζα και νόμιζα ότι έβλεπα τον ίδιο τον μυστικό δείπνο... Τους πήρα όλους, μια ομάδα 8 ατόμων και καθώς ήταν πλέον βράδυ, δειπνήσαμε σε κοντινό εστιατόριο του Κεραμεικού... Ήμουν άφωνος και πολύ στενοχωρημένος...


"Τι έχεις?" Με ρώτησε ο συμπατριώτης μου Ρομά Έλληνας...

"Να του λέω, τούτες τις μέρες της κρίσης, έκανα ηλίθιες σκέψεις για όλους εσάς, που κλέβετε, που κάνετε διαρρήξεις, ήθελα να σας εξοντώσουν, ήθελα να σας επιβάλλουν στειρώσεις, ήθελα την εξόντωση όλων εσάς", έδειξα τους λαθρομετανάστες, "βέβαια σκέψεις ήταν μόνο, να εξηγούμαστε! τους είπα". "Κι εσείς με σώσατε, μου δώσατε το δικαίωμα να ζήσω, ακριβώς επειδή υπάρχετε και κάνετε αυτή τη δουλειά...".
Αυτοί γελούσαν... Εγώ είχα έναν πονοκέφαλο που μου τρυπούσε τα μηνίγκια... Τα μάτια μου είχαν πεταχτεί...

Τους άφησα ότι χρήματα είχα, αντάλλαξα τηλέφωνα με τους συμπατριώτες μας και έφυγα, άφωνος... ακόμη και σήμερα έτσι είμαι... χωρίς φωνή πλέον...

Η ιστορία είναι αληθινή και τη βίωσε άμεσος συνεργάτης μου... ήμουν από τους ελάχιστους που γνώριζε την επαγγελματική του σχέση με το ακίνητο εκεί και φυσικά ελάχιστα γνωρίζω τους δικούς του... Μου έκανε εντύπωση ο έντονος συμβολισμός του επεισοδίου με την πραγματικότητα που βιώνουμε... θα βρεθούν άραγε και για εμάς "λαθραίοι" να μας βοηθήσουν?

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

ανακλάσεις φωτός...

Ήταν όμορφη... μέσα στη δροσερή νιότη των 20 χρόνων της...
για όλες τις γυναίκες έρχεται μια περίοδος της ζωής τους που λάμπουν σαν αναλαμπές μακρινών φάρων... σειρήνες που καλούν άξιους ταξιδευτές... περαστικές, αιθέριες, λιγνές σιλουέτες, που βάφουν τον καμβά της ζωής μας...

Στην πραγματικότητα δεν έβλεπα παρά μόνο τον αντικατοπτρισμό της από έναν παλιακό καθρέπτη, στο σαλόνι του σπιτιού της, καθώς αυτή έριχνε ένα φευγαλαίο βλέμμα πριν φύγει για τη δουλειά, ενώ εγώ αραγμένος στον καναπέ, άφηνα το μυαλό μου να μην σκέπτεται τίποτε, ούτε να κάνει μελλοντικά απραγματοποίητα σχέδια επί χάρτου... μόνο να αφεθώ να απολαύσω τη ραστώνη...
Η πόρτα του σπιτιού έκλεισε με τον χαρακτηριστικό θόρυβο... Ησυχία... σηκώθηκα με χαρούμενες σκέψεις προκειμένου να φύγω σε ένα καλοκαίρι πριν πολλά χρόνια που τότε μόλις άρχιζε...

Δεν είχα κλειδί... Έκλεισα την πόρτα με θόρυβο, που έσβησε σιγά, σιγά από το βόμβο της πόλης στην κυκλοφορία μιας Αθήνας που μόλις τότε ξυπνούσε... Τον ίδιο θόρυβο έκανε πάντα η πόρτα αυτή... Τον άκουσα για τελευταία φορά, όταν την ξαναέκλεισα μετά από αρκετά χρόνια, χωρίς να ξέρω τότε ότι ήταν η τελευταία φορά που εξερχόμουν από αυτό το σπίτι... ο καιρός συνεπήρε με το διάβα του τις μικρές μας κλειστές καθημερινότητες, που με ασέβεια αποκαλούμε καριέρες, παίρνοντας κι εμάς μαζί του στα μικρά-μεγάλα ταξίδια μας...

Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα... οι δεκαετίες έγιναν ξεθωριασμένες εικόνες... αφαιρετικές αναμνήσεις... κάπου εξωραϊσμένες από το ΕΓΩ μας, κάπου σκοτεινά ανήλια δωμάτια, από εκείνα που αν και δεν θέλουμε να θυμόμαστε, για άγνωστο λόγο, ο ασυνείδητος νους μας κρατά ακέραια...

Μια δουλειά με έφερε από την γειτονιά αυτή που μόλις πάρκαρα, συνειδητοποίησα πως είχα να περάσω από εκεί, πάνω από 15 χρόνια... Εκ περιεργείας, ή ίσως έτσι πρόκλησης, λόξεψα τον δρόμο μου ώστε να περάσω έξω από εκείνο το σπίτι... Δεν είχαν αλλάξει πολλά, αν και μου έδωσε την εντύπωση ότι είχε να κατοικηθεί χρόνια... Σαν να είχε μείνει εκεί ακίνητο, παγωμένο στο χρόνο, περιμένοντας από εμένα κάτι που δεν θα μπορούσα να προσδιορίσω...

Την αμέσως επόμενη βρέθηκα για δουλειά στην Κιφησιά... Τελείως άσχετη γειτονιά, και πολύ μακρινή από εκείνη της πρώτης αντανάκλασης... Στεκόμουν έξω από έναν αδιάφορο εμπορικό δήθεν πεζόδρομο και ακριβώς απέναντί μου μια κυρία, καθόλα μαντάμ, μιλούσε στο κινητό, πολυάσχολη και ίσως και μιαν υποψία επιθετική, δίδοντας αυστηρά επαγγελματικές εντολές... Έκανε μια κίνηση για να βγάλει τσιγάρο και η κινησιολογία, πρόδωσε την ταυτότητά της... Η αντανάκλασή της σε έναν εξωτερικό καθρέπτη εμπορικού καταστήματος, απλά ήρθε να με επιβεβαιώσει... Ήταν ακόμη όμορφη, και ίσως η ηλικία να της είχε προσθέσει και μιαν γοητεία και έναν αέρα...

Την άφησα εκεί με τον αντικατοπτρισμό της, χαμένη μέσα σε μια πολυάσχολη μανιέρα, καθώς ρουφούσε νευρικά το τσιγάρο... Έτσι κι αλλιώς δεν είχα και πολλή μεγάλη επιθυμία για ερωτήσεις των διαφορετικών παρόντων μας, που ίσως και να υπέκρυπταν κάποια ανάγκη δικαίωσης του ΕΓΩ και των επιλογών μας...

όμως αυτοί οι δυό αντικατοπτρισμοί που απείχαν πάνω, κάτω 20 χρόνια, μου άφησαν μιαν επίγευση ευχαρίστησης... χάρηκα πραγματικά... κι αυτό μετρούσε πάνω από όλα...

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Πρωτομαγιά



Ανδρέας Λυκουρίνος 14 ετών:
"Μπαμπά με πάνε για εκτέλεση στην Καισαριανή μαζί με άλλους επτα. Μη λυπάστε για μένα. Πεθαίνω για την πατρίδα και τη λευτεριά.
Ανδρέας".

Αυτή η χώρα δεν θα έχει ποτέ την τύχη να την κυβερνήσει ένας Ανδρέας Λυκουρίνος αν τον άφηναν ποτέ να μεγαλώσει...


Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

...Θέση Ιατρού στη Σουηδία! Ευκαιρία!



 

Καθόταν στο παλιό ξύλινο τραπέζι της κουζίνας... Έτριζε-κούναγε και συχνά του έχυνε τον καφέ... αλλά ας είναι... ήταν ο μόνος τρόπος να πιεί κι αυτός έναν καφέ...Το σπίτι μαρτυρούσε πως κάποτε είχαν υπάρξει καλύτερες ημέρες... όμως είχε σιγά, σιγά ξαναγυρίσει στη φθορά μετά από χρόνια παρατεταμένης φτώχιας και ανεργίας... Το ζήτημα ήταν ο επιούσιος... εδώ δεν μιλούσαμε πλέον για πολυτέλειες... Κι ευτυχώς η αδερφή τους έκανε θαύματα με τα μπαλώματα... κι έβρισκε άφθονα ραφτικά-κλωστές στα σπίτια που βοηθούσε...
  

Ανία... Ο Νάσος κοιτούσε τους συνομηλίκους του που είχαν πέντε δραχμές στην τσέπη και πήγαιναν σε μπαρ και κέντρα διασκέδασης... έβρισκαν κορίτσια... "ανώφελο σε λίγο όλα θα χάνονταν" μονολογούσε... Συμπλήρωνε 2 χρόνια χωρίς ούτε ένα μεροκάματο ώστε να μπορεί να συνεισφέρει στο σπίτι του... Παλαιότερα έβρισκε να κάνει τίποτε μικροδουλειές σε κάποιες επιχειρήσεις ή εταιρίες... όμως τώρα είχαν κλείσει όλα... Μόνο το χονδρεμπόριο και η μαύρη αγορά  είχαν λίγο κίνηση, όμως τώρα είχαν σκληρύνει τα πράγματα και η μαφία και η βρωμιά,  είχαν μπει μέσα σε αυτό το σινάφι για τα καλά...

Γύριζε γύρω του σαν αγρίμι και δεν έβλεπε φως... μόνο μια διέξοδος υπήρχε... αλλά αυτήν δεν τολμούσε καν να τη σκεφτεί... Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο... Του είχαν κόψει το βερεσέ, αλλά ένεκα φτώχιας και στενότητας είχαν αραιώσει και οι πελάτες, κι έτσι άδειες καρέκλες υπήρχαν διαθέσιμες... Κυρίως πήγαινε γιατί καμιά φορά ερχόταν κανένας εργολάβος ή νοικοκύρης και ζητούσαν περιστασιακά χέρια για δουλειά... και μαζεύονταν οι άνεργοι και μειοδοτούσαν...

Ένα πρωί έμαθε δύο καταπληκτικά νέα... Το πρώτο είναι ότι ο Μπαρμπα-Τάσος, ένας γείτονας είχε πάρει γράμμα από το γιό του που ήταν μετανάστης στις ΗΠΑ. Αγράμματοι οι περισσότεροι το έδιναν στο καφενείο στο δάσκαλο για να το διαβάσει... τον κερνούσαν και κάναν καφέ κι έτσι η ανάγνωση των επιστολών αποτελούσε ατραξιόν. Το δεύτερο νέο ήταν ότι γύριζε από την ξενιτιά ο παιδικός του φίλος ο Γιώργος... Κάτι έγινε λέει, εβγαλε πολλά λεφτά και έτσι γύρισε για λίγο για να δει τους δικούς του... Ήλπιζε να συναντιόντουσαν... είχαν περάσει τόσα μαζί από παιδιά... Ήταν ο καλύτερος φίλος του... Ο Νάσος λογάριαζε πως αν πήγαινε ποτέ μετανάστης, στο Γιώργο θα πήγαινε...


Έτσι χαρούμενος, ντύθηκε όσο καλύτερα μπορούσε... Στο καφενείο στάθηκε όρθιος, αφού καρέκλες υπήρχαν μόνο για όσους πλήρωναν καφέ. Αττραξιόν γαρ... "Αγαπημένοι μου γονείς. Είμαι χαρούμενος, ευτυχισμένος και το αυτό εύχομαι δια υμάς". Το "υμάς" δεν το έγραφε, συνήθιζε όμως ο δάσκαλος να βάζει σάλτσες εξωραΐζοντας τον απλοϊκό λόγο στις επιστολές... "Εδώ στην Αμερική, όλα είναι περίφημα. Ευγνωμονώ το θεό που με αξίωσε να ζω σε αυτόν τον παράδεισο. Υπάρχουν παντού δουλειες, όρεξη να έχεις και χρήμα με ουρά. Τα σπίτια είναι τέλεια, άνετα μεγάλα και το κόστος ζωής χαμηλότερο από το εισόδημα που βγάζουμε από τη δουλειά. Έτσι μπορώ κάλλιστα να κάνω κομπόδεμα για να πληρώσω τα ναύλα μου που με έφεραν εδώ και να στέλνω και σε εσάς τίποτε. Σκέφτομαι τι χαζός που ήμουν και κοπροσκύλιαζα στην Ελλάδα. Μην βαρυγκομάτε δεν μου λείπει τίποτε εμένα... Ντρέπομαι και λίγο καθώς συλλογιέμαι τη δική σας φτώχια εκεί πίσω... Στέλνω ένα μικρό δωράκι-μαντήλι για τη μεγάλη αδερφή και λίγα χρήματα. Δεν σας στέλνω πολλά σε αυτό το γράμμα για να μην κακομάθετε, αλλά υπόσχομαι ότι στο επόμενο θα σας στείλω τα αγαθά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Να είστε γεροί και να προσέχετε τ' αδέρφια μου. Ο υιός σας Εμμανουήλ". Ο δάσκαλος ξερόβηξε λίγο και ύστερα είπε: "Υστερόγραφον: Να δώσετε χαιρετισμούς σε όλους εκεί πίσω... ιδιαίτερα στο Νάσο και την Ιωάννα"



Ο μπαρμπα-Τάσος έκλαιγε... το ίδιο και άλλοι δίπλα του... "Άντε μπαρμπα-Τάσο, είδες? Ο θεός σας λυπήθηκε". Μονολόγησε ένας θαμώνας ομοτράπεζος... Οι νέοι, ιδίως οι όρθιοι αλληλοκοιτάζονταν με νόημα... "Τι κάθόμαστε ρε μαλάκες εδώ πέρα!!! σ'αυτόν τον κωλότοπο? μονολόγησε φωναχτά ένας από αυτούς".


Το βράδυ στο σπίτι το μοναδικό θέαμα: το ραδιόφωνο. Από τη φτώχια κρατικά κανάλια δεν εξέπεμπαν... μόνο πειρατικά που έκαναν διάφορες μπίζνες... εκεί δημοσίευαν δωρεάν και αγγελίες. Ο καιρός είχε ζεστάνει κι έτσι κάθονταν στην αυλή του σπιτιού. "Η Ελένη Δεσύλα, αφιερώνει το επόμενο τραγούδι στους συμμαθητές της και σε όλο το Γ4 του Δ' Γυμνασίου. Τους αποχαιρετά και εύχεται να είναι γεροί, καθώς αύριο φεύγει μετανάστρια για την Αυστραλία". Καπάκι μπαίνει το τραγούδι, αλλά ο Νάσος μέσα του καίει... Η Ελένη δεν ήταν για αυτόν ένα τυχαίο κορίτσι... "Την κατάφεραν τα καθήκια οι δικοί της τελικά"... σκέφτηκε...


Ο κόσμος του είχε μαυρίσει... από την ανημποριά, την ανυπομονησία, την απαγοήτευση, τη φτώχια και την απόγνωση... Στον Τόπο του, μόνο οι μπράβοι και οι μαφιόζοι μαζί με τους πολιτικούς έκαναν κουμάντο και έτρωγαν με χρυσά κουτάλια... "Καλύτερα στην ξενητιά το Λενάκι, παρά να πάει να γίνει κοκότα τους", ξανασκέφτηκε...  Ωστόσο ο κόσμος έλαμψε μέσα του καθώς θυμήθηκε τον φίλο του το Γιώργο... "Το καθήκι... είναι εδώ 10 μέρες και δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Εμ βλέπεις είναι φραγκάτος τώρα... τι να κάνει με μας τους κουρελήδες". Μα θες το πείσμα, θες το άδικο, τον όπλισαν κι έτσι το απογευματάκι αποφάσισε να πάει από το σπίτι του... Πόδια είχε, γερός ήταν... μετά από περπάτημα έφθασε έξω από το σπίτι... Η μητέρα του στην πόρτα τον κοίταξε ερευνητικά πίσω από το παράθυρο... "Ο Γιώργος δεν είναι εδώ παιδί μου!" του είπε ψεύτικα... "Πήγε με τον πατέρα του για δουλειές!",  αποτελείωσε η γραία. Μα από μέσα από το σπίτι ακούστηκε βήχας ατέλειωτος.

 "Ποιός είναι Μάνα?"
"Κανείς παιδάκι μου!" είπε πάλι η κυρία, αλλά ύστερα την πήραν τα κλάμματα... "Που να κρυβόμαστε από σένα παιδάκι μου! Θα μας τιμωρήσει κι ο Θεός!" ξέσπασε σε λυγμούς... του άνοιξε...

Μέσα στο εσωτερικό του σπιτιού, το οποίο ο Νάσος είχε χρόνια να επισκεφθεί, υπήρχε μια μπόχα... Σε ένα άθλιο ντιβάνι, ήταν ξαπλωμένος, αγνώριστος ο φίλος του. Σωστό, ζωντανό λείψανο. Ο Νάσος τον αγκάλιασε... ο Γιώργος ξέσπασε σε λυγμούς!. Κοιτάζονταν ώρες χωρίς να ανταλλάξουν καμία κουβέντα... Τη σιωπή έσπασε ο Γιώργος...

- "Ξέρεις χάθηκα γιατί βλέπεις την κατάστασή μου... Γύρισα για να ... πεθάνω αξιοπρεπώς στον τόπο μου"... "καλύτερα εδώ, παρά σαν το αδέσποτο σκυλί εκεί"...

Ο Νάσος κοκκίνισε: "Καλά ρε μαλάκα, εσύ δεν έγραψες στους δικούς σου, πως εκεί έξω είναι όλα τέλεια? Πως έχεις δουλειά, λεφτά?" "Πως είναι επίγειος παράδεισος?".

- Ο Γιώργος ξεροκατάπιε... έβηξε κι ύστερα είπε: "Και τι ήθελες ρε να γράψω στους γονείς μου?" "πως εκεί είναι κόλαση? Πως ζω κάτω κι από τα σκουλήκια? Πως καθημερινά μου φέρονται σαν ζώο? Σαν σκλάβο? Πως το μόνο που μου μένει αφού δουλεύω σαν σκυλί 15 ώρες κάθε μέρα είναι να κοιμάμαι σε ένα σάπιο δωμάτιο μαζί με άλλους 20 βρωμιάρηδες? κλέφτες? που ο καλύτερος σε καρυδώνει για ένα δολάριο?"

Ο Νάσος κούνησε καταφατικά το κεφάλι: "Ξέρεις τις προάλλες ήμουν στο καφενείο. Ο Μπαρμπα-Τάσος, διάβαζε την επιστολή του γιού του του Μανώλη! τον θυμάσαι?"

-Το φάντασμα που κάποτε λεγόταν Γιώργος, γέλασε πικρά: "Τον Μανώλη τον λυπούνται και τα ποντίκια ακόμα... Φαντάσου να κοιμάσαι στα σκατά. Κυριολεκτώ. Μετά να ξυπνάς, να δουλεύεις ξεσκατίζοντας με ένα φτυάρι, να ξανακοιμάσαι εκεί στον ίδιο χώρο και έτσι να περνούν οι μέρες σου... Μόνο μια φορά το μήνα να σε αφήνουν να βγεις από το εργοστάσιο και να πηγαίνεις σε έναν βρωμότοπο να κάνεις ένα ντουζ να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι είσαι κι εσύ άνθρωπος..."



-"Καλά γιατί δεν φέυγετε για κάπου παραδίπλα μήπως είναι καλύτερα?" ρώτησε ο Νάσος

-"Απλά γιατί δεν επιτρέπεται... Χρωστάμε στη μαφία μια περιουσία για να ξεπληρώσουμε τα ναύλα μας... Και αυτοί δεν αστειεύονται... Για να καταλάβεις για να στείλω εδώ στους γονείς και στις αδελφές μου λίγα ψωροδολάρια πήρα δάνειο... Και αυτοί εκεί είναι σωστοί τοκογλύφοι... ένα δανείζεσαι, δέκα γυρνάς πίσω..."

-"Και τότε πως σε άφησαν να φύγεις?" "Να γυρίσεις εδώ?"

Ο Γιώργος μετά από ένα μπαράζ βήχα και ανημποριάς ξαναβρήκε τ' ανάκαρα να μιλήσει... "Η καρβουνόσκονη... δεν κάνει για μένα... με σκότωσε βλέπεις μέσα σε 5 χρόνια... Η μαφία κάτι τέτοιους σαν και μένα, τους ξεπαστρεύει για να αδειάσει θεση γι' άλλον... Αλλά το ψυλλιάστηκα... μάζεψα τις δυνάμεις μου και το έσκασα από το νοσοκομείο... πήγα στο λιμάνι κι ένας καπετάνιος Τούρκοκρητικός με λυπήθηκε... Συμφωνήσαμε να έρθω με το βαπόρι μέχρις εδώ. Αν ψόφαγα θα με πέταγε στα ψάρια... Φτυάριζα κάρβουνο 17 μέρες και ξέρεις κάτι? Εκεί στο βαπόρι έφαγα φαγάκι, που δεν είχα φάει 5 χρόνια στο Αμέρικα"

Ο Νάσος ξαναπήρε το λόγο: "Κι εδώ τι θα κάνεις ρε μαλάκα? Θα μου κάνεις παρέα να πεταλώνουμε ψύλλους? Μέχρι και το Ελενάκι με παράτησε και έφυγε..."

Ο Γιώργος απάντησε πικρά: "Εγώ ήρθα εδώ κολλητέ, απλά για να πεθάνω... δεν μου μένουν ούτε δυό - τρεις μήνες, έτσι είχε πεί ο μαφιόζος γιατρός στους βαρώνους εκεί με νόημα, στο Νοσοκομείο στο Τζέρση..." ύστερα σοβάρεψε... "Άκου εδώ μαλάκα... σε ξορκίζω... κάνε ότι κάνεις, φάε σκουπίδια, σκατά, από εδώ μην το κουνήσεις... Ο κόσμος δεν είναι ρόδινος... πήγα σε τόσα μέρη, παντού είναι τα ίδια σκατά και χειρότερα... Εσύ είσαι έξυπνος. Βρες τρόπο να τα βολέψεις... Εκεί έξω θα είσαι σκουπίδι. Τι σκουπίδι και τα σκουπίδια είναι καλύτερα ακόμα... Α' και το Ελενάκι δεν θες να μάθες καλύτερα τι θα το βάλουν να κάνει εκεί... θα παρακαλάει να πεθάνει κάθε μέρα... παράλληλα τα βράδυα, θα ικανοποιεί τις ορέξεις του κάθε γερο-κερατά εκεί..." Δεν είχε καθόλου ειρωνία ο λόγος του... και αυτό φόβιζε περισσότερο το Νάσο...

Η σκουριασμένη εξώπορτα της αυλής του σπιτιού του Γιώργου, βρόντηξε... Ο Νάσος περπατούσε τώρα με άλλον τρόπο... Ήταν κάπως, μια υποψία λιγότερο δυστυχισμένος... Η νύχτα σιγά, σιγά έμπαινε και οι δρόμοι ερήμωναν... Οι ίδιοι δρόμοι που κάποτε έσφυζαν από ζωή, από ανθρώπους... Ο Νάσος το είχε πάρει απόφαση... Θα έμενε... κόντρα σε όλους και όλα...



> Η ιστορία αυτή διαδραματίστηκε στη χώρα μας στη δεκαετία του 50... Μου είναι στενότατα οικεία κι έτσι εκτός από τα ονόματα αλλαξα και λίγο τις δουλειές  και τις συνήθειες βάζοντας αυθαίρετα κάποιους ετεροχρονισμούς... Μου ήρθε έντονα ξανά στο νου, ιδίως τώρα που τόσοι και τόσοι προπαγανδίζουν τη μετανάστευση από την Ελλαδα... Ιδίως εκείνη των επιστημόνων... και επειδή μας μπαίνουν συνεχώς ιδέες... έτσι να έχουμε στο βάθος του μυαλού μας και αυτά που συνέβησαν στους γονείς μας...