Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

χίλια μύρια κύματα μακριά από τη Φουκουσίμα



 18 Σεπτεμβρίου 1922, Σμύρνη. Μια πόλη από τις πλέον ευρωπαϊκές της Ανατολικής Μεσογείου ζει τις τελευταίες ημέρες ελευθερίας της (δυτικής ελευθερίας) προτού παραδοθεί στην πυρά μαζί με τους κατοίκους της και ξαναγνωρίσει την οθωμανική βαρβαρότητα με ότι αυτό συνεπάγεται...
Οι κάτοικοί της "συνωστισμένοι" στις προκυμαίες το ελάχιστο που αισθάνονται είναι αυτός ο συνωστισμός. Μαστίζονται κυρίως από την πείνα (αφού οι περισσότεροι δεν έχουν φάει τίποτε για πολλές ημέρες-όσες διήρκεσε το ταξίδι τους από την ενδοχώρα), την δίψα (που τους θερίζει κατά δεκάδες στον εκεί συνωστισμό τους) και τον καυτό ήλιο που επιτείνει την τελευταία. Περιουσίες, πολύτιμα κοσμήματα, καθαρός χρυσός αλλάζουν χέρια σε αστραπιαίο χρόνο κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί ή για μια κούπα νερό... γύρω στο 1.500.000 κόσμος είναι "συνωστισμένος" στα μικρασιατικά παράλια εκ των οποίων οι περισσότεροι στις ακτές της Σμύρνης καθώς ειχαν έρθει εκεί για ασφάλεια...

Τα Ελληνικά πλοία έχουν εξαφανιστεί φυγαδεύοντας όπως όπως τους ένστολους και τους πολύ πλούσιους. Υπάρχουν μόνο συμμαχικά δυτικά, Αγγλικά Γαλλικά Αμερικανικά Ιταλικά και αρκετά εμπορικά καθώς το λιμάνι της Σμύρνης ήταν από τα κεντρικότερα. Τα περισσότερα πλοία έχουν τραβηχτεί στα ανοικτά ενώ απόσταση ασφαλείας τηρούν τα πολεμικά των δυτικών στόλων. Όλα μαζί θα μπορούσαν να φυγαδεύσουν χωρίς κόπο, απειλή ή κίνδυνο τους άμαχους. Δεν το κάνουν. Επιδεικτικά ξαναπετούν στη θάλασσα τους εξαντλημένους που απελπισμένοι κολυμπούν στα βρώμικα νερά και προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στα πλοία ή τις λέμβους. Στην προκυμαία υπάρχουν κάποια πολεμικά Γαλλικά και Ιταλικά που φυγαδεύουν μόνο τους δικούς τους υπηκόους. Οι κανονισμοί είναι αυστηροί και το Αγγλικό πολεμικό ναυτικό επιτηρεί το εμπάργκο στην προκυμαία. Κανείς να μην πλησιάσει... Ο Τούρκικος στρατός επίσης επιτηρεί την προκυμαία. Ακόμη κι ο ίδιος ο Κεμάλ είχε περάσει με αυτοκίνητο και είχε δει τον συνωστισμό... Διάφοροι τυχάρπαστοι άτακτοι επιδίδονται σε πλιάτσικο ακόμη και συλήψεις υπόπτων, τους οποίους "γδύνουν" πίσω από τις αποθήκες. Η προγιαγιά μου είχε ακούσει χαρακτηριστικά τις φωνές τους καθώς στη συνέχεια τους "περιποιούνταν".




Η Ιαπωνία στον Α παγκόσμιο πόλεμο είναι μια χώρα αγκυλωμένη στις παραδόσεις και στα έθιμα του 19ου αιώνα. Μόλις έχει κάνει κάποια δειλά βήματα εκσυγχρονισμού, αλλά είναι ακόμη ήκιστα. Ένεκα εμπορικών σχέσεων με τη Δύση κάποια πλοία της εξυπηρετούν το διεθνές της εμπόριο από την Αμερική, Ευρώπη, ανατολική Μεσόγειο, Σουέζ και πίσω στη Γιοκοχάμα το μεγάλο διεθνές λιμάνι της. Ότι έχει τελειώσει έναν πόλεμο με την Τσαρική Ρωσία για τον έλεγχο των Σαχαλίνων νήσων και τώρα βρίσκεται σε τροχιά προσέγγισης με την επαναστατική Ρωσία. Απόρροια αυτού είναι η φιλο-Τουρκική επίσημη πολιτική της την περίοδο εκείνη.

Για έναν μέσο Ιάπωνα αξιωματούχο της εποχής εκείνης η προσωπική του ζωή δεν έχει σημαντική αξία. Κυρίως ενδιαφέρει ο δρόμος της τιμής που ακολουθεί και συνεπάγεται συνέπεια μέχρι θανάτου στις υποχρεώσεις έναντι στους άρχοντες και στον Αυτοκράτορα. Το να παραβεί ένας Ιάπωνας κανόνες την περίοδο εκείνη είναι ότι πιο απίθανο. 

Εντούτοις κόντρα στις επιταγές της τιμής, κόντρα στις απειλές της Δύσης και του Αγγλικού Ναυτικού και κυρίως κόντρα στον Τουρκικό στρατό, είναι ο καπετάνιος του ιαπωνικού εμπορικού πλοίου, που βρίσκεται αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Σμύρνης, που μόνο αυτός πετάει στη θάλασσα το πανάκριβο εμπόρευμα. Στη συνέχεια διατάζει και προσεγγίζουν την προκυμαία. Είναι το πρώτο πλοίο που παραλαμβάνει πρόσφυγες από την προκυμαία χωρίς χαρτιά... Κατά τις περιγραφές της εποχής παρέλαβε όσους χωρούσε...

Μετά το παράδειγμά του κι ένα Ιαπωνικό πολεμικό πλοίο έστειλε λέμβους και διέσωσε πρόσφυγες. Το βεβαιώνουν διασωθέντες...


Όλη η υπόλοιπη επιχείρηση και μεταστροφή της στάσης της Δύσης συνέβη αργότερα. Ίσως να ένιωσαν και τύψεις καθώς οι Ανατολικοί Ιάπωνες τους ξεπέρασαν σε ανθρωπισμό, ενώ αυτοί διακύρησσαν στη Δύση τη σκληρότητά τους. Τα ιαπωνικά πληρώματα προέβησαν σε αυτές τις ενέργειες αυτοβούλως χωρίς να λογαριάσουν κανέναν. Ούτε τα πολεμικά σκάφη ούτε ο Τουρκικός στρατός τόλμησε να πειράξει αυτούς τους σκληροτράχηλους ναυτικούς που είχαν τη φήμη περισσότερο των πολεμιστών παρά απλών ναυτικών...

Τα υπόλοιπα, τη μεταστροφή της Δύσης και την διάσωση τελικά μέρους των προσφύγων (γιατί πολλοί βρήκαν εκεί τραγικό θάνατο από το "συνωστισμό" με μαχαίρια των Τσετών) τα έχει καταγράψει η Ιστορία... Εκείνους που δεν έχει διασώσει και καταγράψει είναι τα ονόματα των πλοίων και τους πρωταγωνιστές από τα ιαπωνικά πληρώματα που πρώτοι παρήκουσαν τις εντολές και τις εμπορικές υποχρεώσεις τους και προτίμησαν να σώσουν ζωές αθώων. Ένα παράπτωμα που για το λαό εκείνον τιμωρούταν με παραδειγματικό θάνατο...

Ίσως για αυτούς τους λόγους δεν καταγράφηκαν από τους ίδιους τα περιστατικά. Για τους δυτικούς ήταν δύσκολο να διαβάσουν ιαπωνικά ονόματα στα πλοία. Ενώ τα συμβάντα αποτελούν κοινή επίσημη μαρτυρία σε όλους όσους παρευρέθησαν τότε στα γεγονότα: Πρόσφυγες, Δυτικούς, Τούρκους. Μετά από έρευνες που έχουν γίνει με πιο χρήσιμη εκείνη του κου Σταυρίδη, τα πιο πιθανά ονόματα για τα δύο πλοία ήταν: the Suwa Maru, Altai Maru, Fushimi Maru and Mishima Maru, καθώς είναι τα μόνα που περιλαμβάνονται στα νηολόγια της Μεσογείου τον Σεπτέμβρη του 1922.

Μου ήρθε αυθόρμητα τούτες τις μέρες η ιστορία με τα ιαπωνικά καράβια στο λιμάνι της Σμύρνης, ιδίως τώρα που ο λαός αυτός δοκιμάζεται σκληρά. Περήφανο θα με έκανε έμπρακτη εκεί ελληνική παρουσία και βοήθεια έστω σαν ανάμνηση αυτής της ζωτικής χείρας βοηθείας που αυτοί οι μακρινοί άγνωστοι είχαν δώσει τότε στους δικούς μας προγόνους...

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Μια ημέρα στον κόσμο...



Ο φίλος μπλόγκερ Εξύμνος, με ένα ποστ του μου θύμισε μια ξεχωριστή ημέρα που είχε υπάρξει στη ζωή μου... Βάζοντας σήμερα ύστερα από πολλά χρόνια τα περιστατικά σε τάξη και με την αφαιρετική ματιά την ξαναπαραθέτω με την ασφάλεια που παρέχει η απόσταση του χρόνου... Φυσικά οι λεπτομέρειες και τα ονόματα είναι αλλαγμένα...

Ηλικία 20+ ετών. Ξεκνίνημα πολλά πρωί από τη νότια πελοπόνησσο όπου υπάρχει η ανάγκη για ένα ταξίδι αστραπή στην μαγευτική και μακρινή Ξάνθη. Δεν είναι ειδυλλιακοί οι ελληνικοί δρόμοι τότε όπως σήμερα. Τα αυτοκίνητα καρότσες σκέτες... Η διαδρομή από Τρίπολη προς Αθήνα περνάει από τον διαβόητο Κωλοσούρτη, Μύλους Άργος κλπ, τέλη Σεπτεμβρίου.  Στην μαγευτική Αρκαδία όπου πάντα βρέχει ο κακός όλο στροφές δρόμος παίρνει την ανωφέρεια αμέσως μετά το χωριό Στενό. Πριν το "πολυβολείο" ένας αυχένας στενός, ένα αυτοκίνητο φράζει το δρόμο με αλάρμ, ενώ βρέχει. Σταματούμε (δεν είμαι μόνος, συνοδεύομαι από άλλους δύο επιβάτες). Βγαίνουμε. Το αυτοκίνητο που έφραζε το δρόμο ξεκινάει και φεύγει μόλις εμείς σταματάμε. Από το απέναντι ρεύμα έχει σταματήσει ένα φορτηγό. Δεξιά σε έναν γκρεμό 40 μέτρων χάσκει ανάποδα στην αρχή στηριζόμενο από έναν κορμό δέντρου ένα ημιφορτηγάκι τύπου βαν κλειστό. Είναι μέσα επιβάτες κάποιας ηλικίας γύρω στα 60+. Κανείς δεν σταματάει, έτσι δυό απο εμάς μαζί με τον οδηγό του φορτηγού κατεβαίνουμε γύρω στα 4 μέτρα κάτω και πλησιάζουμε... Οι άνθρωποι μέσα ακίνητοι. Πηγαίνω σαν αδαής από την κάτω πλευρά, γιατί είναι κάπως πιο βολικό να βγάλουμε επιβάτες. Ευτυχώς ο έμπειρος οδηγός του φορτηγού μου φωνάζει να το κάνουμε από πάνω γιατί είναι επικίνδυνο... Τον ακούω, σπάμε το τζάμι και τους βγάζουμε έξω ματωμένους... Μπαίνω μέχρι τη μέση μέσα στην αναποδογυρισμένη καμπίνα και τραβώ τη γυναίκα με δύναμη. Ξαφνικά ο κορμός που στηρίζει το όχημα σπάζει και παρασύρει το όχημα στον βαθύ απόκρημνο γκρεμό... παρά τρίχα, αλλά είμαστε όλοι σώοι. Τους ανεβάζουμε σιγά σιγά επάνω. Επάνω υπάρχουν περίεργοι από άλλα οχήματα που δεν πλησιάζουν, φρενάρουν όμως κι έτσι όπως έχει γλίτσα ο δρόμος συγκρούονται δυό τρία οχήματα και οι οδηγοί τους νευρικά έρχονται στα χέρια, αντί να βοηθήσουν. Στο δικό μας όχημα που είναι μικρό, δεν χωράνε, έτσι τους φορτώνουμε στο φορτηγό που έτσι κι αλλιώς κατευθύνεται προς την Τρίπολη. Φωνάζω απειλητικά σε αυτούς που σπρώχνονται να πάρουν τα οχήματά τους, να ελευθερώσουν το δρόμο και να εξαφανιστούν... Ως δια μαγείας διαλύονται σιωπηλοί, κι έτσι κατορθώνουμε να φύγουμε. Δίνω στοιχεία διεύθυνση στον οδηγό του φορτηγού για την Αστυνομία.

Η Αθήνα σε αντίθεση με την Τρίπολη έχει μια γλυκιά όψιμη καλοκαιρινή ζέστη, σχεδόν καύσωνα. Υπάρχει ανάγκη να βοηθήσουμε σε μετακόμιση φίλων. Μετά από 5 ώρες οδήγηση ρίχνουμε και δυό ώρες μετακόμιση. Χωρίς καν σχεδόν να πλυθούμε πίνουμε έναν βιαστικό καφέ  και συνεχιζουμε... Στάση Λεβέντη Καμμένα Βούρλα. Μετά Τέμπη και δεύτερη στάση στην Αγία Παρασκευή για δροσιά και ξεκούραση...

Όταν μαζεύαμε τους τραυματίες από τον αυχένα, στη Θεσσαλονίκη ο Μιχάλης ξεκλείδωνε τη μηχανή του για να πάει στο πανεπιστήμιο. Θα έκανε κάποιες δουλειές και μετά θα έπαιρνε την Άννα για να πάνε για κάποιο μπάνιο στον προχωρημένο για Σεπτέμβρη και Θεσσαλονίκη μίνι καύσωνα. Τους άρεσαν ιδιαίτερα αυτά τα τελευταία μπάνια πριν το χειμώνα...Η ώρα είναι 10:00. Δαιμόνιος επιστήμονας ο Μιχάλης πάει καλά τώρα πλέον μετά από πολύ κούραση, οι κόποι του έχουν αρχίσει κάπως να αναγνωρίζονται στο εξωτερικό, και στην Ελλάδα τυγχάνει μιας κάποιας αναγκαστικής αναγνώρισης από τους συναδέλφους του. Έτσι τα πράγματα για αυτόν είναι κατά τί λιγότερο από  υπερβολικά αγχώδη. Όμορφος νέος 30+ ετών τότε... τη διαδρομή την έχει κάνει χιλιάδες φορές... Τα αυτοκίνητα δεν ήταν τόσα πολλά τότε, έτσι η μηχανή του μια Yamaha XT 600 beneton, την οποία είχε αγοράσει μεταχειρισμένη σε τιμή ευκαιρίας, είχε αρκετές ευκαιρίες να δείξει την έκρηξη και τον δυναμισμό της. Η διαδρομή στάνταρ. Από τα "κυβέλεια" (την οδό Κυβέλης) ανεβαίνει στην Κωνσταντινουπόλεως,  λεωφόρο Στρατού, Αγγελάκη,  Αριστοτέλειο... Εκείνο το πρωί δεν είχε τόση κίνηση. Έτσι έφτασε σχετικά εύκολα στη Λεωφόρο Στρατού και μάλιστα έβαλε και 5η ξεψυχισμένη. Ξαφνικά βλέπει ένα πήξιμο, ασυναίσθητα βάζει 4η ξερή και νευρικά πιάνει τη μανέτα και καρφώνει την 3η για να προσπεράσει γρήγορα... Στη συνέχεια το μάτι του καρφώνεται σε μια παγωμένη στο χρόνο εικόνα... Παράξενο του φαίνεται... Δακρυσμένος καθώς ήταν κάνει μια κίνηση να σκουπιστεί... η εικόνα δεν καθαρίζει... Ξαφνικά σκοτεινιάζει και οι ήχοι γύρω του αρχίζουν να μειώνονται σαν κασετόφωνο που το έβγαλε κάποιος από την πρίζα. Πανέξυπνος καθώς είναι κάνει μια τελευταία φευγαλαία σκέψη... σε λίγο δεν θα υπάρχει πια... και ήθελε τόσα πολλά να κάνει... Κυρίως για την Άννα...

Στον απέναντι δρόμο ένας ηλικιωμένος άντρας κτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο... Το αυτοκίνητό του φράζει το δρόμο. Μια κυρία μάλλον η σύζυγός του κλαίει... "Αχ Θεέ μου κάνε τον άνθρωπο να ζήσει!!!" ικετεύει με λυγμούς... Προ λίγα δευτερόλεπτα, ο σύζυγός της ήταν μποτιλιαρισμένος στη λεωφόρο Στρατού... Είδε κάτι σαν κίνηση μπροστά του... Του ήρθε φευγαλαία ιδέα να στρίψει πιο παραλιακά, τέτοια ώρα τότε είχε λιγότερο πήξιμο... Νευρικά στρίβει αριστερά το τιμόνι καθώς κοιτάζει απέναντι και δεν ερχόταν κάποιος γκαζωτός... Ο ήλιος εμπόδισε τους καθρέπτες του να ανακλάσουν την εικόνα του Μιχάλη που προσπερνούσε... όλα ήταν βιαστικές σκέψεις της στιγμής... Βιαστικές σκέψεις που συναντήθηκαν...

Το αμάξι μας είχε ανάψει μετά τις ευθείες της Κατερίνης που τότε ότι είχαν παραδοθεί... Φυσικά πεινάμε τρομερά καθώς δεν φάγαμε τίποτε στην Αθήνα. Δεν υπήρχαν τα κινητά και όλοι αγνοούμε το τι έχει συμβεί... Ό ήλιος έχει αρχίσει να χαμηλώνει και είναι σχεδόν νύχτα όταν φθάνουμε στην Θεσσαλονίκη... Τα φέρνει η τύχη καμιά φορά, αλλά με ζώνουν τα φίδια καθώς σταματάω στο γνωστό καφενείο-στέκι να ειδοποιήσω συγκενείς και γνωστούς για το βιαστικό πέρασμά μας. Θα τους δούμε αναλυτικά στο γυρισμό... Μόνο ένας μακρινός γνωστός σκυθρωπός, σχεδόν αμίλητος με πλησιάζει... Το χνώτο του βρωμάει αλκοόλ. Μας στέλνει τα χαμπέρια... Όπως είμαστε παρκάρουμε στα "κυβέλεια" για να παρασταθούμε στο σπίτι και στον δικό μας άνθρωπο... Αρχίζει να αχνοφέγγει μόλις στεγνωμένοι τελείως ξεκινάμε να ολοκληρώσουμε την υποχρέωση και μετά να γυρίσουμε για την κηδεία...

Ο ήλιος είναι στο κέντρο του ουρανού και στην πλατεία με το ρολόϊ της Ξάνθης τρώμε κάτι βιαστικά στην αρχή του πεζόδρομου... Ευτυχώς η κηδεία είναι αργά το απόγευμα κι έτσι ψιλοπρολαβαίνουμε... Τα φώτα του δρόμου με έχουν ήδη αποκοιμήσει δυό ή τρεις φορές... Στρίβω για να μπούμε μέσα στην Κατερινη... στάση και παρκάρισμα στην κεντρική πλατεία... Γυρίζω στους άλλους να τους πω για να βρούμε που να κοιμηθούμε... και εκεί μόλις κι εμένα με παίνει ο ύπνος... Ο πρωϊνός παγωμένος αέρας μας ξυπνάει σχεδόν ταυτόχρονα... Ο δρόμος για την επιστροφή δεν μας ταιριάζει... Έξοδος στον Πλαταμώνα και βουβό, το πιο βουβό μας μπάνιο...

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Ήχοι μεταλλικοί σε πλάγιο δεύτερο


Προσπαθώ να αφουγκραστώ τις ανάσες των ανθρώπων, τις σκέψεις, τις πνιγμένες φωνές, τα ξεχασμένα απέλπιδα όνειρα...


Συχνά στα βήματά μου σκοντάφτω πάνω σε κουφάρια αδιέξοδων ερώτων... προϊόντων μοναχικής νύχτας.



Πάνω ψηλά ο έναστρος ουρανός εξακολουθεί να υπόσχεται όνειρα και φως σε κάθε ψυχή που θα σηκώσει το βλέμμα.


Κάτω, στους σκονισμένους δρόμους της πολιτείας, ο πανηγυρικός βόμβος κυκλοφορίας πνίγει τις φάλτσες κραυγές μας για ζωή, την αγωνία μας να αδράξουμε το χρόνο...


Στο σταχτί των πολυκατοικιών ξεθωριάζουν γρήγορα τα παλιά συνθήματα για να ξαναγραφούν νέα πίσω από ανορθόγραφα γκράφιτι, που συναγωνίζονται σε ματαιοδοξία τις άθλιες λουσάτες ρεκλάμες που διαφημίζουν ψεύτικα χαμόγελα...



Τι ομορφαίνει και τι ασχημαίνει δεν μπορώ εύκολα πλέον να το βρω... Τι είναι σκουριά και τι πατίνα... Τι θρήνος, κραυγή και τι ξέσπασμα... Τι θυμός και τι επιθανάτιος ρόγχος...


Η πολιτεία στα σπασμένα πλακάκια των κατελημμένων πεζοδρομίων, σκοντάφτει σε τραπεζοκαθίσματα, και περιττώματα απάνθρωπων φιλόζωων. Οι διέξοδοι φρακαρισμένες από τζιπ ακίνητα... 


Αγρίμια πολίτες, τρέχουν να κρυφτούν απεγνωσμένοι στο σωτήριο μεταλικό κροτάλισμα των καλάσνικοφ που διατρανώνουν τις νέες παραγγελιές νεοκούτσαβων σε έναν παράφωνο εκκωφαντικό σκοπό...


Ασθενείς και οδοιπόροι ταυτόχρονα προσπαθούμε απεγνωσμένα να σώσουμε το τομάρι μας, να σαλτάρουμε στο τελευταίο σάπιο φορτηγό που απέλπιδα θα μας έσωζε από τη μιζέρια... Δεν έχει θέση όμως αλλού για μας... μόνο εδώ... Στριμωγμένοι στις ουρές για λίγες σταγόνες ζωής. Λες και μας κάνουν χάρη...


 


ΥΓ> Ο κος Τσαρούχης είχε κάποτε πει: "Στην Ελλάδα, σε ένα υπέροχο ντεκόρ, γίνεται μιαν άθλια παράσταση". Τελευταία άρχισα να συνειδητοποιώ πως ο κυνισμός του μεγάλου ζωγράφου στόχευε το ντεκόρ...

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Αν έχεις τύχη...





Ήταν το 2001, όταν γεννήθηκε το πρώτο του εγγόνι από το γιό του Βαγγέλη. Τα δυό υπόλοιπα ένα ακόμη από το γιό και ένα από την κόρη τους ήρθαν αργότερα. Ήταν τότε λοιπόν που από την πολλή χαρά του, αγόρασε για πρώτη και τελευταία φορά ένα λαχείο, μια πλήρη σειρά του Λαϊκού. Ο αριθμός έληγε σε 2001, το είδε στο δρόμο του, του γυάλισε, το αγόρασε εύκολα καθώς πολλοί αποφεύγουν τέτοια λαχεία. Το ξέχασε σύντομα και μετά από μια εβδομάδα σε ένα καφενείο έπεσε στο μάτι του ο τυχερός αριθμός του δικού του λαχείου που κέρδιζε 4 εκατομύρια ευρώ!!!





Στην αρχή δεν το πίστεψε, το διασταύρωσε με καμια δυό τρεις εφημερίδες, βρήκε ένα γνωστό του δικηγόρο και προέβησαν στα καθέκαστα, καθώς υπήρξε αρκετή γραφειοκρατία προκειμένου να μπουν τα χρήματα τελικά σε μυστικό λογαριασμό στη Τράπεζα.



Ήταν 2004 όταν το σπίτι του είχε διαλυθεί τελείως. Η Αθήνα πρόβαρε το φόρεμα των ΟΑ2004, φτιασιδώνοντας όσα φαίνονταν, ενώ ο ίδιος δεν μιλιόταν πλέον ούτε με τη σύζυγο, ούτε με το γιό-νύφη και την κόρη-γαμβρό. Η αρχή έγινε με το γιό του το Βαγγέλη, που στο μεθύσι του λαχείου καμώθηκε τον πλούσιο και ξανοίχτηκε στις σπατάλες με απωθημένα. Κάτι το τζιπ, κάτι τα ανοίγματα στη δουλειά, κάτι διακοπές στην Ευρώπη. Από την άλλη η κόρη ήταν περισσότερο πρακτική, ήθελε επένδυση των χρημάτων στη δουλειά που είχαν με τον άντρα της, ένα ζαχαροπλαστείο. Ο σύζυγος Σάκης το όνομα, ήταν ανένδοτος. Ήθελε και αυτοκίνητο καινούριο, και πιστωτική, και καλό κοστούμι. Ήταν και ο πρώτος που έφερε την έριδα στο σεπτό μεσοαστικό περιβάλλον.





"Γαμ@ το σόϊ σου!" Φώναζε στη γυναίκα του με την έλευση της κόρης τους. "Ο έτσι, ο αλλιώς" έλεγε για τον πατέρα της. Κάνα δυό φορές η κόρη είχε φύγει από το σπίτι με το μωρό και είχε κρυφτεί στο πατρικό της, όμως η μήτηρ της ήτο ανένδοτη και αναφανδόν με το μέρος του γαμβρού. "Στον τάφο θα τα πάρεις ρε κερατά!" στόλιζε τον άντρα της με λογής κοσμητικά. Από την άλλη στην οικία του υιού υπήρχε η ίδια και ισχυρότερη γκρίνια απο τη νύφη που ξεσυνεριζόταν το γαμβρό σε ύβρεις και κατάρες.



Ο ίδιος, ήταν κάπως πιο πρακτικός. Στην αρχή δεν είχε διανοηθεί κάν τι στενοχώριες θα τους έφερνε το κερδισμένο λαχείο. Δεν πίστευε πόσο εύθραυστα ήταν όλη αυτή η οικογένεια που με κόπο και μεράκι είχε στηλώσει με τη γυναίκα του. Η οποία σημειωτέον είχε ξεσαλώσει. Κοκκινισε τρεις πιστωτικές ακαριαία άμα τη ελεύσει του λαχείου, και εν συνεχεία κήρυξε επανάσταση να αγοράσουν σπίτι σε καλύτερη γειτονιά, στα ανατολικά προάστια. Ο ίδιος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις σε αυτό, προτιμούσε όμως να γίνει σταδιακά, να αγοράσουν κάποιο οικόπεδο, να οικοδομήσουν ένα τριώροφο και να δώσουν και στα παιδιά τους και από ένα σπιτι. Δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομύριο, να βρει συμπαραστάτη στην άποψή του αυτή. Η στενή του οικογένεια τα ήθελε όλα τώρα.


Περιττό να πούμε πως από τον πρώτο κιόλας χρόνο όλη η υπόλοιπη οικογένειά του, αδελφή-γαμβρός και ξαδέλφια του έκοψαν την καλημέρα και τον σκυλόβριζαν νυχθημερόν. Την αρχή έκανε η κόρη του πρώτου του εξαδέλφου. "Αχ Θείε, και που να ξερες το πόσο τσιτωμένοι είμαστε. Μην κοιτάς που δεν το δείχνουμε. Ο Μάκης με τα χρέη που έχει θα πάει φυλακή, και τη φυλακή δεν την αντέχει. Θα πεθάνει. Μην ξεχνάς πως όταν ήταν ο Βαγγέλης φαντάρος, ο Μάκης έτρεχε για σένα". Μια άλλη σύζυγος φίλου του μεταχειρίστηκε έτερα θέλγητρα: "Ξέρετε κύριε Αριστείδη μου... " Ήξερε... Και απομακρύνθηκε γρήγορα γιατί προέκυψαν και άλλα πολλά σενάρια-τροπάρια για να τον δαγκώσουν.

Αμέσως από την επομένη που του κλήρωσε ο τυχερός αριθμός, δεν ξαναβρήκε ησυχία στο σπίτι του ή στη δουλειά του. Φωνές, φασαρία, διαμαρτυρίες, βρισίδι και φυσικά ευθύνες και ενοχές που προέκυψαν από το πουθενά και τον βάρυναν. Ο άντρας της αδελφής του, τον πέταξε απο το σπίτι τους έξω σχεδόν τον προπηλάκησε...

Εντούτοις, όλοι οι οικείοι του βρήκαν έμμεσο τρόπο για να σκυλέψουν από τα κερδισμένα. Κάτι πιστωτικές, κάτι δάνεια καταναλλωτικά, στεγαστικά κλπ. Η κόρη τους του έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό. "Πατέρα μας παίρνουν το σπίτι! Ο Σάκης θα με διώξει!". "Το σόϊ σου!!! πανάθεμάσε" ήταν τα μόνα λόγια που ήξερε ο Σάκης. Ώσπου έμπαιναν λίγα χρήματα στο λογαριασμό τους και μαλάκωνε, για καμιά εβδομάδα όμως μόνο...


Όλα είχαν χαλάσει, ακόμη και η δουλειά του με τους συνεργάτες του. Το όνειρό του, να ρίξει εκεί μερικά λεφτά, να κάνει καλύτερες προσφορές και να μαζέψει πελάτες, είχε εξανεμιστεί από την οικογένεια. Αντίθετα η δουλειά του είχε βαρέσει διάλυση, γιατί όλοι έλεγαν ότι "αυτός δεν έχει ανάγκη τώρα, πάμε και σε κάναν άλλον". Με την έλευση του 2006, όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτό, έκανε την τελευταία ανάληψη από το λογαριασμό του λαχείου. 2000€ μαζεμμένα και αυτά για να πληρώσει το σέρβις του τζιπ του Βαγγέλη, το δικό του σαράβαλο που ποτέ δεν άλλαξε, έμεινε ασυντήρητο.

Υποδέχτηκε την κρίση απένταρος, σχεδόν χωρίς δουλειά και με διαλυμένο σπίτι... Ύστερα από λίγο φιλοξενούσαν την κόρη τους. Την είχε διώξει μαζί με το παιδί ο Σάκης. "Το σόϊ τους!". Πολύ σύντομα όλα έγιναν στάχτη και μπούρμπερη, τα νεοαποκτηθέντα σπίτια, τα πολυτελή αυτοκίνητα, τα ακριβά ρούχα. Όλα είχαν διαλυθεί, από τον Λίβα της κρίσης. Τα δάνεια που είχαν παρθεί με την ασφάλεια του εμβάσματος, οι τράπεζες τους τα πήραν πολλαπλά, προβαίνοντας φυσικά και στις απαραίτητες κατασχέσεις, ενώ οι επιταγές της οικογενείας είχαν τόσο κοκκινίσει, που ο Αριστείδης ντρεπόταν να κυκλοφορήσει στην πιάτσα και τελευταία του περνούσαν συχνά διάφορες σκέψεις...





Εκεί στις αρχές του 2011, άρχισε τις επισκέψεις σε έναν ψυχίατρο στο ΙΚΑ της γειτονιάς του. Στην προκειμένη περίπτωση ο γιατρός ήταν ένας νυσταλαίος, οκνός αδιάφορος δημόσιος υπάλληλος που κοίταζε τον τοίχο αφηρρημένα δήθεν σκεφτικός, καθώς ο άλλος μιλούσε για τη ζωή του. Σε ένα διάλειμα, ο ιατρός εξήλθε του ιατρείου και εξαφανίστηκε για ώρες. Εκεί καθώς περίμενε υπομονετικά, μπήκε ο καφετζής από το απέναντι καφενεδάκι. "Συνήθως δίνει κάτι κόκκινα χάπια. Να μην τα πάρεις, έχουν παρενέργειες! Θα σε κάνουν φυτό!" Ορμήνεψε ο καφετζής τον Αριστείδη. Γνωρίστηκαν και με τη συζήτηση ο Αριστείδης έκοψε τον ψυχίατρο και άρχισε τις επισκέψεις στο καφενεδάκι απέναντι, αποκτώντας νέους φίλους και όρεξη για την καθημερινότητα. Έτσι κι αλλιώς η κρίση όλον τον κόσμο τον είχε κτυπήσει...





Βρισκόμενος βιαστικός στο καφενεδάκι αυτό, ελλείψει τραπεζιού κάθησα ομοτράπεζος δίπλα στον κύριο Αριστείδη. Σε μια στιγμή αγανάκτησης μονολόγησα φωναχτά την ευχή στερεότυπο: "Αχ και να κέρδιζα το λαχείο!", και ο συνδαιτημόνας μου δεν κρατήθηκε, μου είπε την ιστορία του, που αν και απίστευτη, είναι πέρα ως πέρα αληθινή με μασκαρεμμένες φυσικά τις λεπτομέρειες και τις χρονολογίες...