Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Il Est Comme le Soleig...




Τώρα θα γυρίσω αρκετά χρόνια πίσω... κάπως πολλά για τους νεώτερους, ή λίγα για τους περισσότερο seniors... Ήμουν περίπου στην Τετάρτη Δημοτικού, μέσα της δεκαετίας του 1970. Ήμουν ας πούμε ένα κανονικό αγόρι της εποχής, τίποτε το ιδιαίτερο... Εκείνη η χρονιά ξεκίνησε κάπως παράδοξα, καθώς στο σχολείο ένεκα ασθένειας και εγχείρησης του Δασκάλου, μας τσουβάλιασαν σε ένα τμήμα ένα σωρό παιδιά, καθόμασταν τρεις ανά θρανίο... Όμως εξελίχθηκε σε γενικές γραμμές χωρίς κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό εντός του σχολείου... Αρχές του έτους είχαμε χάσει τη γιαγιά μου, όμως είχε περάσει ένα όμορφο για μένα παιδικό καλοκαίρι που σε κάνει να ξεχάσεις τα πάντα...

Ας ήταν η νέα σχολική χρονιά πέρα από το τσουβάλιασμα, δεν περιελάμβανε κάτι άλλο αξιοπερίεργο για μένα... Εκείνη την εποχή κάναμε μάθημα και τα Σάββατα. Τα Σάββατα κυρίως γράφαμε έκθεση, ενώ το πρωί περιελάμβανε τον απαραίτητο εκείνη την εποχή εκκλησιασμό μας. Ο εκκλησιασμός γινόταν σε μια τεράστια εκκλησία στο κέντρο της πόλης, γεμάτη αγιογραφίες, αρκετές έτσι ώστε να περιεργαζόμαστε άνετα και να ξοδεύουμε το χρόνο μας μέχρι το πολυαναμενόμενο "Δι' ευχών"...

Δεν μπαίναμε όλα τα παιδιά ταυτόχρονα στην εκκλησία, καθώς τα μακρύτερα σχολεία έρχονταν κάπως αργότερα... Εντούτοις, ένα Σαββατιάτικο πρωινό η εκκλησία ολόκληρη έλαμψε και ντύθηκε στο χρυσάφι... Μαζί με τα αγόρια και κορίτσια εκείνης της δεκαετίας που ήταν κάπως απεριποίητα μπήκε κι ένα πανέμορφο κοριτσάκι μάλλον της πρώτης Δημοτικού... Δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω της... Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, ούτε και μπορούσα να εξηγήσω τότε πούθε προέρχονταν αυτά τα συναισθήματα... Για μένα ο εκκλησιασμός απέκτησε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και έτσι κάθε εβδομάδα αδημονούσα να έρθει το Σάββατο, όχι γιατί ακολουθούσε η Κυριακή, αλλά κυρίως γιατί θα έβλεπα τον "άγγελό" μου...

Δεν την χόρταινε το βλέμμα μου και φυσικά έπαιρνα θέση ώστε να την κοιτάζω και να θαυμάζω το πανέμορφο χαμόγελό της που γέμιζε το χώρο και έλαμπε... Δεν με πτοούσε ούτε το αυστηρό βλέμμα του Ιησού πάνω ψηλά στον τρούλο της εκκλησιάς. Εγώ εκεί, απτόητος ρουφούσα κάθε φως που εξέπεμπε το χαμογέλιο του κοριτσιού... Οι υπόλοιπες ημέρες περνούσαν με έναν γλυκό πόνο, οποτεδήποτε έφερνα στο νου μου το κορίτσι αυτό... Φυσικά δεν μπορούσα να ερμηνεύσω ούτε και να αποκωδικοποιήσω το συναίσθημα που είχα... Δεν ήξερα ούτε το σχολείο της, ούτε το όνομά της, ενώ ντρεπόμουν να μάθω τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες... Θυμάμαι είχα ρωτήσει το Δάσκαλο ποιο σχολείο ήταν εκείνο... Τα ραδιόφωνα τότε έπαιζαν συνεχώς ένα σαχλό τραγουδάκι που όμως σε εμένα είχε κολλήσει και όποτε το άκουγα γέμιζα θλίψη ή πόνο: ήταν το il est comme le soleig του Enrico Macias.

Η χρονιά πέρασε για μένα με αυτόν τον γλυκό πόνο, που με σκλήραινε, αλλά και κυρίως άλλα πράγματα παιδικά... Εντούτοις την επόμενη χρονιά στην πέμπτη Δημοτικού, στο τέλος του έτους το κορίτσι δεν ξαναφάνηκε στην εκκλησία... Ματαίως το αναζητούσα παντού, χωνόμουν δήθεν ανάμεσα στο παιδομάνι, μήπως και είχαν τοποθετήσει την τάξη της κάπου πίσω, εισπράττοντας χωρίς διαμαρτυρία τις φάπες από το Δάσκαλο να συμμαζευτώ γρήγορα στη θέση μου... Για έναν ή δύο μήνες είχα οργώσει την εκκλησία, χωρίς αποτέλεσμα... Τα κεριά μου που άναβαν είχαν μόνο μιαν ευχή, να την ξαναδώ... Ώσπου ήρθε το καλοκαίρι που για μας τότε ήταν η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ξέπλενε τις αμαρτίες μας και έπαιρνε μακριά κάθε μας σκέψη...

Τα χρόνια πέρασαν και το κορίτσι δεν το ξαναείδα... Ακόμη κι όταν εγώ στην πρώτη Λυκείου ήρθε στο σχολείο μου· εγώ ήμουν στην Τρίτη Λυκείου, ήδη ερωτευμένος και με σχέση... Τα χρόνια πέρασαν σαν το νεράκι στο μύλο γυρίζοντας το ροδάνι του χρόνου, ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα... Ώσπου σε ένα γραφείο στην Αθήνα για μια τυχαία δουλειά τη συνάντησα... Πρώτη εκείνη είπε πως με γνώριζε και με θυμόταν από το σχολείο μας... Περίεργο να θυμάται εμένα· μήπως έκανε λάθος? Επέμενε μάλιστα, ώσπου κατόπιν ερωτήσεων επαληθεύτηκε ότι πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο... Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την πρώτη στιγμή δεν την γνώρισα... Ήταν το ίδιο όμορφη, ίσως και περισσότερο, τα χαρακτηριστικά της όμως την είχαν κάνει τελείως διαφορετική... Να φανταστείς, ούτε το ονοματεπώνυμό της δεν συγκράτησα...

Ώσπου μετά από κάνα χρόνο μου ήρθε φλας, ανασύρθηκε από τα βάθη της μνήμης η ταύτιση... "Μα λες?". Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων είχα επαληθευθεί... Ώστε αυτός ήταν πλέον ο Άγγελός μου? Παντρεμένη ήδη με δύο παιδιά? Ας ήταν... Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο και η ζωή δεν της φέρθηκε με αβρότητα είναι η αλήθεια, καθώς ο Θεός την πήρε σχετικά νέα... Τέτοιον Άγγελο... Μα πάντα θυμάμαι το χρυσαφένιο φως της εκκλησίας γεμάτης παιδικά χαμόγελα και τον Άγγελό μου να λάμπει πάντοτε, να μεσουρανεί στο χοροστάσιο...  

Δεν θα έλεγα "τη θυμήθηκα" για κάποια αιτία... δεν την ξέχασα ποτέ... ούτε αυτήν ούτε το ζεστό της χαμόγελο...
 


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Μικρές Φενάκες...

Η Νέλλη ξάπλωνε νωχελικά στο διπλό μεγάλο κρεβάτι των γονιών της, μισοκοιτάζοντας με την κόχη του ματιού της την τέλεια και άψογη σιλουέτα της που καθρεπτιζόταν στον τεράστιο στρογγυλό καθρέπτη που ήταν ενσωματωμένος στην τουαλέτα-έπιπλο στον απέναντι τοίχο. Ήταν ολόγυμνη και στο λευκό σώμα των 20 χρόνων της δεν είχε ούτε μιαν ατέλεια... Άψογη από όλες τις απόψεις. Στα χέρια της κρατούσε ένα λεπτό τσιγάρο και που και πού ρουφούσε αργά κι απολαυστικά τον καπνό του...

Στο δωμάτιο όρθιος κι ανήσυχος ο Άρης, την μάλωνε ευγενικά... "Βρε μωρό μου, δεν φθάνει που κάναμε χάλια το δωμάτιο των γονιών σου θα βρωμάει και τσιγαρίλα... Φαντάζεσαι να γυρίσουν ξαφνικά?". Ήταν πανύψηλος, με αρμονικό σώμα, αρκετά γυμνασμένος, νευρώδης. Ανοικτόχρωμος, στα όρια του ξανθού, τσακίρης. Η Νέλλη από την άλλη ήταν μελαχροινή, με μελιά μάτια... 

Η Νέλλη ήταν από πολύ καλά στεκούμενη οικογένεια. Ο πατέρας της ήλκε καταγωγή από τη Μάνη, Λάκων, γόνος πολιτικών και στρατιωτικών καριέρας. Συντηρητικοί, ο παππούς της ήταν ανθυπασπιστής του Παλατιού, ενώ ο αδελφός του πρώτης τάξεως πολιτικός στα 60ς. Από την άλλη η μητέρα της, η Διδώ, ήταν μεγαλοδικηγόρος από τις πιο φθασμένες της Αθήνας. Κόρη δικαστικών κι αυτή, με πατέρα που διετέλεσε για ένα φεγγάρι πρόεδρος του Αρείου Πάγου, πριν με τα Ιουλιανά πάρει πόδι... Η οικογένεια της μητέρας της ήταν μεσοαστική και αρκετά προοδευτική. Η Νέλλη ήταν μοναχοκόρη και γι' αυτό ήταν η αδυναμία του σκληρού κατά τα άλλα Ταξίαρχου πατέρα της. Ακολούθησε τα γράμματα κι αυτή και πέρασε 2η στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Το σπίτι τους στο Κολωνάκι δεν απείχε και πολύ από τη σχολή της.  

Ο Αριστοτέλης, ήταν υιός αγροτών από ένα ασήμαντο χωριό της Φωκίδας, την Περιθώτισσα. Αποτελούσε εξαίρεση για την οικογένειά του η πρόοδος στα γράμματα, που μάλλον ερμηνεύτηκε από την τεράστια ανία που θα ένιωθε ο Τέλης- γιατί έτσι τον φώναζαν στα νεανικά του χρόνια στην επαρχία. Είχε υπάρξει αθλητής σε διάφορα αθλήματα, κυρίως στο μπάσκετ στο γυμνάσιο και στο πόλο στα πρώιμα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα. Πέρασε από τους τελευταίους στην Ιατρική Αθήνας, χωρίς ούτε φροντιστήριο, ούτε υποδομές βιβλία και λοιπά... Ο Τέλης ήταν σατανάς, πανέξυπνος, μελετηρός, μετρημένος και καθόλου φανφαρόνος, σε αντίθεση με τους περισσότερους συμφοιτητές του της Ιατρικής εκείνη την εποχή.  

Γνωρίστηκαν με την Νέλλη σε ένα πάρτυ· Η Νέλλη μέχρι τότε ήταν ιδιαίτερα κοινωνική, θέατρο, σινεμά, πάρτυ, διασκέδαση στα κλαμπ της Κιφησιάς μέχρι πρωίας, ταξίδια. Εντούτοις στο επιμαχο πάρτυ, την τράβηξε η γαλήνη και η ηρεμία που αναδείκνυαν οι συνεσταλμένοι τρόποι του Αριστοτέλη. Ήταν ακατέργαστα ευγενής, ερασιτεχνικά αριστοκρατικός κι αυτό κάπως τράβηξε το ενδιαφέρον της. Γνωρίζοντάς τον, ήρθαν και τα υπόλοιπα. Φυσικά το "Τέλης" κόπηκε μαχαίρι, το "Αριστοτέλης" της φαινόταν γεροντίστικο και κάπως πομπώδες, ενώ το "Άρης" ήταν ό,τι έπρεπε... "Σας παρουσιάζω τον Άρη!" Φώναξε στην ομήγυρη με ενθουσιασμό και όλοι χειροκρότησαν εν μέσω σκωπτικών πειραγμάτων. "Ας πιούμε στην υγειά μου!" αναφώνησε στωικά ο Άρης...

Τα χρόνια πέρασαν στην αρχή αργά, κι ύστερα κάπως γρήγορα... Η Νέλλη κι ο Άρης χαμένοι ανάμεσα σε βιβλία, παρακολουθήσεις σε αμφιθέατρα και ατέλειωτες ώρες εφημερίας σε νοσοκομεία...
Ο Άρης είχε καταφέρει να γνωρίσει τυχαία τον αυστηρό πατέρα της Νέλλης ο οποίος τον είχε μετρήσει από την κορφή ως τα νύχια με ένα εξεταστικό βλέμμα. Η Μητέρα της από την άλλη ήταν ανοικτή κι ευγενική. Αντί εξεταστικού βλέμματος, κέρασε το "ζεύγος" ένα ποτήρι σαμπάνια σε κάποιο μπιστρό, που τότε άνοιγαν σαν τα μανιτάρια στο Κολωνάκι, προς τη μεριά του Λυκαβηττού. Η Νέλλη πήρε πτυχίο πρώτη και μάλιστα με άριστα παρακαλώ... Η Ορκωμοσία της ήταν κανονική εορτή, με τους γονείς της περήφανους, φωτογραφίες και κάπου στο βάθος τον Άρη να κοιτάζει σκεφτικός. 

Ακολούθησε ένας περιπετειώδης σε διαβουλεύσεις κι οργάνωση αρραβώνας. Οι γονείς του Άρη, αγράμματοι αγρότες ντύθηκαν όπως μπορούσαν κι ήρθαν να συναντήσουν το πεπρωμένο τους... Σε ένα ρεστωράν, με καλό φαγητό, προσπάθησαν να κρύψουν την άγνοιά τους σε τρόπους savoir vivre, πως πίνεται το κρασί σε κολωνάτο ποτήρι και γιατί πρέπει να είναι εμφιαλωμένο... Ας είναι, νύκτα ήταν και θα περνούσε. Μετά από κανένα εξάμηνο από τον αρραβώνα ο Άρης ξαφνικά ένα απόγευμα ξεφούρνισε στην Νέλλη με περισπούδαστο ύφος: "Μιλάς πλέον σε έναν ορκισμένο Ιατρό". Επιτέλους το πήρα το "....χαρτο"... Η Νέλλη πετάχτηκε ως τα ουράνια από τη χαρά της, θα μπορούσε πλέον να το ανακοινώσει και στους γονείς της. 


 Στη συνέχεια και δοθέντος του αρραβώνος, το ζευγάρι πήγε επίσημα να μείνει στο ίδιο σπίτι. Δηλαδή ένα διαμέρισμα που το επίπλωσε η Νέλλη, αφού ο Άρης ελάχιστα υπάρχοντα είχε... Ακολούθησαν κάποια επίσημα δείπνα με συγγενείς της Νέλλης. Ο αγαπημένος της θείος ήταν ο θείος Τάκης, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος είχε ακολουθήσει πορεία διαφορετική από τα υπόλοιπα αδέλφια του. Είχε γίνει χρηματιστής και μεσίτης ακινήτων, κι εργολάβος πολυκατοικιών. Διαχειριζόταν και τα ακίνητα της οικογένειας , διευθετώντας τις ενοικιάσεις και εισπράττοντας τα ενοίκια. "Νέλλη σου έχω έκπληξη: Τα γραφεία στην Πατριάρχου Ιωακείμ θα ξενοικιαστούν σύντομα... Και ξέρεις γιατί..." Της είπε γελαστά κι όλος χαρά... Η Νέλλη χαμήλωσε τα μάτια... Μα ο Άρης ήταν κάθετος. "Εμένα θείε μην με υπολογίζετε προς ώρας... Θέλω αγροτικό, στρατιωτικό μεταπτυχιακό, ειδικότητα... Νοικιάστε καλύτερα το γραφείο..." Ο Θείος Τάκης κοιτούσε αμήχανα, όμως η Νέλλη άμβλυνε την περίσταση: "Μα θείε δεν είναι σωστό να είναι τα γραφεία μας δίπλα, δίπλα... Καλύτερα να υπάρχει απόσταση, ώστε να είμαστε απερίσπαστοι στις δουλειές μας... Κι ύστερα, θα υπάρχει και το μυστήριο της έκπληξης και του αιφνιδιασμού!" τελείωσε με μια θυμηδία που αναδείκνυε λίγο σκαμπρώζικο ύφος.
 

Ο Θείος Τάκης, πείστηκε: "Μα τότε το πράγμα αλλάζει... Θα σε βάλω στο ρετιρέ της Καρνεάδου... Κι όταν ξεμπερδέψει ο Άρης με όλα αυτά, του βρίσκω γραφείο μέσα στην καρδιά του Ευαγγελισμού!" είπε χαριτολογώντας... Το δείπνο έκλεισε, χαιρετίστηκαν και η Νέλλη έμεινε μόνη εκείνο το  ζεστό ανοιξιάτικο βράδυ στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στην Δημοκρίτου να ατενίζει τα φώτα, κάνοντας όνειρα για την επίπλωση, τις ταπετσαρίες, τις προθήκες με τους τόμους Δικαίου κοκ... Ο Άρης την χαιρέτησε φεύγοντας... "Εφημερία", είπε και χωρίς να βγάλει άλλη λέξη βρόντηξε την πόρτα απότομα... Την επόμενη επέστρεψε στο σπίτι σκέτο ράκος. Λες και έπινε όλη τη νύχτα αντί να είναι σε νοσοκομείο... Πήρε ένα atarax και ναρκώθηκε στο κρεβάτι. Η Νέλλη έφυγε για τη δουλειά... 

 Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο, μεταξύ επιτυχημένων δικών για την Νέλλη, οικοδόμηση ονόματος επαγγελματικής εμπιστοσύνης, συνεργασίες υψηλού μεσιτικού επιπέδου, νομικές εκπροσωπήσεις. Τα όνειρά της για διδακτορικό και μεταπτυχιακά στην Γαλλία στο Παρίσι, είχαν εξαλειφθεί με τον ερχομό του Άρη στη ζωή της. Ίσως στο μέλλον να το επιχειρούσαν στα πλαίσια της ειδικότητάς του. Γιατί όχι. Πάντως μόνο η Νέλλη έφερνε χρήματα στο σπίτι... Ο Άρης, ξόδευε ό,τι έβγαζε από τις εφημερίες σε βιβλία, ταξίδια σε συνέδρια, στολές και διάφορα αταίριαστα... Ο Άρης θα έκλεινε τα 28 χρόνια της ηλικίας του. Αναγκαστικά ή θα έπρεπε να πάνε στο εξωτερικό ή θα έπρεπε να πάει φαντάρος. Γιόρτασε το γεννέθλιά του με εμφανή πικρία... Η Νέλλη τον καθησύχασε: "Μην είσαι ανόητος!. Εσείς οι Γιατροί κάνετε θητεία ζάχαρη. Από την άλλη, το μικρό του δακτυλάκι να κουνήσει ο μπαμπάς στο Επιτελείο δεν πρόκειται να μετακινηθείς πέρα από ακτίνα 5 χιλιομέτρων από το κέντρο της Αθήνας..." Μα ο Άρης ήταν απαρηγόρητος... Την τελευταία περίοδο εξαφανιζόταν για πολλές ώρες, κάπνιζε ασύστολα και ήταν κυρίως χαμένος στις σκέψεις του.

Η Λένα, στενή φίλη της Νέλλης από τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα, ρώτησε με τρόπο τι του συμβαίνει... "Δεν ξέρω" της αποκρίθηκε η Νέλλη. "Πάντως κάτι δείχνει να τον απασχολεί... Ούτε κατά διάννοια δεν διαφαίνεται ότι πάμε σε γάμο". Η Λένα αναρωτήθηκε φωναχτά... "Μήπως έχει βρει καμία γκόμενα? Ξέρεις αγαπητή μου, οι γιατροί είναι εκ φύσεως άπιστοι". "Δεν νομίζω... διαισθητικά δεν μου δίνει τέτοια εντύπωση..." απάντησε αδιάφορα η Νέλλη... 

Ο Άρης κλείνοντας τα 30 και μην μπορώντας να εξασφαλίσει άλλη αναβολή, κουρεύτηκε, πήρε τα απαραιτήτως απαραίτητα και αποχαιρέτησε την Νέλλη και τους γονείς της. Ο Πατέρας της του είπε αυστηρά: "Ο Διοικητής του κέντρου εκπαίδευσης είναι φίλος μου. Ξέρω ότι δεν αγαπάς την ειδική μεταχείριση και χαίρομαι κατά βάθος γι' αυτό. Όμως να ξέρεις ότι αυτός θα φροντίσει να έχεις μια άνετη βασική εκπαίδευση. Και να ασκήσεις και στο Ιατρείο της Μονάδας τις σπουδές σου!" Η Νέλλη τον πήγε μέχρι το σταθμό των Λεωφορείων. Ύστερα πέρασε αυτός ο καιρός που περνάει για όλους, με την πολύ δουλειά να αποσπάει την Νέλλη από  τις σκέψεις και τις ανησυχίες της.  

Τα πρώτα ένθερμα τηλεφωνήματα άρχισαν να αραιώνουν... Ύστερα, πλησίαζε η γιορτή του Πατέρα της στην οποία η Νέλλη είχε πάντοτε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το άλλο βράδυ η Νέλλη βγήκε με την μητέρα της στο θέατρο: Ιονέσκο, οι "Καρέκλες". Το πρωί η Νέλλη ντύθηκε πολύ όμορφη. Φόρεσε στενή σκούρα φούστα, ανοικτόχρωμο στενό πουκάμισο, ένα φούξια φουλάρι, σακάκι, μαύρο καλσόν και ψηλές γόβες. Έβαψε τα χείλη της σκούρα κόκκινα, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε με τα πόδια στην Σόλωνος. Άναψε τσιγάρο... Ταξί, Δικαστήρια. Τελείωσε κατά τις 17:00 το απόγευμα... Γύρισε κατάκοπη στο σπίτι της, το ασανσέρ είχε μιαν παράξενα δυσάρεστη οσμή. Ξεκλείδωσε και με εκπληξη αντίκρυσε τους γονείς της σοβαρούς να την περιμένουν στο σαλόνι... Ο Πατέρας της κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο ουίσκι... Σέρβιρε άλλο ένα και της το προσέφερε...

 "Ο Άρης! Πέστε μου τι του συνέβη? Είναι καλά?" Φώναξε έντρομη. "Μην ανησυχείς! Δεν παθαίνει τίποτε το καμάρι σου!" Είπε με σκωπτικότατο τόνο ο πατέρας της και αυτό την καθησύχασε. "Κάποια ανοησία θα έκανε" σκέφτηκε... Όμως η μητέρα της πήρε το λόγο: "Αγάπη μου πρέπει να ακούσεις τον πατέρα σου..."
Ο Ταξίαρχος με ύφος σοβαρό άρχισε την διήγησή του..."Ο Διοικητής, περιποιήθηκε τον προκομμένο μας, υπέρ του δέοντος. Τίποτε δεν έκανε... Κοπροσκύλιαζε στην Μονάδα προκλητικά ο τσόγλανος". Ζήτησε συγνώμη για τη γλώσσα του και συνέχισε: "Περιμέναμε να έρθουν τα χαρτιά του, το πτυχίο του, ώστε να πάρει την ειδικότητα του Ιατρού. Δεν ήρθε ποτέ τίποτε. Τον πίεσαν αλλά αυτός εκεί. Ούτε απολυτήριο του Λυκείου δεν είχε προσκομίσει. Χρειάστηκε να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες ως ιατρός του Θαλάμου του και ήταν όλες λανθασμένες. Ο Αξιωματικός Ιατρός της Μονάδας, τον κάλεσε και κατόπιν συζητήσεως του δημιουργήθηκαν υποψίες. Έψαξε στους ιατρικούς συλλόγους. Πουθενά ο κύριος! Θυμήθηκε έναν Ιατρό στην Τρίπολη που χωρίς αμφιβολία θα υπήρξε συμφοιτητής του Άρη. Ξέρεις τι έβγαλε? Λαγό! Ο Τριπολιτσιώτης Ιατρός ήταν συμφοιτητής και φίλος του Άρη... Μετά το δεύτερο έτος που γνωριστήκατε, δεν ξαναπάτησε στη σχολή, ούτε πέρασε κανένα μάθημα... Την έβγαζε στο κυλικείο μοναχά. Ο άνθρωπος για να μας εξυπηρετησει πήρε τηλέφωνο τον υφηγητή της Σχολής που είναι συντοπίτης του. Ο Άριστοτέλης Μελεξόπουλος, δεν έχει περάσει ούτε ένα μάθημα μετά το δεύτερο έτος! Χρωστάει όλη την υπόλοιπη σχολή. Ούτε μάθημα ούτε εργαστήριο... Ο παλιοψεύταρος!!! Κι οι γονείς του, οι σκατόβλαχοι, κι αυτοί στο κόλπο... Μην χάσουν την προίκα βλέπεις!"
 Του Στρατηγού του ξέφυγε μια βλαστήμια... Μα σύντομα ξαναβρήκε τους κατά τα άλλα επιτηδευμένα ευγενικούς τρόπους του... Πήραν την Νέλλη στο σπίτι τους, ένα σωστό ράκος. Μετά από δυό τρεις ημέρες η Νέλλη άρχισε να επικοινωνεί με το περιβάλλον... Καθόταν νωχελικά στον καναπέ, κάπνιζε κι έπινε... Κοιτούσε την ταπετσαρία στον απέναντι τοίχο... Χαμογέλασε πικρά... υπήρχαν ακόμη οι χαραγές που τραβούσε ο πατέρας της μετρώντας το ύψος της. Έφθασε μέχρι το 1,76. Ύστερα της ήρθε πλημμυρίδα σκέψεων, καταιγισμός από εικόνες. Το υποσυνείδητό της την βομβάρδιζε με όλες εκείνες τις λεπτομέρειες στις οποίες ποτέ δεν είχε δώσει σημασία και οι οποίες έκτιζαν σιγά σιγά την απεικόνιση του ψεύδους που λεγόταν Τέλης... (Το "Άρης" είχε πεθάνει οριστικά πια). Ο Τέλης, αρνούταν να δώσει συγκεκριμένες ιατρικές οδηγίες και πάντοτε προφασιζόταν ότι απαιτούνταν εξετάσεις. Αντιμετώπιζε με αμηχανία και σιωπή τις εξεταστικές ερωτήσεις των μεγαλοϊατρών που πλαισίωναν τον κοινωνικό περίγυρο της οικογένειας... Απέφευγε σαν τον διάολο να γράψει οποιαδήποτε συνταγή, ακόμη και τις απλές, ενώ κάποιες σφραγίδες ειδικευομένου που είχε φτιάξει κολλούσαν από την αχρηστεία σαν τσίχλες. Θυμήθηκε κι άλλα, κι άλλα πολλά... μικρά συμβάντα που την κτυπούσαν ανελέητα, καθώς τα ανέλκυε ένα, ένα από τη λήθη της μνήμης της... Ανεξήγητες λεπτομέρειες που τώρα πλέον έδεναν κι αποκτούσαν νόημα...
 Πλέον γι' αυτήν ο Τέλης, δεν είχε τίποτε όμορφο επάνω του. Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του... Κανείς... Ήταν ένας κοινός ψεύτης, ένας απατεώνας, μια φενάκη... Ακόμη κι η αγάπη του χωρίς αμφιβολία θα ήταν υστερόβουλη... Κάλπικη... "Τέτοια νύφη κελεπούρι"... Όλα αυτά τα πεζά της έφερναν αναγούλα... Χωρίς άλλο θα πήγαινε στο εξωτερικό να τον ξεχάσει τον ασήμαντο...
 Ο πατέρας της στάθηκε καθόλα κύριος. Δεν κακοποίησε τη θητεία του Τέλη. Απλώς ήρε το ενδιαφέρον του, και σύντομα ο Τέλης βρέθηκε ξεχασμένος στα σύνορα να βαράει σκοπιές ως απλός τυφεκιοφόρος...  Της έγραψε ένα γράμμα που της ζητούσε συγνώμη... Της έλεγε, ότι δεν είχε το θάρρος το ψυχικό σθένος να της πει την αλήθεια, ότι το ένα ψέμα έφερε το άλλο... Δεν γνωρίζει καν αν η Νέλλη το διάβασε ποτέ... Την πήρε κανά δυό φορές τηλέφωνο. Τον έβρισε και του το έκλεισε στα μούτρα... Δεν τόλμησε να της ξανατηλεφωνήσει... Χάθηκε αθόρυβα  από τον κόσμο της έτσι ακριβώς όπως ήρθε... Η Νέλλη τότε ήταν 29 χρονών, κι αυτός 30. 

 Σε μια συγκέντρωση σε σπίτι φίλων, άρχισα να αγορεύω για το πόσο ωραίο μέρος είναι η Περιθιώτισσα, τι καλοί και φιλόξενοι άνθρωποι και πόσο ντόμπροι είναι. Εκεί στην συγκέντρωση μια ψηλή μελαχροινή νταρντάνα γύρω στα 45 μου επιτέθηκε σκαιότατα. Σχεδόν με έθεσε κάτοικο του μέρους, και έφταιγα εγώ ξαφνικά για όλα τα κακά που είχε εκείνος ο δύσμοιρος τόπος. Στην απορία μου, η Λένα η κοινή μας φίλη δηλαδή, έψεξε την Νέλλη, γιατί αυτή ήταν στην πραγματικότητα η μελαχροινή. Η Νέλλη μου ζήτησε συγνώμη, και ύστερα δειλά, αλλά αφού ο κόσμος είχε σπάσει, μου διηγήθηκε την ιστορία της. Η Νέλλη έμεινε ανύπαντρη. Πήγε στο εξωτερικό, αλλά δεν άντεξε... ξαναγύρισε. Το έριξε στη δουλειά και πήρε κι αρκετά κιλά...
 "Τον ξαναείδες?" Την ρώτησα... Όχι μου αποκρίθηκε... με πικρία αυτή τη φορά... Μετά από έναν μήνα, θυμήθηκα ότι μια ευειδής συνάδελφος στη δουλειά ήταν όντως από την Περιθιώτισσα. Την ρώτησα, σχετικά με τον Άρη, από περιέργεια... "Που τον θυμήθηκες!!! Είπε εκείνη. Αμυδρά τον θυμάμαι... Μετά το στρατό, ξαναγύρισε στο χωριό και κλείστηκε στο σπίτι του και στον εαυτό του... Ούτε παντρεύτηκε ούτε τίποτε... Έχει χοντρύνει και το έχει εδώ και χρόνια ρίξει στο ποτό... Μήπως και σε τίποτε σκληρότερα...  Η οικογένειά του τον κρύβει..."
Έφυγα σκεφτικός... Όλη αυτή η χίμαιρα λοιπόν είχε επηρεάσει τη ζωή και των δύο... Όχι σε ίδιες στράτες φυσικά, αλλά αυτό δεν είχε σημασία... Κάπου σε ένα παράλληλο σύμπαν θα ήταν μαζί γονείς με παιδιά, επιτυχημένοι επαγγελματικά. Αυτός Φθασμένος μεγαλογιατρός, η Νέλλη μεγάλη και τρανή δικηγόρος. Λαμπρά γραφεία και πολυτελής βίος... "Α όχι στο ίδιο κτήριο, ούτε καν κοντά... Να υπάρχει η έκπληξη κι ο αιφνιδιασμός... Μια απρόσμενη επίσκεψη με ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα ας πούμε"...






Σημείωση: Επειδή η ιστορία είναι αληθινή, άλλαξα, τα ονόματα, τα τοπωνύμια ( μια χαρά μέρος ειναι η Περιθιώτισσα!), τα επαγγέλματα... Ζητώ συγνώμη για την απίθανη περίπτωση που οι πρωταγωνιστές διαβάσουν ποτέ αυτό το σταχτί κείμενο και αισθανθούν οποιαδήποτε ενόχληση... Η ιστορία ήταν που με συγκλόνισε... και το πόσο στέρεες μένουν στην ζωή μας οι μικρές φενάκες που κτίζουμε εμείς οι ίδιοι αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα...