Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

- Ένα ζεστό χάδι που έδωσες κάποτε στο πράτερ.

Αυτό χρειάστηκε να το μεθερμηνεύσω…

Θυμάμαι ένα χλωμό πρωινό που βγήκα από το τραίνο στο νότιο σταθμό (SudBanhof) της Βιέννης… Είχα πάει εκεί για να ξεκαθαρίσω οριστικά μια κατάσταση που χρόνιζε επικίνδυνα και για μένα έναν 19χρονο με αρκετά όνειρα έπρεπε να πάρει ένα τέλος. Δεν είχα πολλά χρήματα αλλά ένεκα υποτροφίας του ΙΚΥ και κάποιων μεροκάματων καλοκαιρινών τα οποία είχαν αποβεί προσοδοφόρα (δεν υπήρχαν οι αλλοδαποί τότε) μου έδωσαν τη δυνατότητα του ταξειδιού (inter-rail) για το οποίο θα μιλήσω κάποια άλλη φορά. Έφυγα από μια Ελλάδα και μια Αθήνα περίπου επαρχιακή και βγήκα μετά από 2ήμερο ταξείδι σε μια χώρα και πόλη που δεν είχα ποτέ ξανά επισκεφτεί. Η Χ. με περίμενε στο σταθμό… Αν και της είχα μιλήσει με τέτοιο τρόπο την προηγούμενη φορά (ήμουν νέος κι απαίδευτος μην το ξεχνάμε) αυτή με περίμενε… Είχε το ύφος «Φίλε τώρα που ήρθες αποτελείς βάρος… έχω αποφασίσει να move on» και έτσι ήταν κάπως ψυχρή η επαφή…

Δεν θα περιγράψω εδώ το πολιτισμικό σοκ που έπαθα όταν είδα την πόλη και τα κτήριά της είναι άλλου ιερέως ευαγγέλιο και θέματος….

Κατάλυσα στο σπίτι του Κ. και της Φ. στο Heiligenstadt… Θυμάμαι όταν πρωτοείδα τη γειτονιά τους και το πληθωρικό Karl Marx- Hof, ένα Bauhaus συγκρότημα κατοικιών. Εδώ μένουν? Αναρωτήθηκα… Απλοί φιλικοί άνθρωποι μα κυρίως γελαστοί… και τα έφερναν δύσκολα… Το πρώτο βέτο που τους είχα θέσει για να αποφύγω τη φιλοξενία ήταν η ανεξαρτησία μου… Αυτοί επέμεναν και μου έβγαλαν κλειδιά… Μου έδωσαν ένα ζευγάρι και με παρακάλεσαν όταν γυρίζω αργά το βράδυ να κλείνω την πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους για να μην ανησυχούν για μένα…

Συνάντησα την Λ. φίλη της Χ, η οποία μου είπε πόσο στεναχωρημένη είναι γιατί νομίζει ότι πρέπει εμείς οι δύο να είμαστε μαζί… Είπα ότι εγώ έχω πάρει πλέον το δρόμο μου κι αυτή το δικό της αλλά τόνισα μεταξύ άλλων την ανάγκη η απόφαση να είναι του συναισθήματος κι όχι ψυχρής λογικής… Της προσέθεσα δε την ψυχρή στάση της φίλης μου… Η Λ. ήταν σκληρό κορίτσι και τα έφερνε πολύ δύσκολα… Πρέπει να τονίσω ότι σε επίπεδο ωριμότητας και παιδείας εμείς εδώ δεν είχαμε καμία σχέση με αυτούς… ήμασταν κάπως παιδιά και χαϊδεμένοι από τους γονείς μας… Εκείνοι όταν τελείωναν το 7τάξιο λύκειό τους έπρεπε κατόπιν να πάρουν το δρόμο τους… Να αδειάσουν τη γωνιά από τους γονείς τους που κατά 50% ήταν χωρισμένα ζευγάρια, και να ξεκινήσουν τον αγώνα της ζωής… Όσοι ήταν να σπουδάσουν και ήταν καλοί μαθητές όμως, ετύγχαναν αρίστων υποτροφιών και ανέσεων… Τονίζω ότι μιλώ για τους Αυστριακούς κι όχι για τους δικούς μας που πήγαιναν εκεί εγγραφόμενοι… Η Λ. ήταν το πρώτο κορίτσι που γνώριζα να εκπαραθυρώνεται από τους γονείς της, τη μητέρα και τον πατριό της δηλαδή γιατί ο πράξας το απονενοημένο διάβημα στην μήτηρ της αγνοείτο.

Συνάντησα τη Χ. είχε αδυνατίσει τρομερά… Βγήκαμε το απόγευμα και μιλούσαμε κρατώντας αποστάσεις. Στο χαιρέτισμα φιληθήκαμε κι ένιωσα κάποια θέρμη σε αυτό εγώ… αυτό το σπασμό στο σώμα και των δύο… Συνάντησα στο ενδιάμεσο την Λ. και μου είπε πως η Χ. ήταν στο κόκκινο… έβγαινε με κάποιον Τ. και εγώ είχα κάπως αναστατώσει τη ζωή της και εγώ της είπα πως δεν είχα πάει να αναστατώσω κανέναν αλλά πως η Φ. είχε μου είχε πει πως η ζωή της Χ. πήγαινε προς το χειρότερο και πως με είχε ανάγκη. Εγώ τώρα τι φύτρωνα εκεί που δεν με έσπερναν τότε ακριβώς το καταλάβαινα… Τουτέστιν να κάνω τόσο μεγάλες κινήσεις βασισμένος σε λόγους τρίτων. Ορκίστηκα λοιπόν ότι ποτέ μου δεν θα το ξανάκανα αυτό… Επίσης στην όλη ιστορία είχα επιδείξει έναν ερασιτεχνισμό δικαιολογημένο για έναν της ηλικίας μου τότε αλλά σίγουρα όχι από μένα… ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί…

Αυτό το ενδιάμεσο είχε λάβει τέλος και είχα συναντηθεί πάλι με τη Χ. πριν νυχτώσει… Πήγαμε προς το πρατερ… με σκοπό να χασομερήσουμε κάποια ώρα και μετά να πάμε σε ένα νησάκι του Δούναβη (Donauinsel) το οποίο τότε είχε κέντρα διασκέδασης. Στο πράτερ την ώρα εκείνη έδυε ο ήλιος, κοκκινίζοντας με τη χρωστήρα του τα πάντα μα κυρίως το πρόσωπό της… Έστριψα ξαφνικά το βλέμμα προς αυτήν και άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα τα πλούσια μαλλιά της… Το σώμα της έτρεμε κι έτσι συνέχισα, (εγώ ένας ντροπαλός μέχρι τότε που ούτε θα διανοούμουν να απλώσω ξερό ή να πλησιάσω αν τα μηνύματα από την άλλη πλευρά δεν έβγαζαν μάτι και αν δεν είχα γίνει περίγελως). Αγκαλιαστήκαμε φιληθήκαμε και κλάψαμε για ώρες αλλά ειλικρινά δεν θυμάμαι τίποτα… Θυμάμαι το χρωστήρα του ήλιου, την άλικη αύρα των μαλλιών της τον απόηχο της πόλης που έσβηνε σε πανηγυρικό βόμβο για να δώσει τη θέση του στο σκοτάδι… Δεν θυμάμαι καν τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων…

Είχε νυχτώσει όταν τη συνόδευσα στο σπίτι της στο Leopoldau, κι έφυγα για το τελευταίο τραμ που θα με ξανάφερνε στο κέντρο… Την άλλη μέρα δεν είδα κανέναν… Ευτυχώς ο Θεός με λύτρωσε καθώς περνούσα έξω από ένα μουσείο το Belvedere όπου τότε είχε αναδρομική έκθεση σε δύο αγαπημένους μου (αυτός ο έρωτας κρατάει αιώνια) ζωγράφους τον Gustav Klimt και τον Egon Siele. Περπατούσα όλη τη μέρα στην πόλη σαν χαμένος… Δεν υπήρχαν τα κινητά τότε… Είχα πάρει την απόφαση να φύγω… οριστικά… Αργά το βράδυ η μητέρα της Φ. με έβγαλε έξω… Βγήκαμε οι δυο μας και μιλήσαμε κάπως πολύ προσωπικά και εμένα με είχε εκπλήξει πως εκείνοι οι άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο ανοιχτοί και να λεν τα συναισθήματά τους… Πήγαμε σε μια καλή ταβέρνα με καλό κρασί… Αργά στο σπίτι με περίμεναν ο Κ. και οι Φ. για να μιλήσουμε… τους είπα για την απόφασή μου και εκείνοι μου είπαν πως αυτό θα ήταν το καλύτερο για όλους… Είπα πως ποτέ δεν αποφασίζω εν θερμώ κι έτσι έφυγα για την Ιταλία ολομόναχος και έκατσα στη Φλωρεντία για μια εβδομάδα μένοντας (δεν είχα και πολλά φράγκα) σε ένα Youthhostel χωρίς άδεια… Εκεί ο Ρούμπενς στην Ουφίτσι μου έστειλε μέσα από τους αιώνες την απάντηση… Αυτή η συνάντηση μας είχε λυτρώσει και τους δυο δικαιώνοντάς μας… Μα εγώ ήμουν Γραικός και είχα πράγματα να κάνω, ενώ κι αυτή ήταν Γερμανίδα και είχε επίσης… Δεν συνέπιπταν οι δρόμοι μας… Ας έμενε έτσι ωραίο κι αληθινό σαν ένα χάδι όπως εκείνο το απόγευμα… σαν ένας πίνακας που μας τον αποκάλυψε ο Θεός βαθιά μες την καρδιά μας…

Έκατσε και την ξαναείδα απόγευμα (πάλι αυτός ο ψεύτης ήλιος μου έστελνε σινιάλα)… Έδυε και μέσα από ένα ωραίο βιτρό έμπαινε το φως στη σάλα του νεοκλασικού. Εκεί ήταν και η τελευταία φορά που την είδα… Αργά τη νύχτα εκείνο το βράδυ έφυγα για το ταξείδι του γυρισμού στην Πατρίδα… Η Αθήνα με υποδέχτηκε με ένα ολονύχτιο black out τότε…

Τώρα γιατί ξέθαψα από τα έγκατα της μνήμης μου αυτήν όλη την ιστορία, είναι γιατί εμμέσως εγώ την άρχισα… Επίσης δεν την έχω διηγηθεί ποτέ σε κανέναν οικείο...

3 σχόλια:

me είπε...

Ερωτηση: Ελληνες ηταν ολα αυτα τα ατομα για τα οποια μιλας?Γιατι η διαφορα νοοτροπιας ειναι σημαντικος παραγων.

Ναι,οι Ελληνες που δεν εχουν ζησει λιγο εξω δυστυχως παραμενουν δια βιου κολλημενοι ψυχολογικα στους γονεις τους.Δε μεγαλωνουν ποτε.το βλεπω στους φιλους μου.

δε δυναμαι να σχολιασω κατι αλλο,εδω κ καιρο ειμαι σε φαση απιστευτης οργης οσον αφορα σχεσεις-ανθρωπους-συναισθηματα-αναμνησεις και κλπ.

Αλλα το παν ειναι να εισαι τωρα καλα επι προσωπικου.
"ενας αντρας που δεν υπαρχει τωρα,δεν υπηρξε ποτε"

φανταζομαι θα ισχυει κ το "μια γυναικα που δεν υπαρχει τωρα,δεν υπηρξε ποτε"

nikiplos είπε...

Ήταν όλοι αυστριακοί, εκτός του συζύγου της Φ. τον Κ που ήταν Έλληνας.

Η Ιστορία είναι αρκετά παλιά, για να μην νιώθω πλέον τους συναισθηματισμούς... Απλά τη βιώνω σαν έναν ακριβό πίνακα... Και την κοπέλα, έτσι όπως αφήσαμε ο ένας τον άλλον (χωρίς μίση, πάθη και απωθημένα) τη νιώθω πολύ κοντά μου, σε αντίθεση με κάποιες από εκείνες που τη διαδέχθηκαν...

me είπε...

well τι να πω.Δε σχολιαζω.ο κυνισμος μου ειναι στο ζενιθ του τελευταια...