Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Επικείμενη Αυτοπαράθεση

Δεν μας κάνουν πλέον εντύπωση οι ειδήσεις αυτού του είδους. Περνούν στα ψιλά... Εχτές μόλις βρέθηκε ένας συνάνθρωπός μας νεκρός τεμαχισμένος σε κάδο απορριμμάτων. Την επομένη που βρέθηκε το άψυχο κορμάκι κοπέλας σε άλλο κάδο. Την ίδια ημέρα που κάποιοι έκοψαν το νήμα της ζωής ταβερνιάρη προφανώς για τις εισπράξεις. Τρεις ακόμη νεκροί από μικροεγκλήματα. Οι αριθμοί πλέον δεν εκπλήσσουν. Μας τρομάζει και μόνο η ιδέα. Για αυτό και την ξορκίζουμε γρήγορα: "Αλλοδαποί θα ήταν" ή μονολογούμε: "μακριά από μας!" (πόσο μακριά αλήθεια?). Τόσο φθήνυνε η ζωή μας?

Η ζωή είναι το μοναδικό αυθύπαρκτο και αυτοσυνεπές αξίωμα. Μετά από αυτήν είναι η άβυσσος. Δεν ορίζεται πλέον ούτε κόσμος ούτε σύνολα... Εκεί που τελειώνει η ζωή πρέπει κανονικά να τερματίζει κάθε ανθρώπινη και ουμανιστική δραστηριότητα. Αυτό είναι σε πολλούς απο εμάς προφανές. Για αυτό και δεν χαρήκαμε καθόλου την συντονισμένη κινητοποίηση που αμαυρώθηκε από τα τρία θύματα της τράπεζας Marfin. Θύματα που οι χαμηλοί κοινωνικοί μας αυτοματισμοί έσπευσαν να σκυλέψουν τάχιστα. Η ζωή λοιπόν είναι το προφανέστερο αξίωμα.

Κάποιοι στο όνομα της όποιας επιβίωσής τους ή τάσης τους για αχαλίνωτο και γρήγορο πλουτισμό προβαίνουν ασμένως στο να την αφαιρούν... Για αυτούς προφανώς οι άλλοι που εκτελέστηκαν δεν είναι άνθρωποι αλλά κάτι πολύ κατώτερο... Εκτελούν επαγγελματικά εις το όνομα πατρώνων, του αφεντικού, της κλίκας... Να πεθάνει ο αντίπαλος. Εξοντώνοντας βιολογικά τους άλλους αμέσως εδραιώνεται μια παρέα νταβατζήδων: Θα πουλάει προστασία, θα μανατζάρει το trafficking (δες τι έπαθε αυτή που βρέθηκε στον κάδο που αρνιόταν να πάει με 30 πελάτες καθ' εκάστην). Η κοινωνία μας, εκείνη της αδιαφορίας φυσικά θα αναγνωρίσει την αξία της "παρέας" αυτής. Γρήγορα σιωπηλά θα υποταχτούμε ακόμη μια φορά. Ενδεχομένως κάποιοι από μας που τους περισσεύουν 5 δεκάρες να σπεύσουν να ασφαλίσσουν κι άλλο τα πορτοπαράθυρα του σπιτιού τους. Εκείνα που παλιά τα καλοκαίρια τα άφηναν ορθάνοιχτα για να απολαμβάνουν το τραγούδι των γρύλλων τις νύχτες.

Αναντίρρητα κάποιες μάνες περιμένουν σε μια γωνιά τούτου του κόσμου νέα για αυτά τα χαμένα παιδιά τους. Πάει καιρός που διάβασαν ή άκουσαν νέα τους. Ανάβουν το καντήλι να τα προσέχει η Παναγία και σταυροκοπιόνται ενώπιον κάποιου ξεθωριασμένου εικονίσματος. Το βλέμμα των Αγίων τρεμοπαίζει από το ημίφως που εκπέμπει ένα ασθενικό καντήλι. Όπως κάθε μητέρα μεγάλωσαν με κόπο τα παιδιά τους. Ανέχτηκαν προσβολές, κατάπιαν κουβέντες, έκαναν υποχωρήσεις και στήθηκαν σε ουρές στωικά για να εξασφαλίσουν το γάλα των. Έτρεξαν αργά τις νύχτες προς αναζήτηση ιατρικής βοήθειας όταν εκείνα 7χρονα ψήνονταν στον πυρετό και βυθίζονταν στην αγκαλιά τους. Η Μάνα παντού ίδια είναι. Μονολογεί καθώς τελειώνει την προσευχή της ότι "Δεν μπορεί και σήμερα καλή ήμουν θα μου το αναγνωρίσει η Παναγία αυτό". Η Μάνα ταυτίζεται με τη ζωή και είναι αξιωματικά συνδεδεμένη με αυτήν.

Όσο πιο πολύ αποδομείται η κοινωνία μας τόσο θα μπαίνει η αμφισβήτηση της αξίας της ζωής του διπλανού. Η κοινωνική ασυνειδησία φυσικά ενθαρρύνεται και καλλιεργείται από τη διαφθορά, διαπλοκή και όλα τα δεινά της πρόσφατης πολιτικής μας έκπτωσης. Κάποιοι προσπαθούν να μας κάνουν να αισθανόμαστε συνένοχοι. Κάποιοι άλλοι προσπαθούν να σπείρουν διχόνοιες ρίχνοντας το φταίξιμο στους "άλλους" τους "ξένους". Όλοι μας όμως διαισθητικά έστω μαντεύουμε εύκολα το τι μπορεί να περιμένει κανείς στα προσεχώς αυτής της χώρας-πόλης-γειτονιάς του κόσμου... Το βέβαιο είναι ότι ούτε προλάβαμε να αποχαιρετίσουμε την Ελλάδα που ξέραμε ούτε και να την χαρούμε...

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Ασίνην τε...

Περιδιάβηκα το κάστρο μιαν Κυριακή μεσημέρι αναζητώντας τα χνάρια του ποιητή... ψηλαφώντας τα βράχια που κατέβαιναν απότομα στον αιγιαλό για να εμβαπτισθούν ξανά και ξανά εδώ και χιλιάδες χρόνια σμίγοντας το φως με το αέναο υγρό στοιχείο. Το θρόισμα από τα διπλανά πεύκα που έγερναν τον ίσκιο τους νωχελικά, μου θύμιζε τους ψιθύρους που κάποτε στοίχειωσαν τα λόγια των δυό μεγάλων ποιητών, του αρχαίου και του τωρινού που με το σκουτάρι του προσπάθησε να σκεδάσει την αναπόδραστη λήθη: «Ασίνην τε...».

Το μάταιο του αρχαίου κλέους, συμπιεσμένο σε ένα μικρό χρονικό διάστημα του χωρόχρονου, που εξαφάνισε μοιραία τις αναγκαίες λεπτομέρειες... Λειασμένο σήμερα πλέον, περιέχει μόνο ακατανόητες φράσεις του Αιόλου σμιλεμένες σε τούτες τις πέτρες που απαρτίζουν τα απομεινάρια της αρχαίας ακρόπολης. Ακρογωνιαίοι λίθοι, ακλόνητοι, πασχίζουν χρόνια τώρα να στηρίξουν το παιχνίδισμα της λησμονιάς με χαμένα ίχνη που μάταια προσπαθούμε να αγγίξουμε από το μακρινό παρελθόν...

Όσο κι αν ψάξεις, εκείνα σβήνουν μέσα στο τόσο φως, χαμένα στο θρόισμα των φύλλων, στο πετάρισμα των μελισσών και στον φλοίσβο... που εκπέμπει σταθερά χιλιάδες χρόνια τώρα τα ίδια λόγια του Πρωτέα, και της Θέτιδας , ακατανόητα για μας τους αμύητους πεπλεγμένα στα πλούσια μαλλιά της Λευκοθέας...

Για μας τους σημερινούς, μόνο η αρχέγονη ανάγκη της άγαρμπης εκμετάλλευσης προσπαθεί με τη βία να χωθεί μέσα στις θερινές τουριστικές αναλαμπές εισβάλλοντας κάπως ασύμβατα στην αδιάλειπτη αρμονία του χώρου. Ένα κάμπινγκ σχεδόν μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, και μια ταβέρνα ευτυχώς ήσυχη ένεκα της περιόδου. Ένα αυτοσχέδιο πάρκιν με εγκαταλειμμένα ίχνη αστέγου νυκτερινού έρωτα: ένα καλσόν, και ένα άδειο κουτί durex. Δεν ξέρω τι ακριβώς αποτελούσε την ύβρη ή τη θυμηδία και χάθηκα στις λεπτομέρειες απορροφημένος από το εκτυφλωτικό φως των ποιητών, της θάλασσας, και των κραταιών λιθοδομών... «Ασίνην τε...»

Δεν είχα αίσθηση, ζέστης ή κρύου ή χαρμολύπης... μονάχα ένα μούδιασμα κι ένα υπερβολικό δέος, απέναντι στα μη αποκρυπτογραφημένα νοήματα της μαρμαρυγής, στις γραμμές και τις καμπύλες, στους θεϊκούς κεχρισμένους βράχους που άγγιξα με τα χέρια μου. «Ασίνην τε...»

PS> Η φωτογραφία ήταν από το μπλογκ της Μαρίας Τζιρίτα

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

...Επιστροφή...

...Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει η έννοια επιστροφή... όταν λείπεις δυό χρόνια από κάπου και γυρίζεις, αυτό το κάπου έχει αλλάξει ριζικά, αλλά και εσύ έχεις αλλάξει... ίσως περισσότερο από όσο μπορείς να κατανοήσεις...

... Στα αγόρια της ηλικίας μου και άνω που η θητεία μας στο στράτευμα διήρκεσε δυό συναπτά έτη, θα υπήρξαν αναμφίβολα αντίστοιχα συναισθήματα κατόπιν της επιστροφής τους "στη βάση"...

...Λοιπόν παρόμοια συναισθήματα έχω και εγώ... νιώθω να γυρίζω στα ερείπια της δικής μου Ολύνθου...

Χωρίς φρουρό και πύλη για το απαραίτητο νεύμα, χωρίς βασιλικά πρωτεία και εννοείται κάτω από το καθεστώς ουδενός αρχαίου δράματος.

Η ζωή προχωράει όσο εμείς την σπρώχνουμε και μένει στάσιμη όσο εμείς αισθανόμαστε ότι μας βολεύει...

Ο χρόνος? Όχι αυτός πάντοτε περνάει...

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Κατοπτρισμοί...

...πού πάνε οι άνθρωποι που φεύγουν?

Η αύρα τους? τα λόγια τους? οι σκέψεις ή οι αγωνίες τους?

Οι χαμένοι ή οι κερδισμένοι έρωτές τους?

Οι γκαρσονιέρες που κατοίκησαν, ξαναβαμμένες με αλλαγμένα τα ντουλάπια ούτε που θυμίζουν το δικό τους τότε... Ακόμη και τα κουδούνια στις προσόψεις είναι διαφορετικά...

Τα ποτήρια που ήπιαν το κρασί τους... τα αναμμένα καλοριφέρ κάποια χειμωνιάτικα απογεύματα που τους ζέσταναν κάτω από το χλωμό φως της μοναξιάς τους... τα ζεστά Αυγουστιάτικα μεσημέρια στην πόλη... οι ράθυμες κινήσεις τους...

Τα βήματά τους στους βρεγμένους δρόμους που σβήστηκαν και τα κάλυψε η σκόνη... Το φώς τους που περιθλάστηκε στο ξεθωριασμένο φωτογραφικό χαρτί... τα περίεργα μακρινά πλάνα εκεί που τους απεικονίζουν πίσω στις μακρινές, δικές τους δεκαετίες... Τα χαμένα Σαββατιάτικα απογεύματα με ένα χαρτί προπό και ένα μολύβι... τα βλοσυρά τους χαμόγελα, τυραννισμένων ανθρώπων, που τουλάχιστον χαίρονταν για μας τους τότε πιτσιρικάδες...

τα τραγούδια σουξέ της εποχής τους που τυχαία πέφτω πάνω τους στο διαδίκτυο και τους θυμίζουν έντονα... πονάνε περισσότερο από όσο διατείνονται οι καλλιτέχνες στους ακατέργαστους στίχους τους...

πονάει περισσότερο όσο η χαμένη νιότη, η χαμένη αθωότητα...

που πάνε οι άνθρωποι όταν φεύγουν?

Εκτός από εικόνες στους οικείους τους που ολοένα ξεθωριάζουν και με φωνές που ξεχνιώνται...

Γίνονται θάλασσα, χιόνια γκρεμών, αστρόσκονη, καστανόχωμα στα λιβάδια, κυκλώνες στην ατμόσφαιρα, σύννεφα, ουρανός... φως...